Στις 26 Ιουνίου το ΚΚΕ Άρτας οργανώνει μεγάλη συναυλία στη μνήμη του βάρδου Στέλιου Καζαντζίδη. Σε μια εποχή ξενομανίας και μοδοπληξίας, σε μια εποχή που το τραγούδι από μορφωτικό αγαθό έγινε βία, θόρυβος και σκοτεινό μέσο σκέδασης, το ΚΚΕ, προς τιμήν του, επέλεξε να μας θυμίσει τι σημαίνει λαϊκή φωνή και τι σημαίνει λαϊκό τραγούδι, μπας και ηχήσει ξανά μέσα μας εκείνο το σκουριασμένο ρόπτρο της συνείδησης και της ελληνικότητας.
Με αφορμή αυτή την εκδήλωση αξίζει να προβληματιστεί κανείς για το πού πηγαίνει σήμερα το λαϊκό μας τραγούδι. Γι’ αυτό και ο τίτλος του σημερινού μου άρθρου είναι συμβολικός και δάνειος από τον μεγάλο δίσκο του Απόστολου Καλδάρα που κυκλοφόρησε το 1973 σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, με τη μοναδική κι ανεπανάληπτη φωνή του Στέλιου. Ήταν και είναι άλλος ένας δίσκος με βαριά και αληθινά λαϊκά τραγούδια, τραγούδια που αποτελούν μέρος της ταυτότητάς μας γιατί φέρουν τα σημάδια της ψυχής μας, του πόνου, της αδικίας και της διαμαρτυρίας, όπως χαρακτηριστικά εκφράζεται στο ομώνυμο τραγούδι με τους στίχους «να σου δώσω μια να σπάσεις/ αχ βρε κόσμε γυάλινε/ και να φτιάξω μια καινούρια/ κοινωνία άλληνε».
Διάλεξα, λοιπόν, αυτόν τον συμβολικό τίτλο, γιατί φοβούμαι πως αυτός ο γυάλινος κόσμος από διαμαρτυρία έγινε η δική μας πραγματικότητα. Από τότε που μπήκαν στις ζωές μας οι γυάλινες οθόνες αρχίσαμε σιγά αλλά σταθερά να μεταλλασσόμαστε σε ανθρώπους από γυαλί. Θέλω να πω πως όλοι μας σχεδόν – πάντα υπάρχει ένα σχεδόν – χάσαμε τις καθαρά ανθρώπινες ιδιότητές μας, τη σκέψη μας, το συναίσθημά μας, την ευαισθησία μας και το ευγενικό μας πάθος, και συμπεριφερόμαστε μηχανικά, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, όπως επιτάσσουν οι ηλεκτρονικοί καθοδηγητές μας.
Το λαϊκό μας τραγούδι γεννήθηκε μέσα στο καμίνι του πολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Μέσα στο αίμα, στον καθημερινό αγώνα και στο όραμα. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες σμιλεύτηκε μια φωνή, ένας ήχος παμπάλαιος, που κουβάλησε και κουβαλά το αιώνιο παράπονο, τον ιδρώτα, την ξενιτιά, την απώλεια, την αντίσταση και την περηφάνια ενός λαού. Ο Καζαντζίδης τραγούδησε τις άπονες εξουσίες, αλλά και τις ένοχες κοινωνίες, ύμνησε εκείνους που δεν καταδέχονταν να τους δέσουν τα μάτια μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα, τραγούδησε όμως κι εκείνους τους άλλους που του κλέψαν το μερτικό του απ’ τη χαρά, υπηρετώντας με συνέπεια ένα τραγούδι που δεν προσφέρονταν για εκτόνωση και γλέντι ρηχό, μα για μια εσωτερική περιπλάνηση εκεί που ο άνθρωπος συναντάει τη μοίρα του στο σημείο αυτό που τον υπερβαίνει.
Σήμερα, μέσα σε συνθήκες βιομηχανοποίησης κι εμπορευματοποίησης των πάντων, ακόμη και τα παλιά λαϊκά τραγούδια «πειράχτηκαν». Έπαψαν να αποτελούν πια δημιουργίες που απαιτούν ιερότητα και σεβασμό και ως προς τη εκτέλεσή τους και ως προς τον χορό τους. Με μια απλή παρατήρηση μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι το πάλκο και η πίστα από τόπος τελετουργίας έχει μεταλλαχθεί σε επίδειξη και γκλαμουριά, όπου δεν υπάρχει ούτε μια μικρή γωνιά για σιωπή, εσωτερικότητα, ταπεινότητα και γείωση – ας μη μιλήσουμε για κατάδυση και μετάληψη.
Φοβάμαι, λοιπόν, πως το λαϊκό τραγούδι αντιμετωπίζεται ως καταναλωτικό είδος, όπως καθετί στη ζωή μας. Και πως αυτό που λέμε σήμερα πολιτισμός και παιδεία έχει μεταλλαχθεί σε ένα «μεγάλο πρότζεκτ για χρηματοδότηση», όπου είναι δύσκολο να αναδειχθούν μορφές πολιτισμικής αντίστασης απέναντι στις διαδικασίες εκπτώσεως του κριτηρίου, όπως συμβαίνει με το εξαγώγιμο προϊόν προς τη Γιουροβίζιον, για παράδειγμα. Είναι δύσκολο να αναδειχθούν μορφές που να έχουν το πνεύμα, την αυθεντικότητα και τη συνέπεια να αναμετρηθούν μ’ εκείνη τη μικροαστική βαρβαρότητα που παρουσιάστηκε και παρουσιάζεται ως λαϊκή έκφραση, ενώ στην πραγματικότητα διαβρώνει τους μηχανισμούς διάκρισης που επιτρέπουν στον λαό να ξεχωρίζει το ουσιώδες από τη σάχλα, το γελοίο και το ευτελές.
Ελπίζω πως οι μεγάλοι καλλιτέχνες που παίρνουν μέρος στο αφιέρωμα θα αποδώσουν τα λαϊκά τραγούδια με τον χαρακτήρα, το ήθος και τη συνέπεια του μεγάλου Καζαντζίδη. Ελπίζω κι εμείς να συμμετάσχουμε παρατηρώντας ταυτόχρονα, το πώς ακούμε, το πώς τραγουδάμε και το πώς χορεύουμε. Γιατί, συγχωρέστε με που θα επιμείνω για μια ακόμη φορά, η κρίση στην πατρίδα μας είναι κρίση πρωτίστως ανθρωπολογική, κρίση προσώπου, κρίση Λόγου, κρίση ειλικρίνειας, κρίση των συμβολικών ιεραρχήσεων μέσω των οποίων μια κοινότητα συγκροτεί το συλλογικό της βλέμμα.






