Δημοσίας χρήσεως φορτηγό, μεικτό βάρος 15 τόνοι. Ωφέλιμο φορτίο 10 τόνοι. Απόβαρο 5 τόνοι. Έδρα Κοζάνη, έγραφε στο πλαϊνό της καρότσας το φορτηγό Magirus Deutz πράσινου σκούρου χρώματος με μουσαμά και ψηλά παραπέτια.
Ήταν σταθμευμένο στο πλάτωμα της οδού Αλεξάνδρου Ζάρρα, λίγο πριν την γέφυρα. Κι άλλο ένα Volvo N 88 είχε πάρει ήδη απόβαρο στην πλάστιγγα του Τσίκου με προορισμό τα καμποχώρια. Στην αναμονή το Scania 110, το ψηλοτάβανο, που οι λασπωτήρες ακούμπαγαν στους πίσω τροχούς από το φόρτωμα, είχε ζυγιστεί με προορισμό την Θεσσαλονίκη. Ο ήχος του κλάξον έδινε το σήμα της αναχώρησης και συνάμα απέδιδε χαιρετισμό ευαρέσκειας για την διαμονή στην πόλη, ένα διήμερο τουλάχιστον. Ραντεβού την επόμενη βδομάδα, έγνεψε ο πενηντάρης οδηγός του.
Ήταν πια καθιερωμένο, λίγο μετά το Μχούστ η Άρτα να πλημμυρίζει από πολύχρωμα φορτηγά με τα φαρδιά φτερά ή τα κουτσομούρικα νέου τύπου που διέθεταν και κρεβάτι για τα μακρινά ταξίδια από τη Μακεδονία, για το εμπόριο των εσπεριδοειδών. Όταν δεν υπήρχαν τα εργοστάσια του χυμού η διακίνηση γίνονταν προς τη Βόρεια Ελλάδα με τριαξονικά φορτηγά ή και μικρότερα από εμπόρους που ήταν η μεγάλη αγορά των πορτοκαλιών, των μανταρινιών και των λεμονιών της περιοχής. Ομφαλοφόρα, κοινά, αιματόχροα, ξινά, μέρλιν σε μεγάλες ποσότητες, ήταν το χρηματιστήριο της Άρτας στην δεκαετία του 70! Όταν ακόμη δεν υπήρχαν χωματερές η πόλη ζούσε το δικό της τελετουργικό μέχρι τον Φλεβάρη που τα τελευταία μέρλιν πουληθούν.
Στα καφενεία από νωρίς το πρωί με έναν φρεσκοκομμένο καφέ άρχιζε η μέρα για το μάζεμα του καρπού. Εργάτες, ροδοκόκκινες πορτοκαλούσες με τις γαλότσες, κτηματίες και έμποροι στα σιδερένια ή μαρμάρινα με ξύλινη βάση τραπεζάκια μετά από την πρώτη συνάντηση σχεδίαζαν τον τρόπο συγκομιδής, ανάλογα τον καιρό. Δίπλα στην αναμμένη ξυλόσομπα (συνήθως μασίνα) που αργά ετοιμάζονταν οι φουρνιστοί μεζέδες για το γιόμα.
Οι έμποροι αφού έδωσαν τις πρώτες κατευθύνσεις αποχωρούσαν τελευταίοι μαζί με τα δευτέρια τους για τους υπολογισμούς. Κάπου κοντά στις 10 η ώρα που αραίωναν οι περισσότεροι, ξεκουράζονταν για λίγο οι καφετζήδες. Όχι για πολύ, όμως, γιατί ο δεύτερος κύκλος των θαμώνων ξαναγέμιζε την αίθουσα. Οι μεσίτες είχαν τα ραντεβού τους με τους εμπόρους και τους κτηματίες που εκείνη τη μέρα δεν μάζευαν γιατί είχαν διώξει τα δικά τους αγώγια τις προηγούμενες ημέρες και διαπραγματεύονταν τις επόμενες κινήσεις και τους σχεδιασμούς τους. Ο κύκλος όσο γέμιζε η μέρα, διευρύνονταν με εργάτες που ήδη τελείωσαν και επέστρεφαν, ενώ οι οδηγοί των φορτηγών κατέφθαναν από τον βορρά για την επαύριον. Ήταν η ώρα του πρώτου γύρου του οινοπνεύματος, αφού ήδη το σπυραλατιστό χοντρό, η μασίνα το έκανε λουκούμι. Τα κεράσματα ήταν τα περισσότερα από τους κτηματίες και τους εμπόρους. Οι εργάτες απλά απολάμβαναν, ήταν μια κάποια δικαίωση για τη σκληρή δουλειά τους…
Μα και η ίδια η συγκομιδή ήταν από μόνη της ιεροτελεστία παρά τις αντιξοότητες μέσα στο καταχείμωνο. Τα παλιά ξύλινα τελάρα που θηλύκωναν μεταξύ τους στις τέσσερις άκρες στρώνονταν με ειδικές κόλες αντοχής, μπλε, κόκκινες ή κίτρινες, ανάλογα με την ποικιλία και στο τέλος δίπλωναν και συγκρατούνταν με χοντρό σπάγκο που περιδένονταν. Την συσκευασία συνήθως επιμελούνταν οι γυναίκες σαν ελαφρότερη δουλειά που γέμιζαν τα τελάρα από την κόφα που τούς έφερναν οι συλλέκτες του καρπού.
Σ΄ αυτόν τον κύκλο εργασιών για το 1/3 της χρονιάς, όλα τα μαγαζιά πέριξ του Μπαϊκούση που ήταν το κέντρο διακίνησης και συλλογής των εσπεριδοειδών, ανθούσαν. Τα καφενεία για τον λόγο που προαναφέρθηκε, τα παντοπωλεία που προμηθεύονταν οι εργαζόμενοι το κολατσιό τους, οι φούρνοι με το ζεστό αχνιστό ψωμί φόρμας ή καταγής. Κατ’ επέκταση δε και τα εμπορικά καταστήματα που λόγω αύξησης των εισοδημάτων, οι προμήθειες σε είδη ένδυσης και υπόδησης για όλη την οικογένεια αυξάνονταν.
Η μέρα έκλεινε με την βραδινή αποτίμηση πάλι με έναν «Γάτσιο» ή έναν «Ηρακλή» και μια κολτσίνα στα θορυβώδη από την πολυκοσμία ασφυκτικά γεμάτα καφενεία, με μουσική ήχων από τα ηλεκτρόφωνα που κατά παραγγελία με ένα κέρμα μιας δραχμής έπαιζαν…
* Ο Νικόλαος Καραδήμας
είναι συγγραφέας με
καταγωγή από την Άρτα



