Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τα σενάρια που ήθελαν τον βουλευτή Άρτας και πρώην υπουργό Γιώργο Στύλιο να αναλαμβάνει τη θέση του Γραμματέα της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας, αναπτύχθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και σε ορισμένα τοπικά Μέσα ένας κύκλος σχολίων που ξεπέρασε τα όρια της πολιτικής κριτικής και άγγιξε τον πολιτικό διασυρμό.
Είναι απολύτως θεμιτό να διαφωνεί κανείς με τις πολιτικές επιλογές του κ. Στύλιου. Είναι, επίσης, δικαίωμα κάθε πολίτη να αξιολογεί αυστηρά το έργο και την αποτελεσματικότητα ενός βουλευτή. Εκείνο, όμως, που δεν είναι ούτε θεμιτό ούτε έντιμο, είναι η διαστρέβλωση των πραγματικών γεγονότων προκειμένου να στηριχθεί μια εκ των προτέρων αρνητική αφήγηση.
Διότι η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος ο Γιώργος Στύλιος ουδέποτε προανήγγειλε την τοποθέτησή του στη συγκεκριμένη κομματική θέση. Ουδέποτε εμφανίστηκε δημοσίως ως βέβαιος διάδοχος του κ. Σκρέκα. Αντιθέτως, οι σχετικές πληροφορίες προήλθαν από Αθηναϊκά δημοσιογραφικά κέντρα και πολιτικούς συντάκτες, οι οποίοι εμφάνιζαν ως επικρατέστερους υποψηφίους τον Γιώργο Στύλιο, τη νυν υπουργό Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη και τον υφυπουργό Εσωτερικών Βασίλη Σπανάκη.
Κάποιοι, ωστόσο, στην Άρτα έσπευσαν να μετατρέψουν την δημοσιογραφική φημολογία σε δήθεν εκπεφρασμένη προσωπική φιλοδοξία του Αρτινού βουλευτή. Και όταν τελικά η επιλογή του Πρωθυπουργού κατέληξε στον Κωνσταντίνο Κυρανάκη, οι ίδιοι εμφανίστηκαν περίπου ως δικαιωμένοι, λες και ο κ. Στύλιος είχε προηγουμένως διακηρύξει ο ίδιος την επικείμενη τοποθέτησή του.
Όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Από πολιτικές πηγές δεν αμφισβητείται ότι το όνομα του Αρτινού βουλευτή βρέθηκε πράγματι στο τραπέζι των τελικών επιλογών του Πρωθυπουργού. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι υπήρξε σοβαρή συζήτηση για την αξιοποίησή του σε κορυφαίο κομματικό ρόλο. Το γεγονός, όμως, ότι τελικά επελέγη άλλο πρόσωπο δεν συνιστά πολιτική ήττα ούτε προσωπική απαξίωση. Άλλωστε, τα τερτίπια της πολιτικής έχουν αποδείξει αμέτρητες φορές ότι μπορούν να ανατρέψουν ακόμα και τις πιο ισχυρές βεβαιότητες της τελευταίας στιγμής. Το παλαιό δόγμα «στην πολιτική ποτέ μη λες ποτέ» επιβεβαιώνεται καθημερινά.
Είναι πιθανό η επιλογή Κυρανάκη να εξυπηρετεί εσωκομματικές ισορροπίες ενόψει των επόμενων εκλογών. Όπως ενδεχομένως να συνδέεται με ευρύτερους εκλογικούς σχεδιασμούς στο λεκανοπέδιο Αττικής, όπου συγκεντρώνεται σχεδόν ο μισός εκλογικός πληθυσμός της χώρας. Δεν μπορεί, επίσης, να αποκλειστεί ότι η μετακίνησή του πρώην αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών στην κομματική γραμματεία να διευκολύνει κυβερνητικούς χειρισμούς για την αποκλιμάκωση των οξυμένων σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί το τελευταίο διάστημα μεταξύ της κυβέρνησης και του κλάδου των αυτοκινητιστών ταξί, εξαιτίας της έντονης αντιπαράθεσης που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον κ. Κυρανάκη και τον πρόεδρο του ΣΑΤΑ κ. Θύμιο Λυμπερόπουλο. Ενώ για κάποιους παρατηρητές των πολιτικών πραγμάτων είναι πιθανό η επιλογή αυτή να αποσκοπεί στην επανασυσπείρωση ενός τμήματος της παραδοσιακής δεξιάς βάσης, που αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις μεταγραφές στελεχών προερχόμενων από τον εκσυγχρονιστικό χώρο του ΠΑΣΟΚ και κυρίως το ρόλο τους στην νέο-δημοκρατική διακυβέρνηση της χώρας. Όλα αυτά όμως ανήκουν στη σφαίρα των πολιτικών εκτιμήσεων.
Εκείνο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση είναι ότι η μη επιλογή του Γιώργου Στύλιου δεν μπορεί λογικά να ερμηνευθεί ως υποβάθμιση της κοινοβουλευτικής του παρουσίας ή ως ένδειξη έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του. Αντιθέτως, το γεγονός και μόνο ότι το όνομά του συζητήθηκε για μία τόσο κομβική θέση αποτελεί από μόνο του ένδειξη ότι εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στα στελέχη πρώτης γραμμής της κυβερνητικής παράταξης.
Τούτο, μάλιστα, επιβεβαιώνεται και από μια πρόσφατη πολιτική επιλογή του ίδιου του Πρωθυπουργού. Ο ορισμός του Γιώργου Στύλιου ως εισηγητή του εκτεταμένου νομοσχεδίου για τον νέο Κώδικα Χωροταξίας και Πολεοδομίας, ενός πραγματικού νομοθετικού «μαμούθ» που κωδικοποιεί και ενοποιεί σε 477 άρθρα την διάσπαρτη πολεοδομική και χωροταξική νομοθεσία η οποία μέχρι σήμερα εκτεινόταν σε 181 διαφορετικά νομοθετήματα, δεν αποτελεί μια τυπική κοινοβουλευτική ανάθεση. Αντιθέτως, συνιστά σαφή ένδειξη πολιτικής εμπιστοσύνης και αναγνώρισης της κοινοβουλευτικής του επάρκειας.
Εξάλλου, είναι κανόνας στην κοινοβουλευτική πρακτική, η παρουσίαση και υπεράσπιση ενός τόσο σύνθετου, τεχνικού και πολυσέλιδου νομοθετήματος, να ανατίθεται σε βουλευτές που διαθέτουν γνώση του αντικειμένου, εργατικότητα, πολιτική αξιοπιστία και την ικανότητα να διαχειριστούν με επάρκεια μια απαιτητική κοινοβουλευτική διαδικασία.
Υπό αυτή την έννοια, η επιλογή του κ. Στύλιου από τον Κυριάκο Μητσοτάκη λειτουργεί ως έμπρακτη επιβεβαίωση ότι εξακολουθεί να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της κυβερνητικής ηγεσίας και να θεωρείται στέλεχος με ουσιαστικό ρόλο στον κοινοβουλευτικό σχεδιασμό της Νέας Δημοκρατίας.
Βεβαίως, ο κ. Στύλιος έχει δεχθεί κατά καιρούς ίσως δικαιολογημένη κριτική για πολιτικές επιλογές, χειρισμούς και δημόσιες δηλώσεις του. Στην πολιτική, άλλωστε, ουδείς δικαιούται ασυλία. Η κριτική είναι αναγκαία και συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας.
Άλλο, όμως, η κριτική και άλλο η χλεύη. Άλλο η πολιτική διαφωνία και άλλο οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί. Άλλο η αξιολόγηση ενός πολιτικού προσώπου και άλλο ο δημόσιος διασυρμός του.
Δυστυχώς, ορισμένα σχόλια που κυκλοφόρησαν το τελευταίο διάστημα δεν υπηρετούν τον δημόσιο διάλογο. Υποβαθμίζουν την πολιτική και τρέφουν την μικροπολιτική. Αποκαλύπτουν προσωπικές εμπάθειες και πολιτικά απωθημένα. Υποκρύπτουν σκοπιμότητες και αντιπολιτευτικές εμμονές. Και αυτά πέρα και πάνω από το πραγματικό ενδιαφέρον για το μέλλον της Άρτας. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι οι φωνές αυτές δεν εκφράζουν την πλειονότητα της Αρτινής κοινωνίας. Αντιθέτως, η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, ανεξαρτήτως ιδεολογικής, κομματικής ή πολιτικής τοποθέτησης, μπορεί να ασκεί αυστηρή κριτική στον Γιώργο Στύλιο, πλην όμως δεν εγκρίνει τη χυδαιότητα, τις ύβρεις και την προσωπική απαξίωση. Διότι οι περισσότεροι Αρτινοί αντιλαμβάνονται ότι η δημοκρατική αντιπαράθεση δεν προάγεται με χαρακτηρισμούς και προσωπικές επιθέσεις αλλά με επιχειρήματα. Και γνωρίζουν ότι η πολιτική διαφωνία δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά και ηθική απαξίωση του αντιπάλου.
Και υπάρχει και κάτι ακόμα. Όταν οι ίδιοι οι Αρτινοί απαξιώνουν, λοιδορούν και «κατακρεουργούν» συλλήβδην τον κοινοβουλευτικό τους εκπρόσωπο, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης, το μήνυμα που εκπέμπεται προς τα κέντρα λήψης αποφάσεων της Αθήνας δεν είναι μήνυμα πολιτικής ωριμότητας. Είναι μήνυμα εσωστρέφειας και διχασμού. Διότι οι ισχυροί μηχανισμοί του Αθηνοκεντρικού κράτους δεν χρειάζονται ιδιαίτερες αφορμές για να παραμερίζουν την Ελληνική περιφέρεια. Πολύ περισσότερο όταν βλέπουν ότι οι ίδιοι οι πολίτες της περιφέρειας υπονομεύουν συλλογικά τα πολιτικά τους ερείσματα.
Σε τελική ανάλυση, όσοι θεωρούν ότι ο Γιώργος Στύλιος δεν εκπροσωπεί επαρκώς την Άρτα διαθέτουν το ισχυρότερο δημοκρατικό όπλο, την… κάλπη. Εκεί κρίνεται κάθε πολιτικός. Όχι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όχι στις ύβρεις. Όχι στις προσωπικές επιθέσεις. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαία. Ο πολιτικός λιθοβολισμός, όμως, δεν υπήρξε ποτέ δείγμα δημοκρατικής ωριμότητας. Και σίγουρα δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της παλιάς Αρτινής ευγένειας και του πολιτικού πολιτισμού που κάποτε διέκριναν τον δημόσιο βίο αυτού του τόπου.
Και κάτι τελευταίο. Το άρθρο δεν αποτελεί το «καταλληλόμετρο» που μετρά την πολιτική αξία του Αρτινού κυβερνητικού βουλευτή. Πραγματεύεται κάτι διαφορετικό. Ότι το δικαίωμα στην πολιτική κριτική δεν ταυτίζεται με το δικαίωμα στην ύβρη, στον χλευασμό και στην προσωπική απαξίωση. Γιατί όταν ένας πολιτικός αποκαλείται «σκουπίδι», «βρωμιάρης», «τομάρι» ή γίνεται αντικείμενο προσωπικής διαπόμπευσης, έ, τότε, δεν έχουμε πολιτική κριτική. Έχουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Συνεπώς, το ερώτημα που αναδεικνύει το παρόν άρθρο δεν είναι αν ο Γιώργος Στύλιος είναι καλός ή κακός βουλευτής. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε η δημόσια συζήτηση στην Άρτα να διεξάγεται με επιχειρήματα ή με ύβρεις. Γιατί το πρώτο είναι δημοκρατία. Το δεύτερο είναι απλώς φωνασκία.
* akoliatsos@gmail.com

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ