Προβλήματα από κατολισθήσεις στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Τετρακώμου

Ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο συνοικισμό Παναγιά Τετρακώμου κτίσθηκε το έτος 1879, σύμφωνα με κτητορική επιγραφή.

Το έτος 1943, ο Ναός κάηκε από τους Γερμανούς και επισκευάσθηκε το έτος 1946, ενώ η στέγη του τελευταία ανακαινίσθηκε το έτος 2006. Ο Ναός είναι κατασκευασμένος με τοιχοποιία αποτελούμενη από πέτρα, η οποία και βαστάζει όλο το φορτίο της ανωδομής και ως εκ τούτου αποκαλείται φέρουσα τοιχοποιία.
Στην περιοχή συνέβησαν στο παρελθόν έντονα γεωλογικά φαινόμενα, όπως το Δεκέμβριο του έτους 1981, οπότε ύστερα από φοβερή νεροποντή έγινε μεγάλη κατολίσθηση στην θέση Λεπούσια της κοινότητος Θεοδωριάνων, πλησίον του χωρίου Τετρακώμου. Σύμφωνα με το Νέο Αντισεισμικό Κανονισμό, η περιοχή ανήκει στην Ζώνη Σεισμικής Επικινδυνότητας ΙΙ με σεισμική επιτάχυνση εδάφους α=0.24 όπου Α=αg (g είναι η επιτάχυνση βαρύτητας).
Επίσης, σύμφωνα με τα αρχεία του ΟΑΣΠ, αναφέρεται και πρόσφατος σεισμός στην περιοχή: «Στη 1 Μαΐου του 1967 ισχυρός σεισμός (Μ=6,4) έπληξε τους νομούς Άρτας και Ιωαννίνων. Εννιά άνθρωποι σκοτώθηκαν και 56 τραυματίστηκαν. 10.790 κτίρια υπέστησαν βλάβες (τα 940 καταστράφηκαν). Οι μεγαλύτερες εντάσεις στο νομό Άρτας παρατηρήθηκαν στα χωριά: Βουργαρέλι (Δροσοπηγή (ΙΧ)), Μελισσουργούς (VIII+), Θεοδώριανα, Αθαμάνιο και Τετράκωμο (VIII), ενώ στο νομό Ιωαννίνων στα χωριά: Περιστέρι (VIII), Μέτσοβο, Βαθύπεδο (VII+). Προσεισμός (Μ=4,0) εκδηλώθηκε στις 25 Μαρτίου. Μετά τον κύριο σεισμό ακολούθησαν πολλοί μετασεισμοί, ο μεγαλύτερος των οποίων (Μ=5,3) σημειώθηκε την ίδια ημέρα με τον κύριο σεισμό».
Ο Β. Παπαζάχος και η Κ. Παπαζάχου (1989) στο βιβλίο τους για τους σεισμούς στην Ελλάδα (1989) καταγράφουν τα εξής περιστατικά βάσει ιστορικών μαρτυριών και εγγράφων: 1) Ιανουάριος 1740: Πολύ ισχυρός σεισμός προκάλεσε μεγάλη φθορά σε όλα τα οικοδομήματα της πόλης των Ιωαννίνων. 2) Απρίλιος 1858: Ο σεισμός ήταν καταστρεπτικός στα Ιωάννινα. 3) Ιανουάριος 1867: Ο σεισμός είχε επίκεντρο τα Ιωάννινα και έγινε με μακρά διάρκεια, ήταν αισθητός πολύ έντονα στο Αργυρόκαστρο και έντονα στην Αυλώνα. 4) Μάιος 1895: Ο σεισμός ήταν καταστροφικός στα χωριά Μαργαρίτι, Παραμυθιά, Ζερβοχώρι, Φιλιάτες και στην πεδιάδα των Ιωαννίνων. Έχασαν τη ζωή τους άνθρωποι και άλλοι τραυματίστηκαν. Έγινε αισθητός και στη Ζάκυνθο. Οι μετασεισμοί συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. 5) Ιούλιος 1898: Στα Ιωάννινα έπεσαν οικοδομές και καπνοδόχοι, τραυματίσθηκαν άνθρωποι και επικράτησε μεγάλη ταραχή. Έγινε έντονα αισθητός σε Καλαμπάκα, Βόλο, Λαμία και σε άλλα μέρη μέχρι και το Οτράντο της Νότιας Ιταλίας. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας σημειώθηκε μετασεισμός και η μετασεισμική δραστηριότητα συνεχίστηκε μέχρι και τον Οκτώβριο.
Σε πρόσφατη επίσκεψή μου ανήμερα της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, οπότε και εορτάζει ο φερώνυμος Ναός, στο συνοικισμό Παναγία Τετρακώμου, διαπίστωσα: Α. Εντονότατες ρηγματώσεις του εδάφους εξαιτίας των καθιζήσεων που παρατηρούνται σ’ αυτό προς τη Δυτική πλευρά του οικοπέδου και με διεύθυνση Βορράς-Νότος. (Εικόνες 1 και 2).
Β. Εντονότατες ρηγματώσεις στην τοιχοποιία του Ναού, κυρίως στη Βόρεια και Νότια πλευρά του -από το μέσον προς το Δυτικό τμήμα του Ναού – οι οποίες εκτιμάται ότι οφείλονται κατά κύριο λόγο στην καθίζηση του εδάφους και κατά δεύτερο λόγο σε σεισμούς. (Εικόνες 3 και 4).
Εφόσον συνεχισθεί η καθίζηση του εδάφους, καθίσταται απαραίτητη και επιτακτική η ανάγκη εξωτερικής περίδεσης της εκκλησίας με δύο ζεύγη συρματοσχοίνων, το μεν ένα ακριβώς κάτω από τη στέγη του Ναού, το δε άλλο ακριβώς κάτω από τα παράθυρα. Σημειώνεται ότι στη Βόρεια πλευρά του οικοπέδου του Ναού έχει κατασκευασθεί στο παρελθόν τοίχος αντιστήριξης τύπου βαρύτητας από σκυρόδεμα, με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιηθούν οι καθιζήσεις του εδάφους προς την πλευρά αυτή. Αντιθέτως, στη Δυτική πλευρά, όπου δεν έχει κατασκευασθεί κανένα τεχνικό έργο, παρατηρούνται έντονες καθιζήσεις, εξαιτίας των οποίων εκτιμάται ότι δημιουργήθηκαν οι εντονότατες ρηγματώσεις στο έδαφος, καθώς και στην πέτρινη φέρουσα τοιχοποιία του Ναού.
Εκ πρώτης όψεως συμπεραίνει κανείς πως η διαφορική καθίζηση που έχει υποστεί το έδαφος από το ανατολικό προς το δυτικό άκρο του Ναού, σύμφωνα με το εύρος των παρατηρούμενων ρωγμών, είναι αρκετά μεγαλύτερη από 1/300, που θεωρείται ως ένα ασφαλές όριο για την αποφυγή ρηγματώσεων. (Υπενθυμίζεται ότι τιμές μεγαλύτερες του 1/150 θεωρούνται ως όριο σοβαρών βλαβών). Εφόσον συνεχισθεί η καθίζηση που συντελείται είναι βέβαιο πως ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Τετρακώμου θα υποστεί σοβαρότατες βλάβες.
Στην θέση θεμελίωσης του Ναού το έδαφος είναι αρκετά συνεκτικό. Παρατηρώντας τον θετικό γεωτροπισμό των δένδρων, δηλαδή την ικανότητά τους να στρέφουν κατακόρυφα επάνω τα κλαδιά και κατακόρυφα κάτω τη ρίζα, διαπιστώνει κανείς την μακροχρόνια καθίζηση, (προς τη Δυτική-Νοτιοδυτική κατεύθυνση), η οποία λαμβάνει χώρα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. (Εικόνες 5 και 6). Σημειώνεται ότι η υψομετρική διαφορά της στάθμης θεμελίωσης του Ναού μέχρι τον κατάντι αυτοκινητόδρομο υπερβαίνει τα 30 μέτρα, με κατεύθυνση Δυτική-Νοτιοδυτική.
Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, είναι παρατηρημένο πως σε περιπτώσεις μακροχρόνιας διαφορικής καθίζησης του εδάφους η τοιχοποιία υφίσταται σαφώς λιγότερες βλάβες από ότι θα αναμενόταν. (Αθανασόπουλος 2020). Παρόλα αυτά, η εντονότατη ρηγμάτωση της τοιχοποιίας του Ναού μαρτυρεί την εντονότατη καθίζηση που υφίσταται η περιοχή ως συνέπεια του εντονότατου ερπυσμού του εδάφους που συντελείται εκεί.
Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων του χωριού δεν υπάρχει υδροφόρος ορίζοντας που να δημιουργεί ή να επηρεάζει το φαινόμενο του ερπυσμού. Αντίθετα, εκτιμάται ότι η συνεκτικότητα του εδάφους σε συνάρτηση με τις έντονες βροχοπτώσεις στην περιοχή αυτή, αποτελούν την αιτία των κατολισθητικών κινήσεων.
Μάλιστα, μετά από έντονη βροχόπτωση (19 Αυγούστου 2020), παρατήρησα πως το έδαφος υποχωρούσε απλά μόνο κάτω από το ίδιο το βάρος μου, βαδίζοντας στη Δυτική πλευρά του οικοπέδου του Ναού. Λόγω του γεωλογικού φαινομένου του ερπυσμού στην Δυτική πλευρά του οικοπέδου του Ναού, το οποίο, ως επιστημονικά γνωστόν, είναι από τα πλέον δύσκολα αντιμετωπίσιμα γεωλογικά φαινόμενα, θεωρείται απαραίτητη η λεπτομερής γεωτεχνική έρευνα στην περιοχή του Ναού.
Ι) Για τον περιορισμό της μετακίνησης του πρανούς του Δυτικού-Νοτιοδυτικού τμήματος του οικοπέδου, αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπιση του ερπυσμού του εδάφους θα μπορούσαν να είναι:

Η εγκατάσταση μικροπασσάλων κατάλληλου βάθους για την υποθεμελίωση της Δυτικής-Νοτιοδυτικής πλευρά του Ναού. Η κατασκευή αποστραγγιστικής τάφρου για την απομάκρυνση των επιφανειακών νερών της βροχής στο όριο του προαύλιου χώρου του Ναού (κατά τη διεύθυνση Βορράς-Νότος, βάθους 1,0 έως 1,50 μέτρων και πλάτους 0,70 έως 0,80 μέτρων), πληρωμένης με κροκάλα και επενδεδυμένης με γεωύφασμα καθώς και πλαστικός διάτρητος σωλήνας εντός της τάφρου με φορά τον άξονα Βορράς-Νότος και κλίση προς το Νότο για να διευκολυνθεί η απορροή του νερού.
Εκτιμάται ότι το ριζικό σύστημα των δένδρων του πρανούς συμβάλλει αποτελεσματικά στην συγκράτηση του εδάφους και ως εκ τούτου στον περιορισμό της διάβρωσης και καθίζησης. Για το λόγο αυτό προτείνεται τα υπάρχοντα δένδρα στο πρανές να παραμείνουν στην θέση τους και να φυτευτούν και άλλα, κυρίως στη Δυτική πλευρά του οικοπέδου του Ναού, εφόσον η συμβολή τους στον περιορισμό της καθίζησης είναι ουσιαστικότατη.
ΙΙ) Για την ενίσχυση της τοιχοποιίας του Ναού προτείνεται:
i.Η κατασκευή περίδεσης εξωτερικά της εκκλησίας, ως προελέχθη, με δύο
ζεύγη συρματόσχοινων, το μεν ένα ακριβώς κάτω από τη στέγη της εκκλησίας, το δε άλλο ακριβώς κάτω από τα παράθυρα.
ii. Επίσης, εντός των ρωγμών της πέτρινης τοιχοποιίας δύναται να τοποθετηθεί ενέσιμο υλικό, αφενός μεν για την αύξηση της αντοχής του πέτρινου Ναού, αφετέρου για τη βελτίωση της καλαισθησίας της τοιχοποιίας του.
iii. Η εφαρμογή εκτοξευόμενου σκυροδέματος (οπλισμένου με χαλύβδινο πλέγμα gunite) στην εξωτερική όψη της τοιχοποιίας του Ναού. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι, ωστόσο, προφανής η αρνητική επίδραση στην
καλαισθησία του Ναού.
Τελικά συμπεραίνουμε πως επιτακτική ανάγκη για να διατηρηθεί αυτός ο πολύ παλαιός πέτρινος Ναός (1879) είναι να πραγματοποιηθεί λεπτομερής γεωτεχνική έρευνα και να εφαρμοσθούν οι αντίστοιχες ελάχιστες παρεμβάσεις που προτείνονται ανωτέρω (ή όποιες άλλες ενδέχεται να κριθούν από την προαναφερόμενη γεωτεχνική έρευνα ως απαραίτητες), ώστε να συνεχίσει να υπάρχει όχι μόνον ως μνημείο της χριστιανοσύνης και του πολιτισμού της περιοχής, αλλά και ως λειτουργικός ορθόδοξος Ναός.
Τονίζεται πως το κόστος των έργων που απαιτούνται και θα συμβάλουν ουσιαστικά στη σωτηρία του Ναού είναι μηδαμινό σε σχέση με την εκ βάθρων κατασκευή νέου Ναού αφιερωμένου στην Κοίμηση της Θεοτόκου Τετρακώμου. Η υλοποίηση των έργων για την συντήρησή του είναι επιτακτική ανάγκη επιπροσθέτως, καθώς οι παραδόσεις μας, τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας και κατά συνέπεια η ύπαρξή μας, στηρίζονται στην Ορθοδοξία, όπως φανερώνουν και τα πολυάριθμα μνημεία που σώθηκαν στα βάθη των αιώνων και μάλιστα αρκετά απ’ αυτά από την περίοδο του Βυζαντίου, μάλιστα πολλά εκ των οποίων είναι ανεπανάληπτα, μοναδικά με τεράστια αρχιτεκτονική και αρχαιολογική αξία.
(Σύμφωνα με μαρτυρία του Ιερέα του Ναού, στα θεμέλια της πέτρινης τοιχοποιίας υπάρχουν κορμοί δένδρων, οι οποίοι ήταν μόνιμα διαβρεγμένοι από το νερό, με αποτέλεσμα να μη σαπίζουν με το πέρασμα των ετών. Μετά την τοποθέτηση τσιμέντου πέριξ της θεμελίωσης, η εν μέρει στεγανοποίησή τους οδήγησε στο σάπισμά τους, γεγονός που με το πέρασμα των ετών είχε ως επακόλουθο την επιδείνωση του φαινομένου της καθίζησης του Ναού).

*Ο Κωνσταντίνος Σβεντζούρης είναι Πολιτικός Μηχανικός Πανεπιστημίου Πατρών με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στον Αντισεισμικό Σχεδιασμό Τεχνικών Έργων του ΑΠΘ και Μαθηματικός του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Εργάζεται στην Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου Άρτας, (πρώην εκπαιδευτικός)

**Ευχαριστίες στον Ομότιμο Καθηγητή Γεωτεχνικής Μηχανικής του Πανεπιστημίου Πατρών, Γ. Αθανασόπουλο, για τις συστάσεις και υποδείξεις του, όσον αφορά την αντιμετώπιση των κατολισθητικών φαινομένων και την εξασφάλιση της ακεραιότητας του Ιερού Ναού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here