Γνώρισα την Αφροδίτη όταν ήταν σε προχωρημένο στάδιο η ασθένεια του μυαλού της. Σε χρόνο που είχε χαθεί οριστικά η πυξίδα της σκέψης και της συνείδησης. Τρεμόπαιζε στον ορίζοντα το τελευταίο φως της μέρας, όταν έφθασα σε σπίτι φίλου μου χτισμένο πάνω σε μία καταπράσινη πλαγιά. Υπήρχε έντονη αναστάτωση στην οικογένεια, γιατί η «ασθενής» είχε εκμεταλλευτεί την ολιγόλεπτη χαλάρωση επιτήρησης και χάθηκε στο δάσος. Η συνδρομή της Αστυνομίας ήταν καθοριστική για τον εντοπισμό της.
Με περασμένα τα ενενήντα, καλοντυμένη, πεντακάθαρη, λυγερή, ψηλή, με κορμί ασυνήθιστα ακμαίο και με κατά συνθήκη ευγένειες και υποκλίσεις. Πολλά χαμόγελα ξεγλιστρούσαν στο πρόσωπό της και ψυχορραγούσαν άστεγα. Μία άσπρη γάτα τής χάιδευε τα πόδια. Κάπνιζε και ο γκρίζος καπνός είχε τυλίξει όλη την καγκελόφραχτη βεράντα φυλακή. Πότε κελαηδούσε άναρθρα και πότε στύλωνε τα γαλάζια μάτια της στο κενό. Καταλάβαινες ότι ένα σκοτάδι σαν ορμητικό ποτάμι την πλημμύριζε. Ταξίδευε στο δικό της σύμπαν. Κανείς δεν μπορούσε να το διαταράξει. Ούτε τα φάρμακα κι ούτε οι… δωροδοκίες των γιατρών «έπιαναν τόπο». Έπινε κάθε βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί πολλά μιλιγκράμ ηρεμιστικά όνειρα. Όνειρα που τη γύριζαν στη νιότη της και την ακολουθούσαν την επόμενη μέρα. Μέσα από αυτά συναντούσε τη μάνα, τον πατέρα, τον αδελφό, το πατρικό της σπίτι. Όλα στοιβαγμένα άτακτα σε ένα μεγάλο παρελθόν. Το παρόν εξαφανισμένο, ένα χάος η καθημερινότητά της. Δεν ήταν ο εαυτός της, ήταν ένα άλλο πληγωμένο πλάσμα.
Της άρεσε να χορεύει στους δικούς της ρυθμούς κάνοντας γυρίσματα και τσακίσματα της μέσης. Τραγουδούσε και έκανε επανάληψη των ίδιων στίχων. Όπως: «κι εσύ το ωραιότερο από όλα τα ωραία». Κι εάν τη ρωτούσες ποιος είναι ο ωραίος, εγώ; «Όχι, ο άνδρας μου». Αυτός που είχε από χρόνια πεθάνει, κι όποιον άνδρα έβλεπε μπροστά της τον θεωρούσε δικό της. Όλοι ανώνυμοι είχαν καταχωρηθεί μέσα της. Κι εκεί που έβγαζε ενέργεια και φαινομενικό οίστρο, σε κοίταζε στα μάτια, έμενε ακίνητη με τα μακριά της δάχτυλα να κρέμονται σαν απαγχονισμένοι επαναστάτες. Κοίτα το φεγγάρι, Αφροδίτη! Είναι ολόκληρο απόψε, δεν του λείπει κομμάτι. Κοίτα και τη λίμνη που φεγγίζει! «Τι είναι αυτά;» Δεν έβλεπε, δεν έπαιρνε ερεθίσματα. Ούτε παρατηρητής, ούτε πρωταγωνιστής. Άδικη η μοίρα του μυαλού της. Σε λίγο έτοιμη να πετάξει έξω από τον χρόνο. Πού και πώς να καταθέσει τα παράπονά της που έμοιαζε σαν μια σβησμένη λαμπάδα;
Μας αφήνουν πολλά ενθύμια αυτοί οι άνθρωποι. Μπορεί όλοι μας να γεννιόμαστε με κοινό κώδικα ζωής, αλλά κάπου στην πορεία εκείνος στραβώνει. Δεν νομίζω να έβαλε εδώ το χέρι του ο Θεός. Αλλά ποιος άραγε να μας διαφεντεύει; Πολύ αφηρημένη κατάσταση το μέλλον μας. Υπάρχει, δυστυχώς, μία επιθετική έλλειψη ενδιαφέροντος γι’ αυτούς τους άτυχους ανθρώπους. Έχουμε συνηθίσει την ασθένεια, δεδομένου ότι αποτελεί μια σύγχρονη μάστιγα, κι αυτό είναι κακό. Όλοι μας ξεχνάμε πράγματα, ονόματα, αριθμούς, πρόσωπα, κι αρχίζει μέσα μας μία κινητοποίηση. Το ξεπερνάμε κάνοντας «πλάκα» ότι είναι η αρχή του αλτσχάιμερ, σαν να θέλουμε να κάνουμε πέρα αυτή τη συνθήκη.
Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος βλέποντας τακτικά την Αφροδίτη και παρακολουθώντας διακριτικά την εξέλιξη της ασθένειας. Η εικόνα της έγινε συναίσθημα. Είναι μία σκληρή πραγματικότητα να βλέπεις άνθρωπο να διαλύεται σιγά – σιγά δίχως συνειδητές στιγμές και να βυθίζεται σε ένα τέλος χωρίς επιστροφή. Να μην μπορεί να καταθέσει μια επιθυμία, μία ευχή, μία ανάγκη, ένα αντίο. Τον ολοκληρωτικό εκφυλισμό της δεν τον γνώρισα, γιατί όταν «έπεσε» στο κρεβάτι την πήγαν σε κέντρο φροντίδας. Από εκεί θα έλθει η τελευταία ξέπνοη ανάσα της ως λύτρωση για την ίδια και ανακούφιση για τους δικούς της. Η ανυπαρξία του θανάτου σίγουρα θα τη θεραπεύσει.
Η αλήθεια της θνητότητας έχει ένα πρόσωπο, μία ανάγνωση. Όμως, η ιστορία της Αφροδίτης θα μαστιγώνει πάντοτε τις αισθήσεις μας. Είμαστε όλοι σε μία τροχιά, σε ένα πεπρωμένο, αθέατοι πάνω στον πλανήτη γη και τον αγριεμένο κόσμο. Όσο είμαστε καλά, ας απολαμβάνουμε την κάθε μέρα που ξημερώνει. Αυτό είναι ζωή, είναι ευλογία, είναι ευτυχία, είναι δώρο ανεκτίμητο. Η Αφροδίτη μαζί με το δικό της πόνο κουβαλά στις πλάτες της και τη δική μας σιωπηλή αγωνία και τους καλά κρυμμένους φόβους της ύπαρξής μας!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ