Ύμνος στη ζωή, στα όνειρα, στη φλέβα του λαιμού που χτυπά συντονισμένη με το σύμπαν, διψώντας για αγάπη, χαρά, έρωτα, δημιουργία… και συνάμα μια καταδίκη του πολέμου «που γεννήθηκε όταν πέθανε η ειρήνη, από τα σκουλήκια που αναπτύχθηκαν, στο λασπωμένο από το αίμα της, χώμα», είναι «Το τελευταίο ταξίδι» του συμπατριώτη μας και φίλου Γιάννη Βάσσου.
Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του «Ξεχασμένες σκέψεις» από τις εκδόσεις «ΔΙΑΝΟΙΑ» ταξιδεύει μεν αλλά όχι μέσα στην ιστορία που γράφουν οι άνθρωποι. Ταξιδεύει στην ανθρώπινη ιστορία, στη ζώσα ψυχή που αναζητά την ολοκλήρωσή της και που δεν προλαβαίνει να πλέξει τη μοίρα της γιατί αποφασίζουν άλλοι. Μια κρουαζιέρα στη νιότη. Ένα όνειρο μέσα σε άλλο όνειρο. Μια τρικυμία που συναντώνται και αλληλοσυγκρούονται η χαρά με τη λύπη, το φως με το σκοτάδι, ο έρωτας με τον θάνατο, η ευωδιά του ήλιου με τη δυσοσμία της στάχτης.
Αν στόχος του συγγραφέα ήταν να συγγράψει ένα αντιπολεμικό έργο, ένα πόνημα για να καταδείξει πώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι μεγαλύτερος ώστε να τον ξεχωρίσει από τα άλλα ζώα με την υποστήριξη της γλώσσας και της γραφής, αλλά συνάμα όχι τόσο μεγάλος ώστε να αποτρέψει την αυτοκαταστροφή του, τον αλληλοσπαραγμό του, τότε «ναι» πέτυχε τον στόχο του. Στο απόλυτο.
«Το τελευταίο ταξίδι» του Γιάννη Βάσσου είναι ένα άκρως επίκαιρο αντιπολεμικό έργο γιατί όπως γράφει στην κορύφωσή του «αυτοί που τραβάνε τη σκανδάλη, που αφήνουν την βόμβα να πέσει, δεν ξέρουν ποιους θα σκοτώσουν σήμερα και αύριο. Αυτός, όμως, που θα δώσει τη διαταγή, είτε στη θάλασσα, είτε στο βουνό, είτε στο εκτελεστικό απόσπασμα γνωρίζει ότι κάποιες μανάδες θα χάσουν τα παιδιά τους, κάποια παιδιά τον πατέρα τους, κάποιες γυναίκες θα είναι πάντα μαυροφορεμένες…».
Ο Γιάννης Βάσσος διαθέτει ένα ξεχωριστό ταλέντο. Ωσάν καθάριο, ατόφιο μέταλλο, παραδίδει το είναι του, με ρεαλισμό και ήχο ποιητικό, στον αναγνώστη. Το πεζογράφημά του φέρει στοιχεία της ποίησής του και το αντίστροφο. Απλά, λιτά και ταπεινά χωρίς στολίδια περιττά, επικεντρώνει όλη τη συγγραφή του στην ουσία. «Μου είπες σ’ αγαπώ και όμως δεν ξέρω, /φοβάμαι απ΄ τον ύπνο να ξυπνήσω./ Το αύριο φοβάμαι να είμαι μόνος,/συρματοπλέγματα πολλά έχει ο δρόμος, /κ’ εγώ δεν θέλω την αλήθεια να αντικρίσω», γράφει στο ποίημά του «Το όνειρο» που διανθίζει το βιβλίο του μαζί με ακόμα τέσσερα ξεχωριστά ποιήματα.
Τέσσερις νέοι, δυο αγόρια και δυο κορίτσια, με διαφορετικές καταβολές, συναντιούνται σε μια κρουαζιέρα «της αγάπης» εντελώς τυχαία και συμπωματικά. Διψούν για μουσική, για ζωή… όμως άξαφνα και πέρα από κάθε λογική, επέρχεται ανατροπή. Όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα όταν κάποιοι αποφασίζουν να μοιράσουν τις τύχες αυτού του κόσμου, με το όποιο τίμημα. Όταν τα λιβάδια σπέρνονται και βάφονται κόκκινα από βόμβες και πυραύλους πριν προλάβουν οι παπαρούνες αυτής της άνοιξης να ανθίσουν…
Βίκυ Καινούργιου



