Δύο πρόσφατα γεγονότα της επικαιρότητας έφεραν ξανά στο προσκήνιο τον παλαιόθεν υπαρκτό προβληματισμό σχετικά με το κατά πόσον πρέπει ή όχι να κυριαρχεί στις ανθρώπινες κοινωνίες το δίκαιο του ισχυρού, επιλεγόμενο και ως «δίκαιο της πυγμής». Το πρώτο γεγονός είναι η θλιβερή επέτειος μνήμης των θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών.
Η τριετής πορεία της όλης διαδικασίας σχετικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης και την απόδοση ευθυνών, καταδεικνύει ότι βρισκόμαστε σε μια καταφανή περίπτωση ισχύος του δικαίου της πυγμής, όπου η κυβέρνηση, με τη δύναμη που της δίνει η εξουσία που διαθέτει, επιβάλλει τα «θέλω» της, με ανομολόγητο, αλλά προφανή, στόχο να μη λογοδοτήσει κανένα πολιτικό πρόσωπο και να μην αποδοθούν ποινικές ευθύνες σε πολιτικούς. Είναι αυτό που ευθέως τόνισε πρώην υπουργός, ότι το ζήτημα των Τεμπών κρίθηκε με τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 2023.
Ανεξάρτητα από τη βούληση του λαού, η κυβέρνηση αποφασίζει ερήμην του ό,τι τη συμφέρει, ενώ έτερος υπουργός βαυκαλίζεται ότι αυτός εκπροσωπεί το λαό (όλο συνολικά) ως αιρετός εκπρόσωπός του. Πάλι καλά που δεν ανέφερε, όπως ο Λουδοβίκος της Γαλλίας κάποτε, «ο λαός είμαι εγώ»!
Το δεύτερο γεγονός είναι η αιφνίδια επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν, με ό,τι αυτή συνεπάγεται σε διεθνές επίπεδο. Ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύει το καθεστώς του Ιράν και η ισλαμιστική του αντιμετώπιση ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ελευθερίες, τη δημοκρατία, την ανεκτικότητα κοκ, η πρακτική της στρατιωτικής επέμβασης μιας ισχυρής δύναμης σε ένα οποιοδήποτε κράτος με στόχο τη διασφάλιση των συμφερόντων της, αποτελεί κατάφωρη παραβίαση κάθε δικαίου και σαφή εφαρμογή του δικαίου της πυγμής. Δεν θέλω να μπω, αυτή τη στιγμή, στην ουσία των δύο προβλημάτων. Θα ήθελα, όμως, να τονίσω πως βαδίζουμε αργά αλλά σταθερά προς μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση. Να παγιωθεί το δίκαιο της πυγμής ως αξία, πράγμα που θα έχει ολέθρια αποτελέσματα.
Πολλοί μπορεί να νομίζουν πως αυτό είναι φυσικό και αναπόφευκτο, όμως δεν έχουν δίκιο. Αντιγράφω από το βιβλίο του μεγάλου σοφού μας, Ευάγγελου Παπανούτσου, «Το Δίκαιο της πυγμής»: «Η δύναμη αλλά και η αδυναμία της θεωρίας του “δικαίου της πυγμής” είναι το επιχείρημά της ότι η βία που επιβάλλει τον ισχυρό και εξοντώνει τον αδύνατο δεν είναι μόνο γεγονός αλλά και αξία· και βέβαιη αξία, επειδή το γεγονός είναι αναμφισβήτητο». Όμως, όπως τονίζει ο μεγάλος σοφός μας, «από αυτό που “γίνεται”, και μάλιστα από αυτό που “γίνεται ως τώρα”, δεν είναι λογικά επιτρεπτό να συμπεράνεις με βεβαιότητα ότι τούτο “θα γίνεται και στο μέλλον”, και πολύ λιγότερο ότι τούτο “αξίζει και πρέπει να γίνεται”.
Αν ο άνθρωπος φέρθηκε ως τώρα με αγριότητα και απερισκεψία όπως όλα τα θηρία, και όταν καταλαβαίνει ότι έχει την υπεροχή, λύνει τις διαφορές του με τη βία, το γεγονός αυτό δεν σου δίνει το λογικό δικαίωμα να περιμένεις ότι θα επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον και πολύ λιγότερο να υποστηρίζεις ότι πρέπει να επαναλαμβάνεται». Και προσθέτει ο Παπανούτσος: «Το κήρυγμα “κατά φύσιν ζην” ή “επιστροφή στη Φύση” δεν είναι αποτελεσματικό, ούτε πάντοτε φρόνιμο. Όχι μόνο γιατί ο άνθρωπος με την κοινωνική οργάνωση και την πνευματική του εξέλιξη απομακρύνθηκε οριστικά και ανέκλητα από τη “φυσική κατάσταση” και δεν εξαρτάται από την θέληση του να ξαναγυρίσει σ’ αυτήν, αλλά και για έναν άλλο σπουδαιότερο λόγο. Το “φυσικό” δεν είναι κατ’ ανάγκη και “αξιόπρακτο”. Οι πολιτισμένοι άνθρωποι έμαθαν (με τον ιδρώτα και το αίμα τους) να μην ταυτίζουν τις δύο έννοιες ούτε κατά το πλάτος ούτε κατά το βάθος τους».
Η επικράτηση του «δικαίου της πυγμής» αποτελεί μια διαχρονική απειλή για τη συνοχή κάθε πολιτισμένης κοινότητας, καθώς η επιβολή του ισχυρού στρέφεται αναπόφευκτα εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Όταν η ισχύς αντικαθιστά τη δικαιοσύνη, η κοινωνία παύει να λειτουργεί ως ένα προστατευτικό πλαίσιο για τον πολίτη και μετατρέπεται σε μια άναρχη αρένα, όπου η αυθαιρεσία και ο φόβος καταλύουν κάθε έννοια ισονομίας. Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι η μονομερής επιβολή της θέλησης του δυνατότερου δεν παράγει σταθερότητα, αλλά γεννά αδικία, κοινωνικές ανισότητες και μόνιμη ανασφάλεια. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ευημερία των πολλών θυσιάζεται στον βωμό των επιδιώξεων των λίγων, οδηγώντας στη διάβρωση των θεσμών και στην τελική αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού, αφού κανένα σύνολο δεν μπορεί να προοδεύσει αν η επιβίωσή του εξαρτάται αποκλειστικά από την ωμή βία.
Την κατάσταση αυτή έχει περιγράψει πολύ παραστατικά ο αρχαίος σοφιστής Πρωταγόρας, στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, ως εξής: «οι άνθρωποι τον πρώτο καιρό ζούσαν σκόρπιοι, πολιτείες όμως δεν υπήρχαν. Έτσι τους αφάνιζαν τα θηρία, γιατί, σ’ όλα τα σημεία ήταν πιο δυνατά απ’ αυτούς· κι η βιοτεχνία τους τούς βοηθούσε βέβαια σ’ ό,τι χρειάζονταν για να βρουν την τροφή τους, όμως δεν μπορούσε να τους σώσει στον πόλεμο με τα θηρία· κι αιτία ήταν που δεν κάτεχαν ακόμη την πολιτική τέχνη[…]· τότε ένιωσαν την ανάγκη να συγκεντρώνονται και να χτίζουν πολιτείες, για να σωθούν. Όμως, όποτε συγκεντρώνονταν, αδικούσε ο ένας τον άλλο, μια και δεν είχαν την πολιτική τέχνη, κι έτσι πάλι σκορπίζονταν και τους έτρωγαν τα θηρία» (μετάφραση Η. Σπυρόπουλος).
Ακριβώς για να αποφευχθεί αυτή η χαοτική κατάσταση, οι άνθρωποι επέλεξαν να συγκροτήσουν οργανωμένες κοινωνίες, θέτοντας ως θεμέλιο λίθο τον νόμο και τη συλλογική βούληση αντί της ατομικής ισχύος. Η μετάβαση από την «κατάσταση της φύσης» στην πολιτισμένη συμβίωση έγινε με σκοπό να διασφαλιστεί ότι η επίλυση των διαφορών θα βασίζεται στη λογική και στον διάλογο, και όχι στην επιβολή του ισχυρότερου. Η επιστράτευση της λογικής αποτελεί το μοναδικό ανάχωμα απέναντι στα ένστικτα που οδηγούν στη σύγκρουση και την καταστροφή.
Αν οι άνθρωποι απεμπολήσουν την ορθολογική αντιμετώπιση των προβλημάτων τους και επιστρέψουν στην πρακτική της πυγμής, κινδυνεύουν να οδηγηθούν σε έναν αυτοκαταστροφικό κύκλο βίας που θα ακυρώσει κάθε κατάκτηση του πολιτισμού. Η ειρηνική συνύπαρξη απαιτεί την αναγνώριση ότι η πραγματική δύναμη μιας κοινωνίας δεν κρύβεται στους μυς ή στα όπλα, αλλά στην ικανότητά της να προασπίζεται το δίκαιο μέσω της σύνεσης. Η διολίσθηση προς το δίκαιο της πυγμής – είτε αυτή εκδηλώνεται στις δικαστικές αίθουσες και τις κυβερνητικές αποφάσεις είτε στα πεδία των διεθνών συρράξεων – δεν αποτελεί ένδειξη ισχύος, αλλά ομολογία πολιτισμικής ήττας. Αν επιτρέψουμε στον κυνισμό να αντικαταστήσει την ηθική και στην αυθαιρεσία να καταπιεί το δίκαιο, τότε η «πολιτική τέχνη» για την οποία μιλούσε ο Πρωταγόρας θα χαθεί οριστικά, αφήνοντάς μας ξανά βορά στα «θηρία» της δικής μας επινόησης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ