Το ζήτημα του γλυπτού του διεθνώς καταξιωμένου γλύπτη, Θεόδωρου Παπαγιάννη, με τον τίτλο «Πήγασος», που κοσμεί εδώ και λίγο καιρό την πλατεία Μονοπωλίου, προκάλεσε ποικίλες όσες συζητήσεις, τόσο δια ζώσης, όσο και μέσω των Μέσων Ενημέρωσης, πολύ περισσότερο, όμως, μέσα από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (τα επιλεγόμενα και «σόσιαλ μήντια» ή απλώς «σόσιαλ»).
Δεν είχα την πρόθεση, αρχικά, να τοποθετηθώ δημοσίως για το θέμα. Ανεξάρτητα από την προσωπική μου άποψη περί αισθητικής ή και την κρίση μου επί του γλυπτού (δηλαδή το αν μου αρέσει ή όχι και όχι την κριτική μου, καθόσον αυτή απαιτεί σοβαρή τεκμηρίωση και γνώσεις), εκτιμώ πως ο καλλιτέχνης θα πρέπει να δημιουργεί απερίσπαστος και ελεύθερος το έργο του. Όπως λέει ο Άλκης Χαραλαμπίδης, (ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο ΑΠΘ), «το έργο τέχνης θα μπορούσαμε απλά να το θεωρήσουμε σαν αποτέλεσμα του διαλόγου που ανοίγει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο.
Άλλοτε αντιπαραθέτοντας και άλλοτε βυθίζοντας το εγώ του στον κόσμο που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν ή σ’ εκείνον μέσα του, ρωτά και παίρνει απαντήσεις, για να τις κάνει στη συνέχεια εικόνα, ποίημα, μουσική. Μεταμορφώνει, δηλαδή, μια πραγματικότητα σε μιαν άλλη και με τον τρόπο αυτό καταξιώνεται κι ο ίδιος σαν δημιουργός». Κι αυτό διότι ο καλλιτέχνης, όπως λέει ο Κ. Παπαγεωργίου, «δεν πράττει απλώς αλλά ποιεί, ενσωματώνει, δηλαδή, σε ένα συγκεκριμένο έργο το προϊόν της δημιουργίας του.
Δεν εκφράζεται απλώς γενικά μέσα από τη δραστηριότητά του και την επικοινωνία του με τον κοινωνικό κόσμο, αλλά εκφράζεται μέσα από ένα συγκεκριμένο έργο. […] Αυτό που λέει, με όποια μορφή και αν κοινοποιείται, αποκτά εντέλει μια συγκεκριμένη υπόσταση και μια ξεχωριστή ταυτότητα, δημιουργεί έναν καινούργιο κόσμο. Είναι εκεί για να ερμηνευθεί, για να διαβαστεί, για να παιχτεί, για να ιδωθεί, να ακουστεί, να αναπαραχθεί όποτε και όπως προκύψει». Και, όπως τονίζει ο Ε. Π. Παπανούτσος, «ο Καλλιτέχνης δεν αντιγράφει τη φυσική και ιστορική πραγματικότητα, αλλά την αναδημιουργεί με τη φαντασία του για να κλείσει μέσα σε μιάν ιδανική μορφή το βαθύτερο νόημά της, που εκείνος έχει συλλάβει. λοιπόν δεν τη μιμείται, αλλά την κατακτά πνευματικά».
Επομένως, ο όποιος καλλιτέχνης, ακόμα κι αν δημιουργεί κατά παραγγελία δεν μπορεί – δεν πρέπει να δεσμεύεται από τις κρατούσες απόψεις, ούτε καν κι από τις επιθυμίες του πελάτη που του έδωσε την παραγγελία. Αν ήταν έτσι, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, δεν θα ζωγράφιζε τα αριστουργήματα που τον έκαναν παγκοσμίως γνωστό και πρωτοποριακό καλλιτέχνη, ούτε θα αντιμετώπιζε γι’ αυτό τον κίνδυνο να καταδικαστεί σε θάνατο δια της πυράς από το δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης. Θα δεχόταν καρτερικά και δουλικά τις προσταγές της ισπανικής εκκλησίας και θα έφτιαχνε κάτι συμβατικό. Η χρυσή τομή δεν βρίσκεται στην πλήρη υποταγή ούτε στην προκλητική αδιαφορία. Ο επιτυχημένος καλλιτέχνης στον δημόσιο χώρο συνήθως συνυπολογίζει το πλαίσιο και το κοινό, όχι για να τα αντιγράψει ή να τα κολακεύσει, αλλά για να διαμορφώσει μια ουσιαστική «συνομιλία» μαζί τους, διατηρώντας παράλληλα την αυθεντικότητα και την προσωπική του αισθητική πρόταση. Κι αυτό διότι, όπως έλεγε και ο νομπελίστας μας Γ. Σεφέρης, «η διδασκαλία «η Τέχνη για την Τέχνη», κατάντησε να σημαίνει τη δουλειά ενός ανάπηρου ανθρώπου που φτιάνει αδειανά κομψοτεχνήματα κλεισμένος μέσα σ’ ένα αποστειρωμένο δωμάτιο. […] Την πνευματική τάξη δημιουργούν τα καλά έργα της τέχνης, περασμένα ή σημερινά[…]. Αν κοιτάξουμε λοιπόν τα συμπεράσματα που βγαίνουν από αυτά τα έργα, θα ιδούμε πως δεν είναι διόλου ξένα από τους αγώνες και τους πόθους της εποχής τους. «Ο μεγάλος καλλιτέχνης», όπως είπαν «δεν είναι της εποχής του, είναι αυτός ο ίδιος η εποχή του.».
Εδώ, όμως, ελλοχεύει ο κίνδυνος της απαξίωσης. Αν ο καλλιτέχνης έχει την πλήρη ελευθερία να πλάσει όπως εκείνος φαντάζεται το δημιούργημά του, ο απλός άνθρωπος, ο δέκτης του έργου απαγορεύεται να έχει κρίση και άποψη; Νομίζω πως όλοι θα συμφωνούσαμε πως κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αυταρχισμό και σε εποχές που κανείς δεν επιθυμεί να επανέλθουν. Όπως αναφέρει ο Κ. Παπαγεωργίου, «πρέπει ως άτομα και πολίτες να είμαστε σε θέση να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε ανεξάρτητα και κυρίαρχα και για τον λόγο αυτό φροντίζουμε να μαθαίνουμε γράμματα, να αναπτύσσουμε τον νου, την κρίση και το ήθος μας (να έχουμε μια κατασταλαγμένη αλλά όχι ανεξέταστη άποψη για το καλό), να καλλιεργούμε ως κοινωνία μια κοινή γλώσσα για να μπορούμε να επικοινωνούμε με επάρκεια, να είμαστε υγιείς, να ζούμε με ασφάλεια και ούτω καθεξής».
Εδώ, ας γίνει μια αναγκαία διευκρίνιση. Κρίση, άρα άποψη, μπορεί να έχει ο καθένας, σχετικός ή άσχετος, ειδήμων ή αδαής, μορφωμένος ή αμόρφωτος. Κριτική, μ’ άλλα λόγια τεκμηριωμένη κρίση και αξιολόγηση ενός έργου, με βάση συγκεκριμένα δεδομένα και κριτήρια, θα πρέπει να επιχειρεί μόνο όποιος μπορεί να εμφανίσει και να υποστηρίξει τα κριτήρια βάσει των οποίων ασκεί την κριτική και την αξιολόγησή του. Διότι, όπως έλεγε και ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, «…έργο του κριτικού είναι να κρίνει, δηλαδή να τάσσεται υπέρ ή κατά και να τοποθετείται τοποθετώντας». Υπό το πρίσμα αυτό, η τοποθέτηση (αν αποδόθηκε σωστά) του καλλιτέχνη ότι «δεν μπορώ να περιμένω να με κρίνει ο κάθε άσχετος» και ότι «δεν θα βάλω τον κάθε έναν να με κρίνει εάν είναι καλός ο Πήγασος» έχει νόημα μόνον αν αναφέρεται σε κριτικές που ασκήθηκαν ως αξιολογικές κρίσεις στο πνεύμα της κριτικής τοποθέτησης επί του έργου. Από εκεί και πέρα, κάθε πολίτης (κι εδώ είναι το μεγαλείο της δημοκρατίας) δικαιούται και πρέπει να έχει άποψη και να την εκφράζει. Αν, μάλιστα αυτή η άποψη εδράζεται και σε διαμορφωμένο αισθητικό κριτήριο, ακόμα καλύτερα, καθόσον θα έχει και ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η διαμόρφωση αυτού του αισθητικού κριτηρίου, ωστόσο, δεν αποτελεί ατομική υπόθεση ούτε ζήτημα τύχης, αλλά αναδεικνύεται ως θεμελιώδες χρέος της Πολιτείας. Επιβάλλεται να αναμορφωθεί ριζικά το εκπαιδευτικό σύστημα, με επίκεντρο την αναβάθμιση της καλλιτεχνικής παιδείας και την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης των νέων. Η μετάβαση από τη στείρα αποστήθιση και τους μηχανικούς τρόπους εξέτασης σε βιωματικές, διαδραστικές μεθόδους διδασκαλίας είναι η μόνη οδός για να περάσουμε από την επιφανειακή απόφανση στην ουσιαστική πρόσληψη της τέχνης. Μόνο μέσα από ένα σχολείο που εκπαιδεύει τις αισθήσεις και οξύνει το πνεύμα θα διαμορφώσουμε συνειδητοποιημένους πολίτες, ανθρώπους ικανούς όχι απλώς να καταναλώνουν εικόνες ή να εκφέρουν αφοριστικές γνώμες, αλλά να συνομιλούν δημιουργικά με τα έργα τέχνης, να υπερασπίζονται τη δημοκρατία του λόγου και να αξιολογούν τον δημόσιο χώρο με γνώση, σεβασμό και αισθητική ωριμότητα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ