Το 1983, με την ευκαιρία ενός σκάφους που είχα αποκτήσει, γνωρίστηκα με κάποιον Ιταλό που είχε ελλιμενίσει και αυτός το σκάφος του στο λιμανάκι έξω από το Κλειστό Ειρήνης και Φιλίας στον Πειραιά.
Κουβεντιάζαμε πολλά και διάφορα και κά-ποια στιγμή μού αποκάλυψε ότι αυτός το 1968 είχε πάει τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη από το Πόρτο Ράφτη στην Τουρκία. Δεν μπορώ να πω ότι τον πίστεψα, διότι όσα μου έλεγε δεν επιβεβαιώνονταν από κανένα χειροπιαστό αποδεικτικό στοιχείο. Την αμφιβολία μου επέτεινε το γεγονός ότι δεν μου είχε εξηγήσει τί τον συνέδεε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ώστε να δικαιολογείται μια τόσο σοβαρή και επικίνδυνη ενέργεια τον δεύτερο χρόνο της λεγόμενης επανάστασης των επίορκων αξιωματικών, που αν αποτύγχανε μπορούσε να έχει γι’ αυτόν ολέθρια αποτελέσματα.
Όπως μου είχε πει ήταν γαμπρός του Κωνσταντάρα που πωλούσε την δεκαετία του 1960 οικόπεδα σε διάφορα μέρη της Αττικής (οι παλαιότεροι θα θυμούνται το σλόγκαν «οικόπεδα με μια πεντάρα στου Κωνσταντάρα»). Τον Κωνσταντάρα τον γνώριζα σαν φίρμα, διότι είχε γραφείο στην οδό Νικηταρά και Θεμιστοκλέους όπου τα φοιτητικά χρόνια ήταν το στέκι πολλών Αρτινών φοιτητών με το ξενοδοχείο «ΑΡΤΑ» του αείμνηστου Λεωνίδα Τάτση να φιλοξενεί Αρτινούς που έρχονταν στην Αθήνα για δουλειές.
Είχε, λοιπόν, ο Ολιβιέρο από τον πεθερό του, μεταξύ άλλων, και ένα παραθαλάσσιο κτήμα τεσσάρων στρεμμάτων στο Πόρτο Ράφτη Αττικής, το οποίο εξυπηρετούσε ένας ηλικιωμένος κηπουρός. Σε κάποιο σημείο του κτήματος υπήρχε μια καλύβα, στην οποία ένα βροχερό βράδυ μετέφερε και εγκατέστησε κρυφά τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Ο κηπουρός, που ήταν έμπιστος του Ιταλού, πήγαινε τα απαραίτητα είδη διατροφής στον Μητσοτάκη με κάθε προφύλαξη μέχρι να έρθει η ώρα της απόδρασης. Στο μεταξύ τα διάφορα ΜΜΕ του εξωτερικού διέδιδαν ότι ο Μητσοτάκης θα αποδράσει από τα Χανιά προς την Αίγυπτο ή από τα Ιόνια νησιά προς την Ιταλία, ώστε να στρέψουν το ενδιαφέρον των διωκτικών αρχών σ’ αυτά τα σημεία διαφυγής.
Έτσι φθάσαμε στο βράδυ της 15ης Αυγούστου 1968. Τέτοιες «δουλειές» γίνονται εορταστικές ημέρες κατά τις οποίες χαλαρώνουν τα μέτρα ασφαλείας, οι κεφαλές της Χούντας ήταν σε πανηγύρια και δεν έδωσαν σημασία. Στα ανοιχτά της θάλασσας μεταξύ Ραφήνας και Πόρτο – Ράφτη ήταν αγκυροβολημένο ένα ταχύπλοο σκάφος περίπου 10 μέτρα με δυο μηχανές βενζίνης. Το σκάφος αυτό ήταν του Ανδρέα Παπανδρέου που το είχε αγοράσει για να δραπετεύσει από την Ελλάδα και το αγόρασε ο φίλος του Μητσοτάκη Θάνος Γιαννακάκης στο όνομα μιάς Παναμέζικης εταιρίας χωρίς να γνωρίζει ο Παπανδρέου ότι προορίζονταν για τον Μητσοτάκη.
Τα χρήματα για την αγορά του σκάφους τα έδωσε ο Γεώργιος Μαμιδάκης. Στο σκάφος επέβαιναν τέσσερα άτομα, δηλαδή ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με ψεύτικα στοιχεία ως Ronslonkuo Metalosis, ο Θάνος Γιαννακάκης και το ζεύγος Ολιβιέρο και Ζαχαρούλα Καρπενέτι. Μετά από κάποιες μικροπεριπέτειες (στο στενό της Χίου τούς χάλασαν και οι δύο μηχανές και τις επισκεύασε ο Καρπενέτι) πέρασαν στα χωρικά ύδατα της Τουρκίας και έδεσαν στο λιμάνι του Τσεσμέ. Εκεί τους συνέλαβαν οι Τουρκικές αρχές, αλλά ο Μητσοτάκης είχε το κόκκινο τηλέφωνο του τότε υπουργού εξωτερικών της Τουρκίας Τσαγκλαγιαγκίλ και του τηλεφώνησε. Αυτός έδωσε αμέσως εντολή στις Τουρκικές αρχές να πάνε τον Μητσοτάκη στην Άγκυρα και να φτιάξουν πλαστά έγγραφα στους άλλους τρεις προκειμένου να γυρίσουν στην Ελλάδα.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1968 από το Ελληνικό πρόγραμμα της ραδιοφωνίας της Βαυαρίας μεταδόθηκε συνέντευξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στον Παύλο Μπακογιάννη. Οι Χουντικές Αρχές Ασφαλείας αιφνιδιάστηκαν και άρχισαν να λένε πολλά και διάφορα, όπως ότι το σκάφος ανήκε σε Έλληνα μεγαλοεφοπλιστή και ότι απέπλευσε από τον Πειραιά. Εξάλλου, «Επείγον» και «Απόρρητο» Σήμα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Χίου προς την ΚΥΠ/Α/ιβ – ΚΥΠ/Ρ – ΓΔΕΑ – Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως αναφέρει ότι στις «16 Αυγούστου 1968 απεβιβάστησαν λάθρα Τσεσμέ Τουρκίας δια θαλαμηγού πιθανόν όνομα «Tιτρινίτυ» χρώματος μπλέ – μαύρο δύο Έλληνες αξιωματούχοι καταδιωκόμενοι δήθεν εξ Ελλάδος. Ούτοι επεβιβάσθησαν πάραυτα αυτοκινήτου κατευθυνθέντες Άγκυρα».
Από την 1η Αυγούστου 1968 είχε απαγορευθεί στον Αερολιμένα του Ελληνικού να αναχωρήσουν για την αλλοδαπή η πεθερά του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη Ντόρα Γιαννούκου, η οποία συνόδευε τα τέκνα του ανωτέρω, Ντόρα, γεννηθείσα το 1954, Αλεξάνδρα – Σταυρούλα, γεννηθείσα το 1956, Αικατερίνη, γεννηθείσα το 1959 και αβάπτιστον άρρεν τεσσάρων μηνών, ενώ παράλληλα κρατήθηκαν τα διαβατήριά τους παρά της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής.
Παρά τις κατ’ επανάληψη ερωτήσεις μου στον Ολιβιέρο, δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω τί σοβαρό τον συνέδεε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ώστε να παίξει το βράδυ της 15ης Αυγούστου 1968 το κεφάλι το δικό του και της συζύγου του με κίνδυνο να συλληφθούν από τη Χούντα. Δεν μπορώ, άλλωστε, να κάνω αβάσιμες υποθέσεις ότι ο ανωτέρω ενεργούσε ως πράκτορας ξένης χώρας.
Επειδή ενδέχεται κάποιοι αναγνώστες να αμφισβητήσουν την φιλία μου με τον Ολιβιέρο Καρπενέτι και κατ’ επέκταση όσα καταγράφω, τους πληροφορώ ότι ο ανωτέρω είναι γνώριμος σε κάποιους Αρτινούς φίλους. Από μένα φυσικά. Το 2003 τον συνάντησα στο μικρό λιμανάκι Νικιάνας, στη Λευκάδα, και κανόνισα μαζί του μια κρουαζιέρα στην περιοχή του Ιονίου με ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος 58 πόδια που είχε τότε. Στην κρουαζιέρα μετείχαν ο αείμνηστος Βασίλης Μπανταλούκας με την σύζυγό του Βάσω, η αείμνηστη κουνιάδα μου Αμαλία Γιαννάκη – Ευταξία με τον σύζυγό της Μίμη Γιαννάκη και εγώ με την σύζυγό μου, Βίκυ.
Και για του λόγου το αληθές δημοσιοποιώ φωτογραφία από εκείνη την κρουαζιέρα. Εγώ οδηγώ το σκάφος, στα δεξιά μου καθιστός ο Ολιβιέρο Καρπενέτι, πίσω μας όρθιοι, η αείμνηστη Αμαλία Γιαννάκη, η Βάσω Μπανταλούκα και ο αείμνηστος Βασίλης Μπανταλούκας. Την επόμενη χρονιά το καλοκαίρι επαναλήφθηκε η κρουαζιέρα με το σκάφος του Καρπενέτι και σ’ αυτή μετείχαν και ο Μάξιμος Μπανταλούκας με την σύζυγό του Βίκυ, όπως πιστοποιεί η δεύτερη φωτογραφία, όπου πιλοτάρει ο Ολιβιέρο και στο κόκπιτ είμαστε καθιστοί στο αριστερό εγώ και ο Μίμης Γιαννάκης και στο δεξιό ο Μάξιμος Μπανταλούκας.
*Ο Γιώργος Χαλκιάς
είναι επίτιμος δικηγόρος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ