Του Πρωτοπρεσβυτέρου Δημήτριου Αθανασίου (χημικού)

ΜΕΡΟΣ Α’

Εισαγωγή: Τον μήνα Ιούλιο, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά με ιδιαίτερη ευλάβεια τη μνήμη Αγίων, που έχουν συνδεθεί άρρηκτα στη συνείδηση των πιστών με την ιατρική επιστήμη και τη θεραπεία.
Κορυφαίες μορφές αυτής της περιόδου είναι οι Άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός (1η Ιουλίου), οι οποίοι αναδείχθηκαν πρότυπα ανιδιοτελούς προσφοράς θεραπεύοντας δωρεάν τους ασθενείς, η Αγία Παρασκευή (26 Ιουλίου), προστάτιδα των οφθαλμολογικών παθήσεων, και ο Άγιος Παντελεήμων (27 Ιουλίου), ο κατεξοχήν ιαματικός Μεγαλομάρτυρας που συνδύασε την ιατρική κατάρτιση με τη θεϊκή χάρη. Το εορτολογικό αυτό πνεύμα συμπληρώνεται από προσωπικότητες όπως η Αγία Μαρίνα (17 Ιουλίου), την οποία συχνά επικαλούνται για ιατρικά ζητήματα, αναδεικνύοντας τον διαχρονικό φιλανθρωπικό και θεραπευτικό ρόλο της Εκκλησίας προς τον πάσχοντα άνθρωπο.
Η σχέση μεταξύ Εκκλησίας και ιατρικής αποτελεί ένα από τα πλέον πολυσυζητημένα ζητήματα στη σύγχρονη εποχή. Στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η θεολογική παράδοση έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη ανθρωπολογία και σωματολογία, σύμφωνα με την οποία το ανθρώπινο σώμα δεν αποτελεί απλώς βιολογικό υπόστρωμα, αλλά «ναό του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6,19).
Με εφόδιο την εικοσαετή και πλέον διακονία μου στο μυστήριο της Εξομολογήσεως, η οποία διαρκώς τροφοδοτούνταν από τη μελέτη και τον ποιμαντικό προβληματισμό, επιχειρώ μια προσέγγιση στη σχέση Ορθόδοξης Εκκλησίας, Ιατρικής και Βιοηθικής. Στόχος μου είναι η εκλαϊκευμένη ανάλυση αυτών των καίριων ζητημάτων, σε θεολογικό και ποιμαντικό επίπεδο. Αναγνωρίζοντας την πολυπλοκότητα των θεμάτων, που απαιτούν πνευματική διάκριση και εμπειρία, οι θέσεις που καταθέτω δεν φιλοδοξούν να εξαντλήσουν το θέμα, ούτε να επιβληθούν ως αυθεντίες, αλλά να αποτελέσουν αφορμή για έναν γόνιμο διάλογο. Οποιοσδήποτε προβληματισμός ή αντίρρηση που τυχόν προκύψει, γίνεται δεκτός με σεβασμό, ως απαραίτητο στοιχείο αυτής της διαλογικής πορείας

Απαραίτητα ιστορικά στοιχεία
Η Ορθόδοξη Εκκλησία από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ανέπτυξε μια πλούσια φιλανθρωπική και θεραπευτική δραστηριότητα. Οι «διακονίες» της πρώιμης Εκκλησίας περιλάμβαναν τη φροντίδα των ασθενών, των πτωχών και των περιθωριοποιημένων. Οι πρώτοι χριστιανοί, μιμούμενοι τον Χριστό που «περιήγε πόλεις καὶ κώμας διδάσκων… καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν» (=σωματική εξασθένηση, την κακουχία, την αδυναμία ή κάποια χρόνια πάθηση). (Ματθαίος 9,35), ίδρυσαν τα πρώτα νοσοκομεία και ξενώνες.
Η Εκκλησία, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, δεν είναι απλώς ένας χώρος λατρείας, αλλά «νοσοκομείον ψυχῶν», όπου οι πιστοί προσέρχονται για να θεραπευθούν πνευματικά και σωματικά. Αυτή η διττή θεραπευτική διάσταση αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ορθόδοξης εκκλησιολογίας.
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτέλεσε το πεδίο, όπου η σύνδεση της εκκλησιαστικής παράδοσης με την ιατρική επιστήμη απέδωσε τα μέγιστα. Τα βυζαντινά νοσοκομεία (ξενοδοχεία, πτωχοκομεία, γηροκομεία) λειτουργούσαν υπό την εποπτεία της Εκκλησίας και συνδύαζαν την ιατρική φροντίδα με την πνευματική παρακολούθηση. Οι γιατροί της εποχής, όπως ο Αλέξανδρος Τραλλιανός και ο Ιωάννης Ακτουάριος, ενσωμάτωναν στην ιατρική τους πράξη και την πνευματική διάσταση της θεραπείας.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο έργο του Αγίου Σαμψώνος του Ξενοδόχου, ο οποίος ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη μεγάλο νοσοκομείο, καθώς και στους Αγίους Ανάργυρους, Κοσμά και Δαμιανό, οι οποίοι αποτελούν τους προστάτες Αγίους των γιατρών στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η λατρεία των Αναργύρων υπογραμμίζει την δυνατότητα της ιατρικής τέχνης να συνυπάρχει με τη χάρη του Θεού, χωρίς η μία να ακυρώνει την άλλη.

Θεολογική θεμελίωση της σχέσης Εκκλησίας και Ιατρικής
Η Ορθόδοξη προσέγγιση της ιατρικής δεν είναι αποσπασματική, αλλά εντάσσεται σε μια ολιστική θεώρηση του ανθρώπου.
Η Εκκλησία αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως ενότητα ψυχής και σώματος, απορρίπτοντας κάθε δυϊσμό. Καθώς το σώμα είναι «κατ’ εικόνα» Θεού και προορίζεται για την ανάσταση, η ιατρική φροντίδα δεν αποτελεί, απλώς, μια ηθική πράξη, αλλά μια εκκλησιαστική διακονία που σέβεται την αξία της ανθρώπινης υπόστασης.
Υπάρχει μια σαφής διάκριση μεταξύ της ιατρικής θεραπείας (αποκατάσταση σώματος) και της σωτηρίας (κοινωνία με τον Θεό). Ωστόσο, οι δύο αυτές έννοιες δεν αντιπαρατίθενται. Το παράδειγμα του Χριστού, που θεράπευε το σώμα προσφέροντας παράλληλα πνευματική λύτρωση, καθιστά την ιατρική επιστήμη αναγκαία, αλλά όχι αυτοσκοπό, καθώς ο τελικός σκοπός του ανθρώπου υπερβαίνει τη βιολογική υγεία.
Σύμφωνα με την πατερική παράδοση (πχ Μέγας Βασίλειος, Άγιος Μάξιμος), η θεία χάρις δεν καταργεί, αλλά αγιάζει τη φύση. Η ιατρική ως επιστήμη της φύσης λειτουργεί συμπληρωματικά προς την πνευματική ζωή. Η επιστημονική γνώση είναι ευπρόσδεκτη, εφόσον χρησιμοποιείται με διακονικό πνεύμα και δεν υποκαθιστά την εμπιστοσύνη του ανθρώπου προς τον Θεό.

Η ιατρική ως διακονία
Στη σημερινή εποχή, η Εκκλησία καλείται να ξεχωρίζει την ιατρική επιστήμη από την ιατρική που μετατρέπεται σε ιδεολογία. Με άλλα λόγια, η Εκκλησία οφείλει να διακρίνει πότε η ιατρική λειτουργεί πραγματικά ως επιστήμη και πότε χρησιμοποιείται για να επιβάλει συγκεκριμένες αντιλήψεις για τη ζωή.
Όταν η ιατρική ακολουθεί οικονομικά συμφέροντα ή προωθεί απόψεις για τον άνθρωπο που έρχονται σε αντίθεση με την Ορθόδοξη παράδοση, η Εκκλησία οφείλει να κρατά μια κριτική στάση. Αντίθετα, όταν η ιατρική υπηρετεί με αγάπη τον άνθρωπο που υποφέρει, η Εκκλησία την θεωρεί πολύτιμο συνεργάτη στο έργο της.
Στο πλαίσιο αυτό, η Εκκλησία κάνει μια διάκριση ανάμεσα στη «θεραπεία» και τη «φροντίδα»: η ιατρική επικεντρώνεται στο να θεραπεύσει το σώμα, ενώ η Εκκλησία προσφέρει πνευματική φροντίδα μέσα από την προσευχή, τα μυστήρια, όπως το Ευχέλαιο, και την ουσιαστική ανθρώπινη παρουσία δίπλα στον ασθενή. Το ιδανικό είναι αυτές οι δύο προσεγγίσεις να ενώνονται, προσφέροντας έτσι μια ολοκληρωμένη στήριξη σε όσους έχουν ανάγκη.

Το μυστήριο του Ευχελαίου
Το μυστήριο του Ιερού Ευχελαίου αποτελεί την εκκλησιαστική έκφραση της θεραπευτικής παρουσίας του Χριστού. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, το Ευχέλαιο δεν αποκλείει την ιατρική φροντίδα, αλλά την περιλαμβάνει στη σφαίρα της εκκλησιαστικής ζωής. Ο ασθενής καλείται να συνδυάζει την ιατρική αγωγή με την πνευματική ζωή, την εξομολόγηση, τη Θεία Κοινωνία και την προσευχή.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, στο Ευχολόγιόν του, επισημαίνει ότι το Ευχέλαιο δεν αποτελεί υποκατάστατο της ιατρικής, αλλά «συνεργόν» αυτής. Η ταυτόχρονη προσφορά ιατρικής και πνευματικής φροντίδας αποτελεί την πληρέστερη έκφραση της εκκλησιαστικής διακονίας στον ασθενή.

Ιατρική και θεολογία σε διάλογο
Στην Ορθόδοξη παράδοση, η σχέση μεταξύ πίστης και επιστήμης δεν χαρακτηρίζεται από διαχωρισμό ή σύγκρουση, αλλά από μια βαθιά ενότητα. Η ιατρική επιστήμη, μελετώντας το θαύμα της ανθρώπινης δημιουργίας, λειτουργεί ουσιαστικά ως «φυσική θεολογία», καθώς ανακαλύπτει την πολυπλοκότητα και το κάλλος που εμπεριέχονται στον άνθρωπο. Για τον πιστό γιατρό, η επιστημονική άσκηση δεν αποτελεί μια απλή τεχνική διεκπεραίωση ιατρικών πράξεων, αλλά ένα ιερό λειτούργημα, μια διακονία που, μέσα από τη φροντίδα του πάσχοντος, οδηγεί στη δοξολογία του Δημιουργού.
Για να παραμείνει ο διάλογος μεταξύ αυτών των δύο χώρων γόνιμος, είναι απαραίτητο να βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό των διακριτών ορίων. Η ιατρική επιστήμη οφείλει να αναγνωρίζει τα υπαρξιακά όρια της θνητότητας, αποδεχόμενη ότι η τεχνολογική ισχύς δεν ταυτίζεται με την απόλυτη κυριαρχία επί της ζωής. Αντιστοίχως, η Εκκλησία οφείλει να σέβεται την πλήρη επιστημονική αυτονομία της ιατρικής, απέχοντας από την επιβολή θεολογικών κρίσεων σε καθαρά τεχνικά, κλινικά ή επιστημονικά ζητήματα.
Το κοινό σημείο αναφοράς, όπου ιατρός και ιερέας συναντώνται, είναι το πρόσωπο του ασθενούς. Σε αυτή τη συνάντηση, ο πάσχων παύει να αντιμετωπίζεται ως μια απρόσωπη «ιατρική περίπτωση» ή ένας κωδικός πάθησης και αναδεικνύεται στην πληρότητα της οντότητάς του ως «πρόσωπο». Η συνεργασία μεταξύ της ιατρικής φροντίδας του σώματος και της ποιμαντικής μέριμνας της ψυχής δεν αποτελεί απλώς μια παράλληλη δράση, αλλά συνιστά την πληρέστερη έκφραση της χριστιανικής αγάπης, αποβλέποντας στην ολιστική στήριξη του ανθρώπου που δοκιμάζεται.

Η βιοηθική ως θεολογικό πεδίο
Η βιοηθική σήμερα είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα, γιατί η επιστήμη τρέχει πιο γρήγορα από ό,τι μπορεί να προλάβει η ανθρώπινη σκέψη. Με τις νέες ανακαλύψεις στη γενετική, στην τεχνητή νοημοσύνη και στην ιατρική, γεννιούνται ερωτήματα που δεν ξέρουμε πώς να απαντήσουμε: «Είναι σωστό να αλλάζουμε τη φύση μας; Πού είναι τα όρια της ιατρικής;» Για την Εκκλησία, το θέμα αυτό δεν λύνεται με το να πούμε απλά «αυτό επιτρέπεται» και «αυτό απαγορεύεται». Δεν πρόκειται για μια λίστα με κανόνες, αλλά για κάτι πολύ πιο βαθύ.
Ο άνθρωπος, για τη θεολογία, δεν είναι ένα «πράγμα» ή ένα βιολογικό μηχάνημα που μπορούμε να το ανοίγουμε και να το διορθώνουμε όπως θέλουμε, αλλά ένα «πρόσωπο», δηλαδή μια μοναδική εικόνα του Θεού. Η Εκκλησία δεν θέλει να βάζει «ταμπέλες», ούτε να απαγορεύει την επιστήμη. Αντίθετα, θεωρεί την ιατρική ευλογία, όταν βοηθά τον άνθρωπο που πονάει. Το ζητούμενο είναι η διάκριση: να ξεχωρίζουμε πότε η επιστήμη υπηρετεί πραγματικά τη ζωή και πότε προσπαθεί, από εγωισμό, να κάνει τον άνθρωπο να παίρνει τη θέση του Θεού.
Το σώμα μας δεν μάς ανήκει, απλώς, για να το διαχειριζόμαστε, όπως θέλουμε, αφού θεωρείται «ναός» του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και οφείλουμε σεβασμό στη ζωή από την αρχή της μέχρι το τέλος της. Επιπλέον, ενώ σήμερα πολλοί προσπαθούν να νικήσουν τον θάνατο με την τεχνολογία, η θεολογία μάς θυμίζει ότι είμαστε πλάσματα που έχουν τα όριά τους. Δεν χρειάζεται να προσπαθούμε να γίνουμε «αθάνατοι» μέσα από τα μηχανήματα, αλλά να ζούμε έχοντας σχέση με τον Θεό.
Με λίγα λόγια, η Εκκλησία δεν λέει «σταματήστε την επιστήμη», αλλά τονίζει ότι κάθε νέα ανακάλυψη πρέπει να μας κάνει να αναρωτιόμαστε, αν αυτό που κάνουμε μάς φέρνει πιο κοντά στον Θεό και στους άλλους ανθρώπους, ή αν μάς κάνει πιο απομονωμένους και εγωιστές. Η βιοηθική για έναν χριστιανό είναι, τελικά, μια στάση ζωής: να βάζουμε την αγάπη και τον σεβασμό για το πρόσωπο πάνω από την απλή τεχνική ικανότητα.

Η προστασία της ανθρώπινης ζωής: Από τη σύλληψη έως τον φυσικό θάνατο – Η θεολογική θεμελίωση της αξίας της ζωής
Η Ορθόδοξη θεολογία αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή ως δώρο του Θεού και ως αγαθό που δεν ανήκει στον άνθρωπο, αλλά τού έχει εμπιστευθεί. Η ζωή δεν είναι ιδιοκτησία, αλλά «δάνειον» (χρέος) προς τον Δημιουργό. Αυτή η θεολογική αντίληψη έχει άμεσες επιπτώσεις σε όλα τα βιοηθικά ζητήματα.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο Περί των εν πίστει δογμάτων, διδάσκει ότι η ζωή είναι «χάρισμα Θεού» και ότι ο άνθρωπος δεν έχει εξουσία επ’ αυτής. Η εξουσία επί της ζωής ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, ο οποίος είναι «ζωοδότης» και «ζωάρχης» (=αρχηγός της ζωής). Αυτή η διδασκαλία αποτελεί το θεμέλιο της Ορθόδοξης στάσης απέναντι σε κάθε απόπειρα ανθρώπινης παρέμβασης στην έναρξη ή τη λήξη της ζωής.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία υιοθετεί την αρχή της αδιαιρέτου προστασίας της ανθρώπινης ζωής από τη σύλληψη έως τον φυσικό θάνατο. Αυτή η αρχή δεν αποτελεί απλώς ηθική επιταγή, αλλά θεολογική συνέπεια της ορθόδοξης ανθρωπολογίας. Ο άνθρωπος, ως εικόνα του Θεού, φέρει αξία ανεξάρτητα από το στάδιο της βιολογικής του ανάπτυξης ή την ποιότητα της ζωής του.
Η αρχή αυτή διακρίνει την ορθόδοξη βιοηθική από ορισμένες δυτικές προσεγγίσεις που εισάγουν διακρίσεις μεταξύ «προσώπου» και «ανθρώπινου όντος» ή που υιοθετούν κριτήρια «ποιότητας ζωής». Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, κάθε ανθρώπινη ζωή, από τη στιγμή της σύλληψης, είναι πρόσωπο με αναφορά στον Θεό.
Βιοηθικά θέματα που θα διερευνήσουμε: Α. Η ιατρική αντισύλληψη ως ποιμαντικό θέμα. Β. Η στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στον προγεννητικό έλεγχο. Γ. Η Άμβλωση: Θεολογική και Βιοηθική Προσέγγιση. Δ. Ευθανασία. Ε. Η Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή. ΣΤ. Η Γενετική Παρέμβαση και η Επεξεργασία του Ανθρωπίνου Γονιδιώματος. Ζ. Η Μεταμόσχευση Οργάνων. Η. Η Ψυχιατρική και η Ψυχική Υγεία Θ. Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην Ιατρική
ΠΗΓΕΣ. 1. Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου. «Η Χριστιανική οικογένεια. Εκδόσεις ΜΥΡΤΟΣ. 2. πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου ΑΓΙΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ. Εκδόσεις; ΜΥΡΤΟΣ.
Συνέχεια στο επόμενο φύλλο…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ