Όπως αναφέρει ο θρύλος, κάποτε ένας δεσπότης από τα Γιάννενα θέλησε να μετακινηθεί προς τη Θεσσαλία εν μέσω χιονοθύελλας. Ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ στο δρόμο, με αποτέλεσμα να αρρωστήσει βαριά.
Μερικά χιλιόμετρα μετά τον αυχένα, στην περιοχή που συνηθίζουμε σήμερα να λέμε «κάμπο του δεσπότη», άφησε την τελευταία του πνοή. Και λίγο πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του, τα έστρεψε προς το βουνό και είπε: «την κατάρα μου να έχεις».
Πώς να ξεχαστούν εκείνα τα παλιά χειμωνιάτικα δελτία καιρού που κάθε τρεις και λίγο μιλούσαν για διακοπή της κυκλοφορίας, για αντιολισθητικές αλυσίδες και την προσοχή των οδηγών; Όποιος έχει περάσει τον μυστήριο αυτόν αυχένα της Πίνδου χειμώνα καιρό – ο υπογράφων, πολλές φορές, είτε ως οδηγός, είτε ως επιβάτης – έχει πολλά να θυμηθεί με ανάμικτα συναισθήματα. Φόβος, δέος, αναθεματισμός από τη μία, αλλά και νοσταλγία για τη χαμένη επικίνδυνη αίγλη της από την άλλη. Ξεπερνώντας ανώδυνα μία περιπέτεια γίνεσαι πιο δυνατός.
Από το 1938 που πρωτοδόθηκε στην κυκλοφορία, ήταν ο βασικός οδικός άξονας που συνέδεε τη δυτική Ελλάδα με τη βόρεια. Και μέσω του λιμανιού της Ηγουμενίτσας γίνονταν πολλές εμπορευματικές μετακινήσεις με Ευρώπη και Τουρκία. Το σκηνικό που συναντούσες τις παγωμένες νύχτες ήταν απόκοσμο. Περνούσες την Μπαλτούμα κι αμέσως ξεκινούσε το «πανηγύρι» με τις ομίχλες χαμηλά. Κι από το Μέτσοβο και πάνω, άσε καλύτερα. Παρ’ όλα αυτά, θανατηφόρα ατυχήματα δεν είχαμε.
Συχνότατα συναντούσες θερμοκρασίες κάτω του μηδενός με διψήφιους αριθμούς, ομίχλη, οδόστρωμα γυαλί ή χιονισμένο κι έναν αέρα που σε έπαιρνε και σε σήκωνε. Τα μηχανήματα αποχιονισμού και ρίψης αλατιού σε συνεχή λειτουργία. Μπροστά το εκχιονιστικό και πίσω κομβόι οι νταλίκες και τα λεωφορεία. Κι εάν για κακή τύχη κυλούσε κανένα προς το πρανές, θα το έβγαζαν την… άνοιξη.
Η χιονόπτωση μόνιμος επισκέπτης. Κι όταν έκανε διάλειμμα, οι μανιασμένοι βοριάδες που φυσούσαν ασταμάτητα έπαιρναν το στρωμένο στις γραφικές πλαγιές χιονάκι και το πετούσαν στο δρόμο. Σε λίγο κι αυτό πάγωνε και τότε γινόταν «καταραμένο» το πέρασμα. Κατέβα τότε, οδηγέ, και βάλε αλυσίδες με μείον δέκα βαθμούς Κελσίου και φάε καμιά τούμπα στον πάγο! Ατέλειωτα τα δώδεκα χιλιόμετρα μέχρι τον «κάμπο του δεσπότη» για ζεστές ανάσες, ρόφημα, καφέ ή φαρμάκι φαγητό.
Αξέχαστες κι εκείνες οι ημερήσιες οπτασίες με τον λαμπρό ήλιο και τους επιβάτες των λεωφορείων να το διασκεδάζουν! Ο ήλιος έκανε πάνω στο λευκό χιόνι χιλιάδες αντανακλάσεις και δημιουργούσε οφθαλμαπάτες. Τα έλατα μέσα στο Αλπικό τοπίο τίναζαν τα κρυσταλλάκια τους στο αφράτο χιόνι που έμοιαζε με σαντιγί. Μετεωριζόσουνα από εικόνες μοναδικές κι ευχόσουνα να μην έχει τελειωμό αυτό το θαύμα. Την ξεμυαλίστρα άνοιξη όλα ήταν γλυκά και διαφορετικά. Χρυσά τα καλοκαίρια, μεστά τα Φθινόπωρα. Όπως αξέχαστα είναι και τα κομβόϊ με τα χιλιάδες αυτοκίνητα των Τούρκων μεταναστών που από τη Γερμανία έπαιρναν το δρόμο κάθε καλοκαίρι προς την πατρίδα τους, Τουρκία, με τα μπαγκάζια φορτωμένα στις σχάρες.
Η χρήση της σήμερα είναι μηδαμινή και η συντήρηση του δρόμου στοιχειώδης. Ωστόσο, το δέος και ο σεβασμός την ακολουθούν. Η μνήμη μας κρατεί έντονα τον αυχένα, τα στροφιλίκια, τις ατέλειωτες φουρκέτες και την αδυναμία προσπέρασης. Η παράκαμψή της από την Εγνατία με τις πολλές σήραγγες την παραμέρισε οριστικά. Μπορεί να γκρινιάζουμε για τα συνεχή διόδια, την ήδη γερασμένη άσφαλτο, που σε πολλά σημεία της κάνει τα αυτοκίνητα να χοροπηδούν, τις χιλιάδες κορίνες στο ένα ρεύμα κυκλοφορίας, όμως δεν τίθεται σύγκριση με την προηγούμενη δοκιμασία οδηγών, οχημάτων και ταξιδιωτών. Η Ήπειρος βγήκε από την απομόνωση και διευκόλυνε τις μετακινήσεις των πολιτών, τις μεταφορές, τον τουρισμό και το εμπόριο.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, από την Εγνατία της παρατεταμένης συντήρησης. Και να τηρείτε τα όρια ταχύτητας, γιατί τα ραντάρ και οι ένστολοι δεν αστειεύονται…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ