Ενας δρόμος η Βαλαώρα. Όσοι την έζησαν στο παρελθόν, κάπου τούς έβγαλε. Πολλοί τη λάτρεψαν κι άλλοι τη μίσησαν. Η αναφορά στην περιοχή, κυρίως μέσα από μία εικονοπλασία δεν αποτελεί αποστροφή κι ούτε ελεγεία. Αποτελεί μια υπενθύμιση των τιμαλφών αυτής της ενιαίας πόλης και μια συλλογική αυτογνωσία.
Φτωχοί εκδρομείς με βαρύ φορτίο στις πλάτες στα μέσα του περασμένου αιώνα από την περιοχή των Τζουμέρκων και του Ραδοβιζίου, εγκατέλειψαν μαζικά τα χωριά τους και «φώλιασαν» στην αγκαλιά της, δημιουργώντας κοινότητες που κάποιες από αυτές με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν ηγεμονικό ρόλο. Έγινε ένας άναρχος εποικισμός από εσωτερικούς μετανάστες χωρίς «χαρτιά και άδειες παραμονής», με σκοπό μια καλύτερη ζωή.
Μαζί με το τσαρδάκι τους, έχτισαν και το αέτωμα της προσωπικής τους πορείας πάνω στα κοτρόνια. Το τίμημα της γης ήταν συμβολικό σε σχέση με τα σημερινά μέτρα. Και το «ζάπωμα» είχε «πέραση». Ήταν παραέξω από τον αστικό πολιτισμό και με άλλη υπόσταση. Κράτησαν όσο μπορούσαν τα δικά τους πατροπαράδοτα έθιμα, ανέπτυξαν τους δικούς τους εσωτερικούς θεσμούς κι εκεί πλάστηκε η ζωή και η βιωμένη αλήθεια τους. Όλη η αναφορά που θα ακολουθήσει αγγίζει το φαντασιακό στις αισθήσεις των σημερινών παιδιών που μοιάζει με παραμύθι.
Ας την θυμηθούμε τη Βαλαώρα όπως έχει περάσει, και ας μείνει μία μικρή παρακαταθήκη για τα αγέννητα παιδιά της.
Τα παιδιά, κοπάδια αμέριμνα στις αλάνες που χόρταιναν παιγνίδι και που το ασήμαντο το έκαναν περιούσιο. Τις «μαρίδες» που δεν άφηναν σε ησυχία τούς αδύνατους και φιλήσυχους, τα κεντήματα της ντοπιολαλιάς, τα μιλιούνια των φιλάθλων σαν τσαμπιά κρεμασμένα πάνω στις φιλόξενες ταράτσες με θέα το στάδιο και τη «μαύρη θύελλα», το κούρσεμα της ξεχασμένης πολεμίστρας, τη Φανερωμένη, τα Προσφυγικά, τον ήχο της σάλπιγγας από τον στρατώνα, το πέταγμα του αετού και της σαΐτας, το βασίλεμα του ήλιου πίσω από την κοιμωμένη, το γαλάζιο του Αμβρακικού, τα ασημόδενδρα του Πέτα, το δάσος και των πεύκων το ξάγναντο, το άπειρο πράσινο της πορτοκαλιάς, τα όρια του Τοπ-Αλτί, το βουητό του κατεβασμένου Άραχθου, τα πολυήμερα γαμήλια γλεντοκόπια που τάραζαν τις γειτονιές ευχάριστα, τη μεθυσμένη μυγδαλιά, το βαλς της σκαμνιάς, την ασφάκα, την μυρωδιά της κουκουνάρας που καιγόταν στην ξυλόσομπα για λίγη ζεστασιά το χειμώνα, την καρπερή φραγκοσυκιά με τους ύπουλους καρπούς της, που αστόχαστα ως λάφυρο μεταφέραμε στο σπίτι κάνοντας δάκτυλα, χείλη, γλώσσα, κοιλιά να χορεύουν στους ρυθμούς των χνουδωτών θανάσιμων αγκαθιών της, την κραυγή της κουκουβάγιας, το λάλημα του κούκου και του γκιώνη, την καρδερίνα που κρέμονταν από την φτερούγα στην ξόβεργα παραπλανημένη από κράχτες ορχήστρες, τα εφηβικά χάδια, τα φιλήματα και τα τρυγήματα πίσω από τους απόμερους βράχους, τα μπακάλικα του Αλιφτήρα, του Σουβλή, του Κοντοδήμα, του Γκορόγια, του Ρίζου κι άλλα, τις τσιμεντοστρώσεις των στενών δρόμων με προσωπική εργασία.
Και τα σαραβαλιασμένα σπιτοκάλυβα, τα νοικοκυρεμένα χαμηλά πέτρινα, την σιδερόπορτα, την κάψα του καλοκαιρινού μεσημεριού που πύρωνε βασανιστικά τα κορμιά, τους ντενεκέδες για τα σταλάγματα, τη δημοτική βρύση, την έλλειψη τρεχούμενου νερού και ηλεκτρισμού, τα άναρχα χωμάτινα στενά δρομάκια με τις κοφτερές πέτρες – λεπίδες, τη μυρωδιά του χώματος μετά την φθινοπωρινή βροχή, τον βασιλικό, τον ασβέστη, τον ταχυδρόμο με το σάκο γεμάτο γράμματα, τους γαλατάδες, Πανάγιω και Τάσο, τον Νίκο τον γιαουρτά, τις παγοκολόνες για τα ξύλινα ψυγεία, τα τρίκυκλα ζούνταπ, τα ποδήλατα χωρίς φρένα στις θανάσιμες κατηφόρες.
Σε ό,τι αφορά το κοινωνικό πλαίσιο, ατόφιος ριζωμένος ο συντηρητισμός όπως τον κουβάλησαν από τα χωριά τους. Η «Μιχαλίτσα» δεν είχε τόπο για να σταθεί και να μερώσει. Ωστόσο, οι γειτονιές ήταν γεμάτες ζωή. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.
Πέρασαν χρόνια πολλά και όλη εκείνη η γενιά του ήλιου πήρε διαφορετικούς δρόμους. Οι μεγαλύτεροι για «μόνιμες» διακοπές στα σύννεφα και οι νεότεροι για σπουδές ή για τα τεχνικά επαγγέλματα. Κανείς δεν άφησε τη φτώχια να πέσει καταπάνω του. Κανείς δεν χαραμίστηκε. Έκαναν όνει-ρα κι άνοιξαν φτερά. Μεγάλα «παιδιά» σήμερα, εξακολουθούν να κουβαλούν μαζί τους το ιεροφυλάκιο της μνήμης και εκείνη την παιδική ματιά σαν να μην την άγγιξε καθόλου ο χρόνος.
Γέμισε, πλέον, η Βαλαώρα πολυκατοικίες με τη μέθοδο της αντιπαροχής, που σκέπασαν τον ήλιο και κάλυψαν τον ουρανό. Τα σπίτια έγιναν «μέγαρα» και η δίψα για χρήμα και υλικά αγαθά έγινε αυτοσκοπός ζωής. Οι παλιές ανθρώπινες γειτονιές δεν υπάρχουν και τα παιδιά κλείστηκαν στα διαμερίσματα. Οι γονείς τους τα μετακινούν πλέον, με το ιδιωτικό αυτοκίνητο. Τους λείπουν οι απλωσιές, η ελευθερία, η οικειότητα, το ανέμελο παιγνίδι, η ασφάλεια και ο ανεμπόδιστος αέρας να δροσίζει την ψυχή τους.
Καθώς η άνω πόλη κινείται με χαμηλότερες ταχύτητες σε σχέση με την κάτω, οι τοπικοί άρχοντες, ως οφείλουν, στη βάση της ισονομίας, ας αυξήσουν λίγο τις ταχύτητες προς τα… πάνω!



