Με τη ζωντανή ιστορία ήρθαν αντιμέτωποι μαθητές και μαθήτριες του γυμνασίου Νεοχωρίου που συμμετείχαν στο πρόγραμμα «stolen memory» (κλεμμένη μνήμη), δηλαδή την παγκόσμια εκστρατεία που υλοποιεί στην Ελλάδα η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας και το Διπλωματικό Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών, σε συνεργασία με τα Αρχεία Arolsen (Arolsen Archives – International Center on Nazi Persecution).
Ρεπορτάζ: Βίκυ Καινούργιου
Στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαιδευτικές κοινότητες αναλαμβάνουν να ερευνήσουν την ιστορία κρατουμένων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχοντας από τα Αρχεία Aroslen ένα όνομα και κάποια αντικείμενα, ώστε να τα ταυτοποιήσουν με τους κατόχους τους και στη συνέχεια να αναζητήσουν απογόνους.
Το γυμνάσιο Νεοχωρίου αποδέχθηκε ασμένως την πρόσκληση συμμετοχής στο πρόγραμμα και το ολοκλήρωσε με εξαιρετική επιτυχία. Ως στοιχείο είχε στη διάθεσή του από τα εν λόγω Αρχεία ένα δαχτυλίδι και μια βέρα με τα αρχικά Χ.Τ. Αναζητούσε τον καπνεργάτη Χρήστο Τακτικό που τα ίχνη του χάθηκαν στο στρατόπεδο (Neuengamme) Νόιενγκάμμε πριν από 83 χρόνια. Τον ταυτοποίησαν και στη συνέχεια εντόπισαν τον απόγονό του.
Στην εκδήλωση που διοργάνωσαν η γενική γραμματεία Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας και η υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, παρέδωσαν τα κειμήλια στον γιό του Αντώνη Τακτικό, που είχε αφήσει πίσω του βρέφος πέντε μόλις μηνών. Με βαθύτατη συγκίνηση, ο 83χρονος σήμερα Αντώνης Τακτικός, δήλωσε: «Όταν έλαβα το τηλεφώνημα… έπεσα από τα σύννεφα. Ήταν σαν να είδα τον πατέρα μου. Δεν το περίμενα, μετά από 83 χρόνια. Μόνο μία φωτογραφία είχα» και πρόσθεσε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ: «Για εμένα είναι μεγάλη τιμή. Είμαι 83 χρόνων και για 83 χρόνια δεν είχα τον πατέρα μου. Η εύρεση αυτών των αντικειμένων είναι σημεία ζωής».
Και… «θάλαμοι υπαρχόντων»
Ο Αντώνης Τακτικός μεγάλωσε με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του πατέρα του μπροστά από τον Λευκό Πύργο. Ήταν βρέφος όταν στην Κατοχή ο Χρήστος έφυγε για να εργαστεί στην Αθήνα ως καπνεργάτης και χάθηκαν τα ίχνη του. Μετά από 83 χρόνια, χάρη στο πρόγραμμα που υλοποιήσαν οι μαθητές του γυμνασίου Νεοχωρίου, έμαθε όλη την ιστορία και μπόρεσε να κρατήσει στα χέρια του τη βέρα και το δαχτυλίδι του.
Αυτά διασώθηκαν στο φάκελο με τα «υπάρχοντα», όπως τα αποκαλούσαν οι ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η επικεφαλής δημοσίων σχέσεων των Αρχείων Arolsen (Arolsen) δρ. Άνκε Μίνστερ, η οποία παρέστη στην εκδήλωση και παρέδωσε μαζί με τους μαθητές τα τεκμήρια, επισήμανε σχετικά: «Πέρα από τα κλασικά αρχειακά ντοκουμέντα, τα Αρχεία Arolsen διατηρούν μια μικρή αλλά εξαιρετικά ιδιαίτερη συλλογή: Τα λεγόμενα “υπάρχοντα”. Πρόκειται για ρολόγια τσέπης, βέρες, στυλό, οικογενειακές φωτογραφίες, ήτοι προσωπικά αντικείμενα που είχαν μαζί τους οι άνθρωποι τη στιγμή της σύλληψής τους. Συχνά αποτελούν την τελευταία περιουσία ανθρώπων που φυλακίστηκαν και, σε πολλές περιπτώσεις, δολοφονήθηκαν από τους ναζί.
Τα Ες-Ες αφαιρούσαν τα προσωπικά αντικείμενα και τα αποθήκευαν στους λεγόμενους “θαλάμους υπαρχόντων”. Προς το τέλος του πολέμου, πολλοί από αυτούς καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν. Ωστόσο, χάρη σε μια αλληλουχία συγκυριών, ορισμένα διασώθηκαν, κυρίως από τα στρατόπεδα Νταχάου και Νόιενγκαμμε».
Δυνατή ομάδα
Οχτώ νεαρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, αποτέλεσαν την πιο δυνατή ομάδα έρευνας του γυμνασίου Νεοχωρίου. Έκαναν την ιστορία αυτή δική τους υπόθεση και εργάστηκαν συστηματικά στο πλαίσιο του προγράμματος υπό την καθοδήγηση των εκπαιδευτικών τους Αικατερίνη Αντωνίου (διευθύντρια του σχολείου) και Ελευθερία Γρίβα.
Συγκέντρωσαν τεκμήρια από τα Αρχεία Arolsen, ληξιαρχεία και δημοτολόγια σ’ όλη την Ελλάδα, τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και την Ελληνική Αστυνομία. Το… κουβάρι της υπόθεσης ξετυλίχθηκε χάρη σε μια αίτηση της συζύγου του Χρήστου Τακτικού προς τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, την οποία υπέγραφε ως αδελφή του. Με βάση τα πρώτα στοιχεία επικοινώνησαν αρχικά με το Δημοτολόγιο Βόλου, όμως εκεί δεν υπήρχε καταχώριση με το συγκεκριμένο όνομα. Από τον Βόλο, η αναζήτηση τούς οδήγησε στο Δημοτολόγιο του Δήμου Νεάπολης – Συκεών, όπου, στην οικογενειακή μερίδα με αριθμό 31217, υπήρχαν τα ονόματα του Χρήστου Τακτικού, της συζύγου του Ελένης και του γιου τους Αντώνιου.
Ο Χρήστος Τακτικός είχε κηρυχθεί σε αφάνεια. Ακολούθησε επικοινωνία με τα αστυνομικά τμήματα Νεάπολης – Συκεών και Λευκού Πύργου και εντοπίστηκε ο απόγονός του.
Ο Χρήστος Τακτικός ταυτοποιήθηκε: Είχε γεννηθεί το 1903 στον Βόλο, παντρεύτηκε την Ελένη Τακτικού, το γένος Χατζηαντωνίου, και ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν καπνέμπορος. Κατά την Κατοχή μετέβη στην Αθήνα για εργασία ως καπνεργάτης. Είχε ένα μωρό, τον Αντώνη, που άφησε πίσω του βρέφος ακόμα, με μόνο ενθύμιο της παρουσίας του μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Στην Αθήνα, προσπαθώντας να κρύψει και να διασώσει από το Ολοκαύτωμα δυο εργαζόμενους Εβραϊκής καταγωγής, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, απ’ όπου χάθηκαν τα ίχνη του. Μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας Νοιενγκάμμε, απ’ όπου δεν επέστρεψε ποτέ…
«Ήταν πολλά περισσότερα
από μια εργασία»
Η διευθύντρια του σχολείου Αικατερίνη Αντωνίου ήταν εκείνη που έσπευσε να εξετάσει την ένταξη στο πρόγραμμα του γυμνασίου Νεοχωρίου, καθόσον γνώριζε ήδη για την παγκόσμια δράση «Stolen Memory» (κλεμμένη μνήμη). Και φυσικά έπραξε άριστα, αφού οι μαθήτριες και οι μαθητές διδάχθηκαν με βιωματικό τρόπο την ιστορία και συνέβαλαν με την έρευνά τους στην διατήρηση άσβεστης της μνήμης.
Η κ. Αντωνίου επανέλαβε στον «Τ» όσα είπε και στην εκδήλωση. Σημείωσε σχετικά: «Το πρόγραμμα αυτό έδειξε στους μαθητές και σε εμάς τους εκπαιδευτικούς τι σημαίνει να συναντάς την ιστορία όχι σε ένα βιβλίο, αλλά μέσα από ένα όνομα, ένα αντικείμενο, μια οικογένεια, έναν άνθρωπο που χάθηκε. Για τους μαθητές μου, το πρόγραμμα αυτό δεν ήταν απλώς μια εργασία. Ήταν μια έρευνα, μια αναζήτηση, μια βαθιά επαφή με έννοιες όπως η ευθύνη, η αλληλεγγύη, η επιλογή απέναντι στο κακό».
Η κ. Αντωνίου πρόσθεσε και μια ακόμα διάσταση, λέγοντας: «Το πιο συγκινητικό παιδαγωγικό μάθημα σ’ όλη αυτή τη διαδρομή ήταν πως ένας άνθρωπος επέλεξε να βοηθήσει και η επιλογή αυτή είχε κόστος γι’ αυτόν, αλλά ζωή για άλλους. Τα παιδιά δεν θα ξεχάσουν ποτέ τη φράση: Η Ιστορία γράφεται από τις επιλογές των ανθρώπων».
Στην ίδια εκδήλωση, η επίσης υπεύθυνη εκπαιδευτικός του σχολείου Ελευθερία Γρίβα, υπογράμμισε: «Η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ όσο υπάρχουν άνθρωποι – και ιδίως νέοι άνθρωποι – που τη θυμούνται και την τιμούν».
Δηλώσεις από την εκδήλωση
Ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων, Γιώργος Καλαντζής, στον χαιρετισμό του στην ίδια εκδήλωση, εξήρε την εκπαιδευτική διάσταση του καινοτόμου προγράμματος, που δεν στοχεύει μόνο στην ανεύρεση των κατόχων αντικειμένων, αλλά και στην ενίσχυση της ιστορικής συνείδησης στο σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Ο Γιώργος Πολυδωράκης, εμπειρογνώμονας πρεσβευτής, σύμβουλος Α’, προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών, επισήμανε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ότι πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά προγράμματα που έχει «τρέξει» η Υπηρεσία Διπλωματικού Αρχείου και η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων. Κι αυτό, είπε «όχι μόνο γιατί καταφέρνουμε να εντοπίζουμε τις οικογένειες των θυμάτων και να τους αποδίδουμε τα προσωπικά αντικείμενα των συγγενών τους, αλλά κυρίως επειδή εμπλέκουμε σ’ αυτό τις νέες γενιές, εμπλέκουμε τα παιδιά που έρχονται σε επαφή με τα τεκμήρια. Έρχονται σε επαφή με την Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δεν την βλέπουν απλώς ως λέξεις σ’ ένα χαρτί, αλλά ως κάτι ζωντανό. Τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι μιλάμε για ανθρώπους. Ανθρώπους καθημερινούς, ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι οι συγγενείς τους, οι φίλοι τους ή οι δικοί τους παππούδες. Κι αυτή είναι η προστιθέμενη αξία αυτού του προγράμματος».
Ο πρόεδρος Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδας και του Μουσείου Ολοκαυτώματος Δαυίδ Σαλτιέλ, υπογράμμισε: «Κάθε νέο τεκμήριο που διασώζεται από τη λήθη – όπως τα προσωπικά αντικείμενα που αποδίδονται σήμερα στους απογόνους του κρατουμένου του Νόιενγκαμμε – φωτίζει αυτή την πραγματικότητα και μάς θυμίζει ότι το θεμέλιο της ναζιστικής εγκληματικής πρακτικής δεν ήταν ποτέ το συλλογικό καλό, όσο κι αν αυτό προβαλλόταν, αλλά η πλήρης απαξίωση του ανθρώπου».



