Στις 15 Μαΐου συναντήθηκαν στην Κίνα οι πρόεδροι δύο υπερδυνάμεων. Ο ένας ήταν ήρεμος, στοχαστικός, σίγουρος. Ο άλλος, θορυβώδης, νευρωτικός, και ίσως λίγο αμήχανος. Ο ένας με το βαθύ της Ιστορίας βλέμμα, ο άλλος αδύναμος να συλλάβει το βάρος των λέξεων και τη σημασία των πράξεων. Ο ένας μίλησε σαν πολιτικός, σαν δάσκαλος, σαν προφήτης. Ο άλλος, σαν επιχειρηματίας που υπολείπεται γνωσιακά, πολιτισμικά, διορατικά.
Δύο μεγάλες δυνάμεις αναμετρήθηκαν συμβολικά μπροστά στο παλιό αίνιγμα της ιστορίας, το οποίο εκφράστηκε αυτή τη φορά με δύο άρθρα και δύο λέξεις που αρδεύουν τη δυναμική τους από το υπέδαφος 2500 χρόνων, από την κλασική εποχή, από τον Θουκυδίδη Ολόρου Αλιμούσιο, από έναν άνθρωπο που δεν ήταν ιστορικός αλλά φιλόσοφος δίπλα στον Αναξαγόρα, αρχιτέκτονας του Λόγου δίπλα στον Φειδία, και τραγικός ποιητής δίπλα στον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη.
Στην αρχή, με τη δήλωση του Κινέζου προέδρου για την «παγίδα του Θουκυδίδη», αισθάνθηκα έκπληξη μέσα σ’ αυτό το καθεστώς των πιστοποιητικών νεωτερικότητας όλων των αποχρώσεων που πρωταγωνιστούν τις τελευταίες δεκαετίες στην πατρίδα μας δια μέσου της ανεπίγνωστης μεμψιμοιρίας μας.
Όμως, αμέσως μετά αισθάνθηκα συγκίνηση αναμεμιγμένη με αρκετές δόσεις ντροπής, που το όνομα ενός εκ των πατέρων μας ξεχάστηκε για δεκαετίες πολλές στον δικό μας τον τόπο κι ακούστηκε από τα χείλη του Προέδρου μιας χώρας, η οποία, αν και σε αεροπορική απόσταση απέχει οκτώ χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ωστόσο συνομιλεί με το ελληνικό πνεύμα σε πολύ μεγαλύτερο, έναντι ημών, ιστορικό βάθος.
Διότι η Ελλάδα, η οποία δεν αποτελείται μόνο από την εκάστοτε κυβέρνηση αλλά και από μένα και από εσένα που τυχόν διαβάζεις το άρθρο μου – ελπίζω να καταλαβαίνεις τι εννοώ – έχει πάψει να συνομιλεί με τον εαυτό της και τον πολιτισμό της χάνοντας σιγά αλλά σταθερά το εσωτερικό της βάθος, όχι μόνο πολιτικά αλλά βαθιά οντολογικά, με πολιτικές, κόμματα και συνέδρια σόου, με Πανεπιστήμια αδειανά από Παιδεία, με μια ασπόνδυλη γλώσσα «εμπλουτισμένη με αναφομοίωτα συντετμημένα αμερικανίζοντα», με μια κεντρική εικόνα όπου συνυπάρχουν σχιζοφρενικά οι κυριολεκτικά και μεταφορικά άστεγοι, τα παιδιά που πέφτουν από τις ταράτσες, η κομμένη ανάσα απ’ των πολέμων τη φρίκη, η γελοιότητα της Γιουροβίζιον, οι ειδήσεις που δεν είναι ειδήσεις, και η δημοκρατία των αλγορίθμων που νανουρίζει ό τι απέμεινε απ’ τις κομματιασμένες συνειδήσεις μας.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, το οποίο φυσικά δεν είναι μόνο ελληνικό, και όπου η σκέψη δεν μπορεί πια να αντέξει τον εαυτό της, ο Κινέζος πρόεδρος χρησιμοποίησε εκείνη την ιστορικά και φιλοσοφικά φορτισμένη φράση, με την οποία όσοι κατανοούν πραγματικά το βάθος της ιστορίας νιώθουν ότι κάτι πολύ μεγαλύτερο και τραγικότερο διαπέρασε τη συνάντησή του με τον Αμερικανό ομόλογό του στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία.
Δεν πρόκειται λοιπόν, για εθνική παρελθοντολαγνία, αλλά ο Θουκυδίδης 2500 χρόνια μετά, για όσους δεν έχουν αφήσει τα βιβλία της Ιστορίας κάτω από τα θρανία, εξακολουθεί να εξηγεί τον κόσμο. Προφανώς, ούτε η Κίνα είναι Σπάρτη, ούτε οι ΗΠΑ Αθήνα, αλλά οι μηχανισμοί του ανταγωνισμού, της ισχύος, της ανασφάλειας και της αμοιβαίας καχυποψίας παραμένουν δια μέσου των αιώνων οι ίδιοι, με την τραγική φράση «ουδέν εστιν ό τι ουκ απώλετο» να διαπερνά σαν πυρηνικός όλεθρος όχι φυσικά εκείνους που μιλούν για τα πάντα χωρίς να συνειδητοποιούν τίποτα, αλλά την ύπαρξη εκείνων που αντιλαμβάνονται την Ιστορία ως βαθύ ανθρώπινο πεπρωμένο, με την ύπουλη λέξη «παγίδα» να εκφράζει συμβολικά την κατάσταση ολόκληρου του δυτικού κόσμου, ο οποίος θεμελιώθηκε πάνω στις κλασσικές πηγές τις οποίες συχνά δεν αναγνωρίζει, έτσι που αγνοώντας τις πηγές του πολιτισμού του να μην κατανοεί ούτε τον ίδιο τον πολιτισμό του, δηλαδή ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.






