Η φράση αυτή του Νίκου Καζαντζάκη είναι το μότο που τοποθέτησε η φιλόλογος, συγγραφέας, ποιήτρια και αρθρογράφος Παναγιώτα Π. Λάμπρη σε μία από τις είκοσι ενότητες του βιβλίου της «Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης ο Ιστορητής», με το οποίο συστήνει και παρουσιάζει όλες τις πτυχές της ζωής και του έργου του εν λόγω επιστήμονα, συγγραφέα και ανθρώπου, αφού μελέτησε με σπουδή τα «Άπαντά» του που συναποτελούνται από εικοσιπέντε τόμους.
Ο Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης γεννήθηκε στις 17/30 Αυγούστου 1912 στο Κεντρικό (Νησίστα Παλαιάς Ελλάδος) Άρτας. Το 1936 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καθοριστικό ρόλο στη ζωή του έπαιξε η υγεία του η οποία ήταν κλονισμένη από τον σοβαρό τραυματισμό του το 1940 στο Τεπελένι, κα-τά τον Ελληνοιταλικό πόλεμο. Είχε δεχθεί διαμπερές τραύμα στο λαιμό του που είχε «πειράξει» τις φωνητικές του χορδές και εξαιτίας αυτού του τραύματος δίδαξε ως καθηγητής φιλόλογος για μικρά διαστήματα σε Γυμνάσια, μέχρι που τελικά διορίστηκε υπάλληλος στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στα οποία αφιέρωσε τη ζωή του, ολοκληρώνοντας τη σταδιοδρομία του ως Δντής τους, αφού εν τω μεταξύ απέκτησε το διδακτορικό δίπλωμα της Φιλοσοφικής.
Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη προσέγγισε την προσωπικότητα του Κ. Διαμάντη με σεβασμό, ευθύνη, επιστημοσύνη και ευαισθησία. Διανύοντας έναν πνευματικό θεοδόλιχο και η ίδια, οργάνωσε υποδειγματικά στο τριακοσίων επτά σελίδων βιβλίο της το πολύμορφο υλικό της πολυσχιδούς ζωής του, που τη χαρακτήριζε η πνευματική αναζήτηση, η ισχυρή βούληση, η διαύγεια της ορεινής πατρίδας του και η αντοχή του, αρετές που τον βοήθησαν να αίρεται πά-νω από τις αντιξοότητες, τη φτώχεια, τα χτυπήματα της μοίρας, τις ανισότητες, τις αποστάσεις, πραγματώνοντας το όνειρο της ζωής του κι αφήνοντας ως παρακαταθήκη ένα τεράστιο έργο ιστορικό, λαογραφικό, ποιητικό, μεταφραστικό, πε-ζογραφικό και φιλοσοφικό.
Προσωπικά, το όνομα του κοντοχωριανού μας Κων. Α. Διαμάντη το άκουγα γενικά και αόριστα σε διάφορες συζητήσεις. Το συνάντησα δε για πρώτη φορά σ’ ένα από τα εξαιρετικά περιοδικά του Συλλόγου ΣΚΟΥΦΑΣ, όταν επί μήνες στην πλουσιότατη και φιλόξενη Βιβλιοθήκη του έψαχνα πηγές για την ιστορία του χωριού μου Γραμμενίτσα. Εκεί λοιπόν διάβασα την άποψή του για το όνομα του χωριού μου, το οποίο δεν είναι σλαβικό, κατά τη δική του ερμηνεία, αλλά προέρχεται από τη λέξη «γεγραμμένος», που στην περίπτωσή μας σημαίνει το «γραμμένο χωριό», το για την ομορφιά του διακρινόμενο χωριό. (ΜΙΚΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ, σελίδα 16).
Από τότε, το όνομα του Κ. Διαμάντη τριγύριζε στου μυαλού μου τ’ αυλάκια. Μέχ-ρις ότου ο σεβάσμιος αυτός πνευματικός άνθρωπος ήρθε και με «συνάντησε» μέσα από το ζωντανό πόνημα της Παναγιώτας Π. Λάμπρη, η οποία ανέλαβε την ιερή υποχρέωση που έχει κάθε αληθινά μορφωμένος άνθρωπος, όπως η ίδια, με επίγνωση και ταπεινοφροσύνη, την εκφράζει στον πρόλογο του βιβλίου της: «Ένας προφανής λόγος (…) είναι ο θαυμασμός, η χαρά και η ευγνωμοσύνη που νιώθουμε για τον συμπατριώτη μας Κωνσταντίνο Α. Διαμάντη, ο οποίος ως γνήσιος πνευματικός άν-θρωπος ανάλωσε τη ζωή του στη μελέτη και στη συγγραφή και άφησε μια πλούσια πνευματική παρακαταθήκη για τους συγχωριανούς του, αλλά και για τους μελετητές του μέλλοντος.
Σ’ όλα αυτά, λοιπόν, θα μπορούσα, ίσως και πλεοναστικά, να προσθέσω την αγάπη μου για κάθε άνθρωπο που αξιοποιεί τα τάλαντά του, δεν επαναπαύεται και δεν αισθάνεται ευχαριστημένος και τυχερός που τα έχει, δεν τα θάβει σαν τον άνθρωπο της παραβολής, αλλά τα πολλαπλασιάζει και έχει τη βαθιά επιθυμία να τα κοινοποιήσει έχοντας ως έναν από τους στόχους του να αναπτύξει μια διαλεκτική και διαχρονική, αν καταστεί εφικτό, σχέση γε- νικά με τους ανθρώπους και ειδικότερα με όσους απ’ αυτούς μοιράζονται ίδιες ανησυχίες. Και αυτή η αγάπη μου είναι εξαιρετικά μεγάλη, όταν πρόκειται για αν- θρώπους που εξελίχθηκαν μέσα από δύ- σκολες βιοτικές συνθήκες και αφιέρωσαν μεγάλο μέρος από την σωματική και πνευματική τους ικμάδα στη μελέτη και στη συγγραφή».
Είναι αυτονόητο πως δεν μπορεί να παρουσιαστεί ο πλούτος και η ομορφιά του βιβλίου στις στήλες του «Τ», όσο φιλόξενες κι αν είναι. Θα ήθελα, όμως, κλείνοντας να σταθώ σε τρία σημεία που με συγκίνησαν ιδιαιτέρως και που τόνωσαν ηθικά τον καταπεπτωκότα ψυχισμό μου αυτή την περίοδο των άγριων πολέμων, των βρωμερών σκανδάλων και της ηθικής χρεοκοπίας.
Το πρώτο είναι το πρόσωπο της συγγραφέως, η οποία σε μια εποχή άμαθης κι αχώνευτης γνώσης, η ίδια έμαθε γράμματα όχι για να ιδιωτεύσει χρηματικά αλ- λά για να προσφέρει στην κοινωνία και στον πνευματικό πολιτισμό. Ειλικρινά υπολήπτομαι και την ευχαριστώ. Το δεύτερο είναι ο πνευματικός διάλογος που αναπ- τύσσει ο Κων. Διαμάντης με τον Κώστα Κρυστάλλη, τον Γιώργο Κοτζιούλα και ο βαθύτατος σεβασμός του για τους καθηγητές του, ιδιαιτέρως για τον Αυγουστή Παγκρατίδη και Θεοχάρη Τσούτσινο. Αποκορύφωμα αυτού του διαλόγου είναι οι στίχοι που αφιερώνει ο Γιώργος Κοτζιούλας στον ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΗΤΗ: «Χα- ρά σ’ εσένα, ταπεινέ και δουλευτάρη φίλε,/ π’ αν είχε στόμα η ποταμιά του τόπου μας κι εμίλειε,/ «δεν βγαίνουν μόνο κάρβουνα – θάλεγε – δω απ΄τα ρείκια,/ μα και μελίσσια της σπουδής που η προκοπή τους δίκια».
Το τρίτο σημείο που με συγκίνησε ιδιαιτέρως, και θα ήθελα να κλείσω μ’ αυτό, το αντιγράφω από τις σελίδες 113 και114 του βιβλίου, όπου παρουσιάζεται το ήθος και η συνείδηση του παρελθόντος, το οποίο σπανίζει στη σημερινή κοινωνία: «Από τα χωριά εκείνα» (ενν. Κεντρικό και Ροδαυγή) – σημειώνει ο Κων. Α. Διαμάντης – «καταγόταν ο Χρήστος Δασκαλάκης ή Δάσκαλος, που έζησε πολλά χρόνια στην Αθήνα και υπηρέτησε ως φροντιστής στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Σ’ όλη του τη ζωή ήταν ο κατ’ εξοχήν προστάτης και βοηθός των ξε- νιτεμένων χωριανών. Θα πρέπει κάποιος να γράψει μια εκτενή βιογραφία γι’ αυτόν. Η ζωή του και η αγάπη του προς το χωριό και τους συμπατριώτες του είναι πολύ διδακτική. Ήταν προσωπικότης ωφέλιμη και χρήσιμη στην κοινωνία και στην πατρίδα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ