Τζουμέρκα, Σμόλικας, Γράμμος, Γκαμήλα, Άγραφα, Περιστέρι, Βασιλίτσα, Μιτσικέλι, Βαρδούσια – σε τυχαία σειρά – συνθέτουν μία μεγαλόπρεπη αλυσίδα βουνών σε παράταξη. Εκτείνονται από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο.
Η Πίνδος είναι κατά βάση ένα θερινό φυσικό καταφύγιο βοσκής. Γενεές και γενεές σκληροτράχηλων Βλάχων και Σαρακατσαναίων ανεβάζουν τα πρόβατά τους καλοκαιριάτικα στα πλούσια από χορτάρι οροπέδια. Είναι αγαπημένος προορισμός των ορειβατών που απολαμβάνουν την ανάβαση ακροβατώντας σιμά στα σύννεφα. Είναι και οι απλοί περιηγητές με τα ειδικά οχήματα που ψάχνουν την περιπέτεια και το ισχυρό συναίσθημα.
Ο όγκος της Πίνδου φοβίζει, γοητεύει και προκαλεί. Βρίσκεσαι στα ψηλώματα μέσα σε μία καθαρότητα και κάθε τόσο κοντοστέκεσαι βουβός και σαστισμένος. Μέσα σ’ αυτό το «θάμα» και την φωτογραφική πανδαισία, σου φεύγει κάθε μελαγχολία, προσαρμόζεσαι σε ρυθμούς αρχέγονους και θέλεις να σταματήσεις το χρόνο.
Οι κορφές, σαν πέτρινοι φρουροί, στέκουν όρθιες, σμιλεμένες από τον αέρα, τη βροχή και τα γεωλογικά φαινόμενα εκατομμυρίων ετών. Παντού θωρείς «φυτεμένους» γρανιτένιους βράχους, σαν πύργους, αλπικά λιβάδια, επικίνδυνες ορθοπλαγιές, δύσβατα φαράγγια, διάσελα, βλαχόστρατες και γιδόστρατες, που χάνονται στα ριζώματα του όγκου, βαθιές χαράδρες, γκρεμούς, χιονούρες χωμένες σε βαθιές σπηλιές και ταξιδιάρικα χαμηλά σύννεφα. Αλλά και αισθητικά δάση, πλούσια βλάστηση, δροσερές πηγές, βουερούς καταρράκτες και κάτι ήλιους ορεξάτους.
Ακολουθώντας τις πατημασιές του χρόνου σε οδηγούν σε άλλα μονοπάτια: στους ανυπότακτους πατριώτες, στους κλέφτες και αρματολούς, στα παλικάρια της Εθνικής Αντίστασης και του εμφυλίου που άφησαν εκεί πάνω τα κορμιά τους. Οι μνήμες δεν μπορούν να παραμερίσουν και να κρύψουν τις πληγές. Τους νιώθεις όλους αυτούς στοιχειωμένους μαζί με δαίμονες και αρχαίους θεούς.
Ευφραίνονται τα ρουθούνια και οι πνεύμονες από τα αρώματα. Μοσχοβολούν τα βότανα στον φυσικό τους χώρο. Μοσχοβολούν τα χέρια κι ο αέρας. Το μάτι δεν χορταίνει. Συνδέεις ζωγραφιές με λέξεις. Και το φως σε άλλη διάσταση.
Για συντροφιά στη μικρή ανάβαση είχα τον συνταξιούχο ποιμένα ξάδελφο Κώστα, μαζί με τον φίλο του και συνοδοιπόρο στη ζωή Στέλιο, που για πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν έλειψαν κανένα καλοκαίρι με τα κοπάδια τους από το βουνό. Κούρνιαζαν στην αγκαλιά της νύχτας σκεπασμένοι με το κοντοκάπι τους. Έζησαν μια κληρονομιά και την πήραν μαζί τους. Είχαν φτιάξει τη φωλιά τους πάνω στην πέτρινη γη και απολάμβαναν μια αιωνιότητα. Τώρα ο κύκλος τους μίκρυνε και συμβιβάστηκαν στα… χαμηλά.
Μονολογεί ο ξάδελφος: «κανείς νέος σήμερα δεν θέλει να συνεχίσει στο πόστο μας. Η κτηνοτροφία πάει, πέθανε. Οι τελευταίοι που απόμειναν, είναι κι αυτοί ηλικιωμένοι. Ο κρίκος κόπηκε. Έχουν απαγορεύσει τα υπουργεία και τις μετακινήσεις κοπαδιών… Άστα να πάνε. Θα κλείσουν όλα τα περάσματα και μόνο ζ’λάπια θα κυκλοφορούν. Να ξέρεις και κάτι άλλο από μένα και να το γράψεις. Είμαστε τυχεροί που ζούμε δίπλα στην Πίνδο. Εμείς δεν πρόκειται να διψάσουμε ποτές».
Και πάνω που αγναντεύαμε τον ουρανό, περιμένοντας… τον φτεροπόδαρο Ερμή να τον χαιρετήσουμε, μαύρα σύννεφα κυνηγημένα από τον βοριά μάς έζωσαν. Διακριτικά αποχωρήσαμε ως αχθοφόροι εικόνων και σκέψεων από τον ασφαλή δρόμο του βουνού, προσέχοντας μην διαταράξουμε την αιώνια σιωπή των νεκρών και της άγιας πανίδας. Μόνο κάτι πετροπέρδικες πέταξαν τρομαγμένες προς τα χαμηλότερα. Φεύγεις και νιώθεις την ψυχή σου πιο ήρεμη, πιο γαλήνια. Γυρνάς στο μέτρο και αναζητάς τη χαρά της ζωής. Σε ακολουθεί κι ένα πάθος, γιατί η αδρεναλίνη αλλάζει τιμές στις κορυφές της ιστορίας.






