Σε μια συμβολική και στρατηγική κίνηση, η γενική συνέλευση του ΟΗΕ ανακήρυξε την 6η Ιουλίου ως Παγκόσμια Ημέρα Αγροτικής Ανάπτυξης (World Rural Development Day). Η απόφαση αυτή αναγνωρίζει το βαθιά ριζωμένο πρόβλημα της αγροτικής φτώχειας και την ανάγκη αντιμετώπισής του ως προϋπόθεση για την επίτευξη των ευρύτερων στόχων της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας.
Αντλώντας έμπνευση από μια σειρά παγκόσμιων διακηρύξεων και ψηφισμάτων — από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έως το Πρόγραμμα Δράσης της Αντίς Αμπέμπα — η θέσπιση της Παγκόσμιας Ημέρας Αγροτικής Ανάπτυξης επιδιώκει να ρίξει φως στη ζωή και τους αγώνες εκείνων που καλλιεργούν το έδαφος, συγκομίζουν τα θαλάσσια προϊόντα και φροντίζουν τη γη στις αγροτικές περιοχές του κόσμου.
Αν γύριζε ο χρόνος μερικές δεκαετίες πίσω, η Παγκόσμια Ημέρα Αγροτικής Ανάπτυξης θα ακουγόταν στα αυτιά του μέσου Έλληνα σαν ένα περιττό γραφειοκρατικό εφεύρημα. Μια γιορτή χωρίς αντικείμενο. Κι αυτό γιατί η αγροτική ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν ήταν ζητούμενο· ήταν βίωμα, καθημερινότητα και η ίδια η ραχοκοκαλιά της περιφέρειας. Η ελληνική γη δεν χρειαζόταν «ημέρες ευαισθητοποίησης» για να θυμίσει την αξία της.
Μιλούσε από μόνη της, μέσα από τα γεμάτα τελάρα, τα εργοστάσια ζάχαρης που δούλευαν εντατικά στη Βόρεια Ελλάδα, τα απέραντα βαμβακοχώραφα της Θεσσαλίας, τις χρυσές σοδειές του καλαμποκιού και τα ευωδιαστά περιβόλια στον κάμπο της Άρτας, του Άργους και της Κρήτης. Τότε, η αγροτική παραγωγή ήταν μια αξιοσέβαστη δύναμη, ένας εθνικός πλούτος που εξασφάλιζε αυτάρκεια και αξιοπρέπεια. Παραγάγαμε για να ζήσουμε και εξαγάγαμε για να αναπτυχθούμε.
Σήμερα, το σκηνικό έχει αλλάξει δραματικά. Αν περπατήσει κανείς στην ελληνική ύπαιθρο, η άλλοτε πολύχρωμη παλέτα της παραγωγής μας μοιάζει να έχει ξεθωριάσει. Η ποικιλία των προϊόντων που κάποτε κατέκλυζαν τις αγορές έχει περιοριστεί δραματικά. Σχεδόν μονοθεματικά, έχουμε εγκλωβιστεί σε μια «μονοκαλλιέργεια» επιβίωσης: στο παραδοσιακό μας λάδι –που κι αυτό πλέον τείνει να γίνει είδος πολυτελείας– και στα ακτινίδια.
Η ζάχαρη έγινε ανάμνηση, το βαμβάκι συρρικνώθηκε και τα εσπεριδοειδή μας συχνά σαπίζουν στα δέντρα ή αντικαθίστανται από φθηνότερες εισαγωγές. Η Ελλάδα, από χώρα παραγωγός, μετατράπηκε σε χώρα-καταναλωτή, με τα ράφια των σούπερ μάρκετ να γεμίζουν από προϊόντα που κάποτε πετούσαμε πλεόνασμα. Οι δε πρώην αγροτικές εκτάσεις τώρα είναι «φυτεμένες» με τεράστια πάνελ φωτοβολταϊκών τα οποία ξεφυτρώνουν χωρίς σταματημό και σεβασμό στο περιβάλλον, ενώ στα δάση και τα βουνά μας, όπου κάποτε βοσκούσαν κοπάδια, τώρα στήνονται εν κρυπτώ και παραβύστω ανεμογεννήτριες που ζήτημα είναι αν προσφέρουν κάτι στην παραγωγή ενέργειας, αφού ακόμα και σ’ αυτή εισαγωγές κάνουμε!
Πώς φτάσαμε όμως ως εδώ; Η απάντηση κρύβεται στην εμμονική στροφή της οικονομίας μας προς το μοντέλο της «βαριάς βιομηχανίας» του τουρισμού και των υπηρεσιών. Μετατρέψαμε τη χώρα σε ένα απέραντο θέρετρο. Στο βωμό του εύκολου –όπως αποδείχθηκε– κέρδους και των επιδοτήσεων που χρησιμοποιήθηκαν για οτιδήποτε άλλο εκτός από τον εκσυγχρονισμό των χωραφιών, υποβαθμίσαμε τον πρωτογενή τομέα. Έτσι, γίναμε με μαθηματική ακρίβεια «τα γκαρσόνια της Ευρώπης».
Μια χώρα που σερβίρει, αλλά δεν παράγει. Που υποδέχεται εκατομμύρια τουρίστες, αλλά αδυνατεί να τους ταΐσει με δικά της προϊόντα. Αυτή η πλήρης εξάρτηση από το εξωτερικό μάς καθιστά ευάλωτους. Όταν μια χώρα δεν μπορεί να θρέψει τον εαυτό της, η εθνική της ανεξαρτησία είναι απλώς μια θεωρητική έννοια στις ομιλίες των πολιτικών.
Αν η γεωργία πνέει τα λοίσθια, η κτηνοτροφία μας δέχεται τη χαριστική βολή. Οι Έλληνες κτηνοτρόφοι, αντί να στηρίζονται από το κράτος, βρίσκονται αντιμέτωποι με τη γραφειοκρατία και την ανικανότητα. Οι άστοχοι και καθυστερημένοι χειρισμοί στην αντιμετώπιση ζωονόσων, όπως η ευλογιά, οδήγησαν στη θανάτωση χιλιάδων ζώων και στην οικονομική καταστροφή ολόκληρων οικογενειών. Μπορώ να φέρω πολλά παραδείγματα ανθρώπων που, ενώ άρχισαν να ασχολούνται με την κτηνοτροφία από μεράκι και άποψη, τελικά αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν αβοήθητοι και πικραμένοι από τη στάση του κράτους απέναντί τους. Σαν να μην έφτανε αυτό, το διαχρονικό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τις χαμένες, καθυστερημένες ή λανθασμένες πληρωμές των ενισχύσεων, κατάφερε να κλονίσει και την τελευταία ρανίδα εμπιστοσύνης που είχε απομείνει. Ο κτηνοτρόφος πλέον δεν παλεύει μόνο με τα στοιχεία της φύσης και το κόστος των ζωοτροφών· παλεύει με ένα κράτος-εχθρό.
Η Παγκόσμια Ημέρα Αγροτικής Ανάπτυξης δεν πρέπει να είναι ημέρα γκρίνιας, αλλά αφετηρία ριζικών αλλαγών. Αν θέλουμε η Ελλάδα να μην ερημώσει, χρειαζόμαστε ένα ρεαλιστικό σχέδιο αναγέννησης του πρωτογενούς τομέα με μείωση της φορολογίας για όσους επιμένουν να παράγουν στη γη, καθώς και άμεση μείωση των τιμών στα αγροτικά καύσιμα και στα λιπάσματα. Η παραγωγή δεν μπορεί να κινηθεί όταν το πετρέλαιο αντιμετωπίζεται ως είδος πολυτελείας.
Ταυτόχρονα είναι αναγκαία η παροχή κινήτρων, χαμηλότοκων δανείων και εύκολης πρόσβασης σε δημόσια γη για τους νέους που θέλουν να επιστρέψουν στην ύπαιθρο. Τέλος θα πρέπει να υπάρξει αλλαγή του εκπαιδευτικού πλαισίου, με στροφή της παιδείας μας στον πρωτογενή τομέα. Χρειαζόμαστε σύγχρονες αγροτικές σχολές, πανεπιστήμια που θα εκπαιδεύουν τον αγρότη του μέλλοντος με τη χρήση της τεχνολογίας, και όχι μια κοινωνία που θεωρεί το αγροτικό επάγγελμα «υποδεέστερο».
Η γη μας έχει αποδείξει ότι ξέρει να ανταμείβει όποιον την πονάει και την ιδρώνει. Το ζήτημα είναι αν εμείς, ως κράτος και ως κοινωνία, θα αποφασίσουμε επιτέλους να πετάξουμε την ποδιά του γκαρσονιού και να ξαναπιάσουμε το αλέτρι. Πριν το χώμα μας ξεχάσει οριστικά πώς είναι να ανθίζει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ