Λίγες ημέρες μετά το «Χριστός Ανέστη», η ατμόσφαιρα μοιάζει φέτος φορτωμένη. Δεν είναι η μυρωδιά της άνοιξης που κυριαρχεί, αλλά μια υπόκωφη ανησυχία. Ανοίγεις την τηλεόραση ή το κινητό και οι ειδήσεις σε χτυπούν κατάστηθα: Ουκρανία, Ιράν, Μέση Ανατολή. Πόλεμοι που δεν λένε να κοπάσουν, πύραυλοι που σκίζουν τους ίδιους ουρανούς που εμείς κοιτάζουμε για να βρούμε τ’ αστέρια. Και δίπλα μας; Μια εγκληματικότητα που παγώνει το αίμα και μια ψυχολογική βία, γεννημένη από την αβεβαιότητα για το αύριο, που μας κάνει να κλειδώνουμε τις πόρτες και τις καρδιές μας.
Η βία, όμως, είχε ήδη ξεκινήσει από τους δέκτες της τηλεόρασης με τις διαφημίσεις πάσης φύσεως παιγνιδιών που επιχειρούσαν να πείσουν γονείς, νονούς, συγγενείς και λοιπούς ενδιαφερόμενους, μέσω της πίεσης των παιδιών βεβαίως, να τα αγοράσουν, με πρόσχημα τις μέρες του Πάσχα και τη γιορτή της Ανάστασης, όπου και όλοι κρατούμε την καθιερωμένη λαμπάδα. Πείτε μου σας παρακαλώ τι σχέση έχουν με την Ανάσταση, την Αγάπη προς τον συνάνθρωπο, τη συναδέλφωση, την επαφή με τη Φύση και την Άνοιξη, την Ελλάδα μας τέλος πάντων, όλα αυτά τα πολεμικά, τερατόμορφα, καταστρεπτικά πλαστικά παιγνίδια που προβάλλονται με στόχο να κινήσουν την προσοχή των μικρών παιδιών; Και πόσο κοντά στο πνεύμα του ελληνικού Πάσχα είναι οι λαμπάδες που δεν προσφέρονται ως αντικείμενο έκφρασης θρησκευτικών ή άλλων συναισθημάτων αλλά ως συνοδευτικό «παραγέμισμα» σχετικά καλαίσθητων ή ακόμα και τελείως ακαλαίσθητων παιγνιδιών, τα οποία όμως καλούν σε άμετρη κατανάλωση κι όχι σε κριτική και σκέψη;
Πόσο, αλήθεια, θα πρέπει να μας ανησυχεί όλη αυτή η αισθητική της βίας που προβάλλεται κατά κόρον σε μια περίοδο που θα έπρεπε να σκεφτόμαστε μόνο το συνάνθρωπο; Σε αυτό το σκηνικό, η Ανάσταση φαντάζει σχεδόν σαν ένα παράδοξο. Πώς να μιλήσεις για φως, όταν το σκοτάδι της απανθρωπιάς μοιάζει να έχει καταπιεί κάθε ίχνος ελέους;
Μου έρχεται στον νου εκείνη η παλιά, απεγνωσμένη κραυγή: «Άνθρωπον ζητώ». Ο Διογένης με το φανάρι του μέρα μεσημέρι δεν έψαχνε απλώς έναν βιολογικό άνθρωπο, αλλά την ουσία του. Σήμερα, το φανάρι του θα έκαιγε διπλά. Το ίδιο ένιωθε κι ο Σεφέρης, όταν από το βήμα των Νόμπελ μας προειδοποιούσε πως ο κόσμος μας στενεύει επικίνδυνα. «Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται», έλεγε. Και είχε δίκιο. Γιατί η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι μόνο οι βόμβες, αλλά η σιωπηλή απόσυρση της ανθρωπιάς από την καθημερινή μας επαφή. Η Ανάσταση, λοιπόν, φέτος δεν θα έπρεπε να είναι μια απλή εθιμοτυπία. Αν την περιορίσουμε στις λαμπάδες και τα πυροτεχνήματα, θα την έχουμε χάσει. Η αληθινή Ανάσταση είναι ένα στοίχημα που κερδίζεται σε δύο μέτωπα. Το ένα είναι η πίστη –αυτή η ανάγκη να ακουμπήσουμε κάπου που ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Το άλλο, όμως, είναι η εσωτερική μας ανασκαφή.
Οφείλουμε να αναζητήσουμε την ανάσταση μέσα μας, εκεί που θάψαμε την υπομονή, την αλληλεγγύη και την ελπίδα κάτω από τόνους φόβου. Δεν θα έρθει καμία λύτρωση από έξω, αν δεν αποφασίσουμε εμείς να γίνουμε «αναστημένοι» άνθρωποι. Να αρνηθούμε τη βία, να σπάσουμε τον κύκλο της ανασφάλειας με μια πράξη καλοσύνης, να αναζητήσουμε τον άνθρωπο στον «ξένο», στον «άλλο», στον «εχθρό». Ίσως τελικά το βαθύτερο νόημα αυτών των ημερών να κρύβεται στην προσπάθεια: Να μην αφήσουμε την ανθρωπιά μας να παραμείνει στο μνήμα. Μόνο αν παλέψουμε για την ανάσταση της ανθρωπιάς, θα μπορέσουμε να κοιτάξουμε το μέλλον χωρίς να τρέμουμε. Και τότε, το «Χριστός Ανέστη» δεν θα είναι μόνο μια ευχή, αλλά μια νίκη της ζωής πάνω σε κάθε μορφή σκοταδιού.
Το μήνυμα της Ανάστασης δίνει όχι μόνο ελπίδα, αλλά και δύναμη, όχι μόνο αφετηρία χαράς αλλά και κουράγιο. Με την προσδοκία της Ανάστασης, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την αξία της ζωής, η οποία σήμερα θα πρέπει να γίνει αντικείμενο προστασίας. Δεν θα πρέπει, λοιπόν, στο βωμό της δήθεν προόδου και της όποιας παγκοσμιοποίησης να αφεθούμε και να απωλέσουμε τα χαρακτηριστικά που μας προσδιορίζουν εδώ και αιώνες ως έλληνες, μ’ άλλα λόγια την ανθρωπιά, το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο, την αλληλεγγύη, την πίστη στη ζωή, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο για μια πνευματική, τουλάχιστον, ανάσταση που θα μπορέσει να έρθει μέσα από την όποια κρίση βιώνουμε.
Την ανάσταση που περιμένουμε, για μας και το λαό μας, δεν πρέπει να την περιμένουμε από τους όποιους αυτόκλητους σωτήρες (άλλωστε και την Ανάσταση της ψυχής ο Χριστός μας καλεί να την προκαλέσουμε μόνοι μας, με την πίστη μας) αλλά από τον ίδιο μας τον εαυτό και τις αστείρευτες δυνάμεις που κρύβει μέσα της η ελληνική ψυχή. Αυτή τη δύναμη δεν πρέπει να αφήσουμε κανένα ξέσπασμα βίας, κανένα κήρυγμα μίσους, καμία αισθητική της απανθρωπιάς και της (πνευματικής) ασχήμιας να μας την διαλύσει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ