Η μετατροπή της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) από θεμέλιο λίθο της μεταπολεμικής ανάπτυξης σε χρηματιστηριακό «asset» συνιστά μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές και οικονομικές μεταλλάξεις της σύγχρονης Ελλάδας.
Η εταιρεία που στήθηκε με τον ιδρώτα και τους πόρους του ελληνικού λαού, προκειμένου να φτάσει το ηλεκτρικό ρεύμα ως κοινωνικό αγαθό μέχρι το πιο απομακρυσμένο χωριό της επικράτειας, απώλεσε οριστικά τον δημόσιο χαρακτήρα της τον Νοέμβριο του 2021.
Μέσω μιας αμφιλεγόμενης και με πολλά ερωτηματικά αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1,35 δις ευρώ, στην οποία το Δημόσιο επέλεξε συνειδητά να μην συμμετάσχει, το ποσοστό του κρατικού ελέγχου συρρικνώθηκε στο 34,12%. Η στρατηγική διεύθυνση παραδόθηκε έτσι σε ιδιώτες επενδυτές, με δεσπόζοντα παίκτη το fund CVC Capital Partners, το οποίο απέκτησε το 10% έναντι μόλις 395 εκατ. ευρώ. Λίγο αργότερα, η εκποίηση ολοκληρώθηκε με την παραχώρηση του 49% του ΔΕΔΔΗΕ στην αυστραλιανή Macquarie, εκχωρώντας ουσιαστικά στα χέρια ιδιωτών ένα φυσικό μονοπώλιο υποδομών με θεσμοθετημένες και εγγυημένες αποδόσεις.
Αυτό το χρονικό της ιδιωτικοποίησης συνοδεύτηκε από μια βίαιη και εσπευσμένη απολιγνιτοποίηση, η οποία βαφτίστηκε «πράσινη μετάβαση». Η εσπευσμένη απόσυρση του εγχώριου, φθηνού καυσίμου έγινε δίχως την δημιουργία στοιχειωδών υποδομών αποθήκευσης ενέργειας, εγκλωβίζοντας τη χώρα στην απόλυτη εξάρτηση από το εισαγόμενο, πανάκριβο φυσικό αέριο. Η σπουδή αυτή δεν εξυπηρέτησε την πραγματική προστασία του περιβάλλοντος, αλλά την άμεση διάνοιξη της αγοράς για τις ιδιωτικές επενδύσεις σε ΑΠΕ και σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με αέριο.
Σήμερα, σε μια χώρα που καταναλώνει καθημερινά 130 έως 140 Gigawatt – hours και διαθέτει εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ άνω των 18,3 GW – με τα φωτοβολταϊκά να ξεπερνούν τα 11,6 GW και τα αιολικά τα 5,9 GW- το Target Model και η χρηματιστηριοποίηση της ενέργειας αποδείχθηκαν καταστροφικά. Όχι μόνο δεν οδήγησαν σε ανταγωνισμό και μείωση τιμών, αλλά εγκαθίδρυσαν ένα θεσμοθετημένο καρτέλ. Σε αυτό, η ΔΕΗ, κατέχοντας πάνω από το 50% της λιανικής και το 40% της παραγωγής, πρωταγωνιστεί σε ένα πάρτι υπερκερδών μαζί με τους υπόλοιπους ισχυρούς ομίλους του κλάδου, συγκεντρώνοντας αθροιστικά λειτουργικά κέρδη που αγγίζουν τα 5 δις ευρώ ετησίως.
Μέσα σ’ αυτό το τοπίο της πρωτοφανούς ακρίβειας, η ΔΕΗ επιδίδεται σε μια προκλητική στρατηγική επιθετικής επέκτασης, εξαγοράζοντας αλυσίδες λιανικής… Αυτός ο «εταιρικός μετασχηματισμός» χρηματοδοτείται απευθείας από τους φουσκωμένους λογαριασμούς των νοικοκυριών, μετατρέποντας μια πρώην επιχείρηση κοινής ωφέλειας σε έναν επιθετικό όμιλο που χρησιμοποιεί την δεσπόζουσα θέση του στην ενέργεια για να εκτοπίσει άλλους παίκτες από τη λιανική αγορά. Το πλέον αμφιλεγόμενο σημείο αυτής της διαδρομής είναι η διαχειριστική δαπάνη των διαφημιστικών κονδυλίων, τα οποία – σύμφωνα με στοιχεία που κατατέθηκαν στη Βουλή – εκτινάχθηκαν από τα 5 με 8 εκατ. ευρώ ετησίως της προ -ιδιωτικοποίησης εποχής στα δυσθεώρατα ύψη των 178 έως 180 εκατ. ευρώ.
Αυτή η τεράστια διοχέτευση χρήματος δεν γίνεται – λένε- να συνιστά απλώς εταιρικό μάρκετινγκ για νέα προϊόντα. Σύμφωνα με πολιτικούς παράγοντες και ενεργειακούς αναλυτές, αποτελεί έναν μηχανισμό εξαγοράς συστημικής ασυλίας και δημοσιογραφικής εύνοιας. Με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ να κατευθύνονται σε ΜΜΕ, η ΔΕΗ – όπως εκτιμάται – εξαγοράζει τη σιωπή απέναντι σε καταγγελίες για αισχροκέρδεια, προσφέροντας παράλληλα πολιτικό «ξέπλυμα» στην κυβέρνηση.
Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα, οι προτάσεις της αξιωματικής και συστημικής αντιπολίτευσης για απλή φορολόγηση των υπερκερδών κινούνται συνειδητά στην περιφέρεια του προβλήματος, καθώς αφήνουν ανέγγιχτο τον πυρήνα του: Την μετατροπή της ενέργειας από δημόσιο αγαθό σε χρηματιστηριακό εμπόρευμα.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποκαλύπτει μια βαθύτερη άρνηση σύγκρουσης με τα επιχειρηματικά συμφέροντα και το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ουσιαστικά, η ηγεσία της εν λόγω αντιπολίτευσης επιλέγει να μην συγκρουστεί ούτε με τους ισχυρούς ομίλους της ενέργειας ούτε με το (διάτρητο πλέον) ευρωπαϊκό πλαίσιο απελευθέρωσης της αγοράς. Έτσι, ο φόρος στα υπερκέρδη λειτουργεί απλώς ως ένα πρόσκαιρο φιλοδώρημα για τους καταναλωτές, αφήνοντας στο απυρόβλητο τους δομικούς μηχανισμούς που γεννούν την ακρίβεια.
Έτσι, η πολιτική αυτή αφήνει εντελώς ανέγγιχτο τον πυρήνα του προβλήματος: Το ποιος δηλαδή ορίζει τις προτεραιότητες της παραγωγής, πού χωροθετούνται οι μονάδες αποθήκευσης και ποιος προηγείται στον ενεργειακό σχεδιασμό.
Το αποτέλεσμα είναι τραγικό. Ο Έλληνας παραγωγός παραμένει εγκλωβισμένος στις καθυστερήσεις σύνδεσης στο δίκτυο, ο καταναλωτής πληρώνει πανάκριβα μια ενέργεια που στο μεγαλύτερο μέρος της χάνεται λόγω έλλειψης υποδομών, ενώ η πολιτική ηγεσία ανακυκλώνεται ανάμεσα σε ανέξοδες υποσχέσεις ταχύτητας και ατέρμονες συζητήσεις περί φορολογίας. Την ίδια στιγμή, ο καταναλωτής παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν τραγικό φαύλο κύκλο. Από τη μία, πληρώνει το ρεύμα ως χρυσάφι και, από την άλλη, με τα δικά του χρήματα χρηματοδοτούνται η προπαγάνδα και η δημοσιογραφική συγκάλυψη που τον εμποδίζουν να αντιδράσει.
Η μετάβαση με το χρηματιστήριο ενέργειας, τη βίαιη απολιγνιτοποίηση και την κατ’ επίφαση πράσινη πολιτική που ξεκίνησε ως υπόσχεση φθηνού ρεύματος και βιώσιμης ανάπτυξης, κατέληξε στη μεγαλύτερη βίαιη αναδιανομή πλούτου της μεταπολεμικής ιστορίας, σφραγίζοντας την πλήρη εκποίηση των εθνικών υποδομών και την οριστική ακύρωση του κοινωνικού ρόλου της ΔΕΗ.
*Ο Κώστας Παπαθεοδώρου είναι δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ






