Μου θύμισε τον Καπετάν Στεφανή, του Παπαδιαμάντη. Σκιαθίτης κι αυτός.
«-Καπετάν Στεφανή, είπεν ο ιερεύς, τι λες, μ’ αυτόν τον κακό τον καιρό, μπορεί κανείς να πάη στο Κάστρο, με τ’ βάρκα, από Σταβέτ;
Ο Στεφανής μόλις ήκουσε την ερώτησιν του ιερέως, και χωρίς να σκεφθή πλέον του δευτερολέπτου, με την χονδρήν, τραχείαν και εμπερδεμένη προφοράν του ανέκραξε:
-Μπράβο! Μπράβο! Ακούς! Ακούς! Στο Κάστρο; Μετά χαράς! Όρεξη να ‘χης, όρεξη να ‘χης παπά!
-Να άνθρωπος! Είπεν ο παπάς. Έτσι σε θέλω Στεφανή! Τι λες, είναι κίνδυνος;
-Κίντυνος, λέει; Ντιπ, καταντίπ, καθόλ’! Εγώ σας παίρνω απάνου μ’ παπά. Μονάχα πως μπορεί να κρυώσετε, τίποτε άλλο…».
Αυτή τη φορά καπετάνιος ήταν ο Καπετάν Δημήτριος. Κι εκατό τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, ο προορισμός δεν ήταν «στο Χριστό στο Κάστρο», αλλά ο Βόλος. Με τη βοήθεια του Χριστού και τότε, και τώρα, και πάντα. Με το ίδιο μότο «ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται», με την ίδια αποκοτιά, με την ίδια αποφασιστικότητα, με την ίδια ελληνική ανθρωπιά, με τα ίδια λόγια: «το μωρό κινδύνευε. Έπρεπε να γίνει. Τέλος».
Αυτή τη φορά δεν είχε και τόση σημασία πως οι περισσότεροι ασχολούμασταν ακόμη με την κίνηση στην αγορά, τις βιτρίνες, τα ταβερνεία και τις χριστουγεννιάτικες αποδράσεις. Ούτε έχει ιδιαίτερη σημασία που δεν συγκινήθηκαν οι αλγόριθμοι και τα «λάικ». Ούτε έχει ιδιαίτερη σημασία που οι δημοσιογράφοι μπέρδεψαν την ηλικία του μωρού, αν ήταν τρίμηνο ή τρίχρονο. Σημασία έχει ότι και αυτή η ελπιδοφόρα είδηση δεν πέρασε στα ψιλά και ότι οι λίγοι καλοί δημοσιογράφοι δεν «έπεσαν εκτός θέματος».
Μέσα, λοιπόν, σε έντονη κακοκαιρία στήθηκε μια δύσκολη κι επικίνδυνη επιχείρηση ζωής. Βρέφος σε κρίσιμη κατάσταση, μόλις τριών μηνών, διακομίστηκε με τους γονείς του από την Σκιάθο στο Βόλο με το επιβατηγό ιδιωτικό σκάφος – τράτα «Ζαχαρένια».
Ο καπετάνιος Δημήτριος Διολέττας, αλλά και η ευσυνείδητη και προσηλωμένη στον όρκο του Ιπποκράτη αγροτική γιατρός, αψήφησαν τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, αψήφησαν τα πολλά μποφόρ της αδιαφορίας, της αποξένωσης, της χρησιμοθηρικής λογικής και του καταναλωτικού φιλισταισμού, και έφεραν εις πέρας την αποστολή, σε συντονισμό με το Λιμενικό και το ΕΚΑΒ, παραδίδοντας στην ελληνική κοινωνία άλλο ένα ζωντανό μάθημα αλτρουισμού, ανθρωπισμού και σωστού προσανατολισμού.
Σωστού προσανατολισμού, γιατί αυτή τη φορά η πυξίδα δεν έδειχνε μια ψευδεπίγραφη Ιθάκη. Γιατί αυτή τη φορά οι συντεταγμένες δεν οδηγούσαν σ’ ένα Καν Μοντανά ή σ’ έναν πολιτισμό του κενού. Γιατί αυτή τη φορά επρόκειτο για το «πρέπει» κι όχι για κάποιο «θέλω» λαϊκιστών και αργυραμοιβών. Γιατί αυτή τη φορά το ελληνικό λεξιλόγιο δεν σταμάτησε στη ρουλέτα ενός «δεν προβλέπεται», ούτε καν σ’ ένα υποκριτικό «ΟΚ» κανενός βαψομαλλιά ηγέτη ή επαρχιώτη ελληναρά.
Αυτή τη φορά οι χτύποι της ελληνικής ψυχής είπαν ένα μεγάλο «Ναι». Σ’ ένα «Ναι» που δεν είναι μια μικρή, μικρούτσικη λέξη αλλά μια μεγάλη πράξη.
Αυτή τη φορά η ελληνική γλώσσα απέκτησε, έστω και για λίγο, τη δωρική συνέπειά της. Απέκτησε την παραδοσιακή λεβεντιά και μεγαλοθυμία από το στόμα ενός απλού, μη γραμματιζούμενου – το πιο πιθανό – καπετάνιου: «Είμαι κι εγώ πατέρας κι αγαπώ τα παιδιά μου. Κι όταν αγαπάς τα παιδιά σου, αγαπάς τα παιδιά όλου του κόσμου».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ