Πάνω από δέκα γειτόνισσες είχε καλεσμένες στο σπίτι της η κ. Αγλαΐα για καφέ, γλυκό και παγωτό. Είχε ανάγκη να μοιραστεί με άλλους μία μεγάλη της χαρά. Προηγήθηκε η βάπτιση του έβδομου δισέγγονου (Βαγγέλης το όνομα). Στη συντροφιά αυτή βρέθηκε και η δική μου σύζυγος, που με έβαλε με λόγια και εικόνες στο γιορτινό κλίμα τής ημέρας.
«Ήταν ένα κέρασμα και γλυκό χαράς. Όλες οι αγαπητές της γειτόνισσες – εδώ εξακολουθεί να λειτουργεί ακόμα η παλιά γειτονιά – της έσφιξαν το χέρι, τη φίλησαν κι αντάμωσαν τη ζεστή ματιά της. Μας χάρισε τις αλήθειες της σαν ένα εννιάχρονο κορίτσι και τη θαυμάσαμε. Καταθέσαμε τον σεβασμό και την αγάπη μας, της είπαμε ότι είναι η καλύτερη, γιατί στο πρόσωπό της είδαμε άλλη μια φορά την αιωνιότητα της Ελληνίδας μάνας, γιαγιάς και προγιαγιάς».
Μετά από αυτή τη γυναικεία εμπειρία, ήταν δυνατόν να χάσω την ευκαιρία και να μη γευτώ κι εγώ ετεροχρονισμένα το κέρασμα και την ευγενική μορφή της, καθότι γνωριζόμαστε καλά από χρόνια; Η συνάντηση στην ταπεινή μονοκατοικία της ήταν σαν ένα μαγικό αεράκι που σού καθαρίζει την ψυχή. Νιώθεις να σε εμπνέει ένας μικρός παράδεισος. Καθίσαμε στους ξύλινους καναπέδες της βεράντας. Παρά την απόσταση των δύο μέτρων που μας χώριζε, η κ. Αγλαΐα σε κάνει να νιώθεις μια αγκαλιά διαρκείας με ένα βαθύ χαμόγελο. Ένα γέλιο πρόσωπο ανθισμένο από άκρη σε άκρη. Οι πολυκατοικίες γύρω μπορεί να κρύβουν τον ορίζοντα, αλλά τι με αυτό; Είναι πλημμυρισμένος με φως ο μέσα κόσμος της. Μπορεί οι λέξεις να μη λένε πάντα την αλήθεια, αλλά εδώ λένε. Λένε γιατί στις έννοιες Γιαγιά και Κυρία έδωσε το πιο γλυκό νόημα.
«Κοντεύω τη δέκατη δεκαετία της ζωής μου, έχω φροντίδα από τα παιδιά μου όταν τη χρειαστώ, είμαι γερή, γερνώ με αξιοπρέπεια κι έχω συντροφιά κι ένα μπαστουνάκι για καλό και για κακό (ακολουθούν γέλια…). Εγώ δεν έκανα παιδιά να με γηροκομήσουν και γι’ αυτό, όπως βλέπεις, με βρίσκεις μόνη μου. Ο άνδρας μου έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Το δάνειο της ζωής δεν το σπατάλησα. Το επένδυσα σε παιδιά (τρία), σε εγγόνια (εννιά) και σε δισέγγονα (επτά, εκ των οποίων η μεγαλύτερη πηγαίνει στην τρίτη Γυμνασίου!). Κι αν με αξιώσει ο Θεός, ας δω και τρισέγγονα (πάλι γέλια χαράς…). Είμαι ευγνωμονούσα που μπορώ και υπάρχω, αφού δεν κηρύχθηκα ακόμα ως υπεράριθμη, και αυτό μου φτάνει. Και για ένα καλό όνομα δεν ζούμε;».
Όσο μιλούσε, λες και τη γλώσσα της την κινούσε κάτι ανώτερο. Κουβαλά θησαυρούς στις αποσκευές της ψυχής της. Είναι η κυρά του σπιτιού με τις σκέψεις και τις μνήμες νοτισμένες από τη ζωή του χωριού, της σημερινής πόλης, της Αθήνας, όπου εργάστηκε για τριάντα τόσα χρόνια ως μαγείρισσα και ζαχαροπλάστισσα. Μιλά συνέχεια για τους ζωντανούς και όχι για τους πεθαμένους συνομηλίκους της, που τώρα βρίσκονται μέσα στη βαθιά σιωπή τους. Περίεργο που τον θάνατο τον έχει σπρώξει πέρα και δεν τον «μελετά»!
Δεν είναι η γριά της κοινότητας. Εισπράττει δικαίως τον θαυμασμό, τη συμπάθεια και τον σεβασμό από τις παρέες της που την αποτελούν νεότερα σε ηλικία μέλη. Ο ημερολογιακός της χρόνος δεν συμβαδίζει με τον μέσα χρόνο της. Εξακολουθεί και τον γεμίζει με ομορφιά. Απολαμβάνει την κάθε στιγμή της μέσα σε πέλαγα ηρεμίας. Μαζεύει μία – μία τις μέρες της και τις φορά κολιέ στον αγέραστο λαιμό της. Α! Της αρέσει να χορεύει και τα «Τζουμέρκα μου περήφανα».
Έχει άβαφα τα κάτασπρα από του χρόνου τη φυσική μπογιά μαλλιά της. Το γήρας η κ. Αγλαΐα από δράμα το έκανε ωραιότητα. Έχει ίσκιο, καρδιά μάλαμα, είναι καλοσυνάτη και λαχταρά για κουβεντολόι. Αντανακλά θέρμη και βγάζει τη χαμογελαστή πλευρά των ανθρώπων που συναντά. Τα εγγόνια και τα δισέγγονα, κάθε φορά που τη συναντούν, δέχονται την αγκαλιά της και την αγάπη σαν δώρο, σαν ευλογία. Χρήσιμη στους γύρω της, τους ανήμπορους, κορυφαία για τη σπουδαία κοινωνική προσφορά της. Θα πει πολλές καλημέρες και θα εισπράξει αντίδωρα από καρδιάς. Ατρόμητη ταξιδιώτισσα χωρίς ανασφάλειες. Ξεκινά μόνη της με τη δημόσια συγκοινωνία και αλωνίζει τη χώρα για να συναντήσει τους αγαπημένους της. Μία στη Μακεδονία, μία στην Κρήτη, μία στην Αττική και μία στην άλλη άκρη της Ηπείρου. Τα εγγόνια της τήν καλούν από Ευρωπαϊκές χώρες όπου είναι σκορπισμένα, αλλά δεν το αποτολμά. Τέτοια ταξίδια τής πέφτουν μακριά, όπως είπε.
«Βολεύομαι με τη μικρή μου σύνταξη και δεν στερούμαι πράγματα. Τα ακριβά αγαθά δεν είναι για όλους. Εάν οι πολιτικοί δεν μου την είχαν πετσοκόψει, θα ζούσα καλύτερα. Δούλεψα και έκανα θυσίες στη γεμάτη μου ζωή για την οικογένεια και τα γηρατειά. Μωρέ, πώς περάσανε τόσο γρήγορα τα χρόνια;».
Υπάρχουν πολλές που αποκαλούνται γύρω μας κυρίες, όμως η Κυρία με κεφαλαίο Αγλαΐα είναι μία κατηγορία μόνη της. Είναι ένα σύμβολο και μια ηρωίδα ζωής.
Έφυγα σαστισμένος από την ευεργετική, σχεδόν θαυματουργή επίδραση που αφήνει πάνω σου αυτή η Ελληνίδα γυναίκα. Ο άνθρωπος που αναζητά την ομορφιά, μπορεί να τη βρει γύρω του άφθονη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ