Γράφει η Αφέντρα Γ. Μουτζάλη, Επίτιμη Έφορος Αρχαιοτήτων

«News is anything that will make people talk». Τι απασχολούσε τον ελληνικό Τύπο πριν 100 χρόνια; Ποια ήταν η ύλη των εφημερίδων; Τι διάβαζε το κοινό;
Τα σώματα των εφημερίδων αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών για τον ιστορικό της σύγχρονης ιστορίας, παρέχουν στοιχεία για την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα της εποχής και λεπτομέρειες για τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο.
Η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία, το ρεμπέτικο και παλιότερα το δημοτικό τραγούδι, σιτίζονται από το έγκλημα και την επικαιρότητα. Η δραστηριότητα των ληστών, απαγωγές, κλοπές, φόνοι, η επικήρυξη και η εκτέλεσή τους από το Ελληνικό Κράτος, ήταν από τα αγαπημένα θέματα των εφημερίδων της εποχής. Εγκλήματα τιμής, πάθους και εκδίκησης, γυναικοκτονίες, κοινωνικά ζητήματα όπως η πορνεία, η επαιτεία, θανατηφόρες ασθένειες όπως η φυματίωση, επιδημίες όπως η χολέρα και άλλα, απασχολούσαν επίσης τον Τύπο της εποχής.
Παράλληλα με όλα αυτά που προαναφέραμε οι μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες, που έφταναν σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα, είχαν λογοτεχνικές σελίδες, ιστορικές πληροφορίες, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, ειδήσεις από όλο τον κόσμο. Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζουν οι διαφημίσεις προϊόντων, θεατρικών παραστάσεων, καθώς και οι αγγελίες. Στο σημερινό μας σημείωμα θα δώσουμε ένα πολύ μικρό δείγμα από θέματα του παλιού Αθηναϊκού Τύπου.

Πουτάνες και ζητιάνοι
Στη Σμύρνη Μέλπω./ Ηρώ στη Σαλονίκη,/ στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό – /τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα!/ Πνιμένου καραβιού σάπιο σανίδι-/ όλη η ζωή μου του χαμού!/ Μ’ από την κόλασή μου σου φωνάζω: – Εικόνα σου είμαι, Κοινωνία, και σου μοιάζω»
Γαλάτεια Καζαντζάκη, Αμαρτωλό, 1931

Η Ακρόπολις ¹ ήταν η κατ’ εξοχήν αντιβενιζελική εφημερίδα και έτσι καταγράφεται στην βιβλιογραφία της πολιτικής ιστορίας. Το 1929 ο Γεώργιος Βουτσινάς, μετά το θάνατο του Βλάση Γαβριηλίδη, επανεκδίδει την Ακρόπολι, μεταμορφώνοντάς την σε μηχανή παραγωγής εντυπωσιοθηρικών αφηγήσεων.
Πριν 90 χρόνια, στην εφημερίδα Ακρόπολις, τον Φεβρουάριο του 1936, δημοσιεύτηκε το ρεπορτάζ της Λιλίκας Νάκου² (1904 – 1989) από τα Βούρλα, το γκέτο πορνείας του Πειραιά. Το ρεπορτάζ αυτό δημοσιεύτηκε σε τέσσερις συνέχειες. Η Λιλίκα Νάκου διείσδυσε στον χώρο των Βούρλων, προσποιούμενη τη ράφτρα, όπως η ίδια ομολόγησε αργότερα σε αυτοβιογραφικό κείμενό της³. Αποκάλυψε στις γυναίκες των Βούρλων την πραγματική της ταυτότητα, όταν κέρδισε την εμπιστοσύνη τους. Μαρτυρίες γυναικών που τεκμηριώνουν ανθρώπινες ιστορίες εξευτελισμού, υποταγής, φτώχειας και ερωτικής εξαθλίωσης μαζί με περιγραφές του χώρου, συνθέτουν την αφήγηση της Νάκου.
Η οδηγία που είχε δώσει ο εκδότης της Ακροπόλεως, Γεώργιος Βουτσινάς στην 32χρονη ρεπόρτερ του ήταν να χειριστεί το θέμα με ανθρωπισμό και συμπόνια. Ο τίτλος του ρεπορτάζ ήταν: «Μια αθηναία διανοουμένη στα σπίτια των αμαρτωλών γυναικών. Ένα σπαρταριστό ρεπορτάζ της δεσποινίδος Λιλίκας Νάκου⁴».
Για την εφημερίδα η βασική πρωταγωνίστρια αυτής της αφήγησης είναι η ίδια η αφηγήτρια. Αντικείμενο της περιέργειας είναι η διπλή ιδιότητα της αφηγήτριας, ως γυναίκας και αθηναίας διανοουμένης που τροφοδοτεί τον αφηγηματικό μηχανισμό για να παρουσιαστεί η αντιπαράθεση των δύο κόσμων. Η Λιλίκα Νάκου είναι η πρώτη γυναίκα του κοινωνικού ρεπορτάζ, έτσι κι αλλιώς οι γυναίκες δημοσιογράφοι είναι ελάχιστες στον αθηναϊκό Τύπο της εποχής και οπωσδήποτε κινούνται έξω από τον χώρο της σκληρής κοινωνικής αφήγησης.

Το 1876 ο Δήμος Πειραιά έχτισε τον «συνοικισμό των κοινών γυναικών» στο οικοδομικό τετράγωνο που περιέκλειαν οι οδοί Δογάνης, Ευβοίας (σήμερα Σωκράτους), Ψαρρών και Σφαγείων (σήμερα Εθνικής Αντιστάσεως), σε κοντινή απόσταση από τον ναό του Αγίου Διονυσίου και το νεκροταφείο. Τα Βούρλα αν και θεωρούνται συνοικία του Πειραιά είναι στην ουσία ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο στα όρια του Δήμου Κερατσινίου – Δραπετσώνας.
Το αρχικό σχέδιο οικοδόμησης προέβλεπε την κατασκευή τριών διαφορετικών κτιρίων, με θεραπευτήριο και φυλάκιο για την αστυνομία και την στρατιωτική φρουρά, ενώ ψηλός τοίχος θα έκρυβε τα «άσεμνα θεάματα». Η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά καθόριζε τις προϋποθέσεις άσκησης της πορνείας και ταυτοχρόνως οριοθετούσε τον εγκλεισμό των γυναικών αυτών εντός του κτιρίου των Βούρλων. Την ανέγερση του κτιρίου ανέλαβε ο εργολάβος Νικόλαος Μπόμπολας⁵. Η κατασκευή των πορνείων των Βούρλων συνέβαλε στην οικιστική ανάπτυξη αλλά και υποβάθμιση της περιοχής. Η φτώχεια, η περιθωριοποίηση και η ανάγκη αποτελούν βασικές αιτίες για την δημιουργία και την άνθιση του υποκόσμου. Στα Βούρλα όπου σύχναζαν οι πόρνες, οι χασικλήδες, και οι μαχαιροβγάλτες, οι ρεμπέτες έβρισκαν τον τόπο που τούς αποδεχόταν και από τον οποίο αντλούσαν τη θεματολογία των τραγουδιών τους.
Δίπλα στα πορνεία δημιουργήθηκε ο οικισμός των προσφύγων, αλλά και καφενεία και τεκέδες όπου σύχναζαν νταβατζήδες αλλά και γνωστοί ρεμπέτες της εποχής, όπως η ξακουστή «τετράς του Πειραιά» Μάρκος Βαμβακάρης, Ανέστης Δελιάς, Στράτος Παγιουμτζής και Γιώργος Μπάτης. Τις περισσότερες φορές οι πρόσφυγες συνυπήρξαν αρμονικά με τις γυναίκες των πορνείων και τους θαμώνες των τεκέδων. Ο κρατικός οίκος ανοχής των Βούρλων ως επιχείρηση, λειτουργούσε άριστα για 60 χρόνια, με ιερόδουλες από 16 έως 60 ετών από όλες τις περιοχές της Ελλάδας και του κόσμου.

Το 1937, μετά από πίεση των κατοίκων της περιοχής, τα πορνεία των Βούρλων διαλύθηκαν, μετατράπηκαν σε φυλακές και οι πόρνες μεταφέρθηκαν στην Τρούμπα. Τα Βούρλα ως φυλακές λειτούργησαν για πρώτη φορά επί δικτατορίας του Μεταξά, συνέχισαν την λειτουργία τους ως φυλακή και μετά την Απελευθέρωση από την Γερμανική κατοχή.
Στις τρεις πτέρυγες όπου παλαιότερα στέγαζαν πόρνες ανάλογα με την ηλικία τους, μεταφέρθηκαν φυλακισμένοι, στις δύο πρώτες, σκληροί ποινικοί κρατούμενοι και στην τρίτη πολιτικοί κρατούμενοι, κυρίως μέλη του ΚΚΕ. Το 1955 έγιναν πασίγνωστες με την μεγάλη απόδραση 27 κομμουνιστών κρατουμένων⁶. Η απόδραση αυτή εντυπωσίασε το κοινό και για έναν τουλάχιστον χρόνο αποτελούσε κύριο θέμα στις εφημερίδες της εποχής. Οι φυλακές των Βούρλων συνέχισαν την λειτουργία τους έως το 1970, οπότε καταργήθηκαν από τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.
Τα Βούρλα ήταν ένας οίκος ανοχής εκτός πόλεως. Τα Βούρλα ανήκουν στον τύπο του μπουρδέλου στρατώνα⁷. Στο μπουρδέλο στρατώνα η κάθε πόρνη έχει ένα δωμάτιο και δουλεύει μόνη της. Τα Βούρλα ως οικοδόμημα είχαν σχήμα Π αποτελούμενο από τρία διώροφα τμήματα. Κάθε πλευρά είχε 24 δωμάτια (12+12) δηλαδή συνολικά 72 δωμάτια, ήτοι 72 πόρνες. Το Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στο μέσο της αυλής υπήρχε ένας διώροφος οικίσκος. Στο ισόγειο στεγαζόταν το καφενείο των νταβατζήδων, η παρανομία και στον άνω όροφο η αστυνομία, ο νόμος. Τα Βούρλα είχαν μόνο μια μεγάλη θύρα εισόδου (πορτάρα).
Το 1934 ο ρεπόρτερ Νίκος Καπιτσόγλου (1904 – 1991) ζει πέντε μέρες στους δρόμους της Αθήνας, προσποιούμενος τον αλήτη και δημοσιεύει τις εντυπώσεις του σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις. Η μεταμφίεσή του περιλάμβανε κουρέλια αγορασμένα από παλιατζίδικο, αξυρισιά τεσσάρων ημερών και μαύρισμα σώματος με καπνιά. Αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα μόνο όταν τον συνέλαβαν αστυνομικοί στο κέντρο της Αθήνας, στη συμβολή των οδών Ερμού και Ευαγγελιστρίας. Στόχος του ρεπορτάζ ήταν η διέγερση της περιέργειας του αναγνωστικού κοινού και παράλληλα η αποκάλυψη της ανθρώπινης συνθήκης του άστεγου αλήτη, μέσα από την βιωμένη εμπειρία του αφηγητή. Το ρεπορτάζ πραγματοποιήθηκε προφανώς καθ’ υπόδειξη του εκδότη Γεωργίου Βουτσινά.

Η εγκαταλελειμμένη κόρη
Στις 5 Οκτωβρίου 1873 στην αθηναϊκή εφημερίδα Εφημερίς, εκδότης της οποίας ήταν ο Δημήτριος Κορομηλάς, συγγραφέας των κωμειδυλλίων «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» και «Η τύχη της Μαρούλας» και συντάκτης ο Ιωάννης Καμπούρογλους, δημοσιεύτηκε η «ιστορία της εγκαταλελειμμένης κόρης».
Πρόκειται για το δράμα ενός άπορου, χωρίς οικογένεια κοριτσιού από τον Πειραιά, που μη έχοντας στέγη και εργασία στην πόλη του, μεταμφιέζεται σε αγόρι και καταφεύγει στην Αθήνα, όπου βρίσκει δουλειά σε ένα ζαχαροπλαστείο. Η ταυτότητα της μεταμφιεσμένης Χρυσάνθης, που έζησε λίγες ημέρες ως Ιωάννης, αποκαλύπτεται γρήγορα και έχει αίσιο τέλος αφού προκάλεσε το ενδιαφέρον των φιλάνθρωπων. Αυτή η ιστορία είναι η πρώτη αφήγηση, ιστορίας με ανθρώπινο ενδιαφέρον στον ελληνικό Τύπο.
Οι αφηγήσεις είναι ένα από τα είδη που κυριαρχεί στον ελληνικό Τύπο μεγάλου κοινού από το 1870 και μετά. Η αφήγηση είναι το εργαλείο για την στροφή προς το πραγματικό και για την καταγραφή του. Πολλά από αυτά που δημοσιεύονται ως ειδήσεις στις εφημερίδες της εποχής, διαβάζονται ως λογοτεχνία, δηλαδή διαβάζονται επειδή προκαλούν συγκίνηση. Τέτοια είναι οι αφηγήσεις με ανθρώπινο ενδιαφέρον που όμως αυξάνουν και την κυκλοφορία των εφημερίδων. Κατά τον κοινωνιολόγο Robert E. Park, πρωτοπόρο της Κοινωνιολογικής Σχολής του Σικάγο, η εφημερίδα δεν καταγράφει μόνο την σύγχρονη ζωή της πόλης, αλλά αποτελεί όργανο προπαγάνδας, γνώμης και μια μορφή λαϊκής λογοτεχνίας.
Ανάμεσα στο τραγούδι και τις εφημερίδες: μια γυναικοκτονία, ένα έγκλημα πάθους και μια δημοσιογραφική πομπώδης πομφόλυξ. «Ζούμε στη σκέψη του Θεού, είμαστε ίσκιοι της φαντασίας του» Άγγελος Τερζάκης, Δίχως Θεό, Κεφάλαιο ΚΣΤ.
Το δημοτικό τραγούδι ενίοτε καταγράφει κάποια γεγονότα της επικαιρότητας, μια τέτοια περίπτωση είναι ο γνωστός μας Μενούσης, το ίδιο κάνει και το αστικό λαϊκό τραγούδι (το ρεμπέτικο) και ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Κακούργα πεθερά.

Ο Μενούσης⁸
Ο Μανώλης ο ντερβίσης κι ο Μενούσαγας/ κει που τρώγαν και που πίναν και που γλένταγαν/ κάτι πέσαν σε κουβέντα για τις όμορφες./ -Νόμορφη γυναίκα πόχεις, βρε Μενούσαγα./ -Πού την είδες, πού την ξέρεις και τη μολογάς;/ -Ψες την είδα στο πηγάδι πόπαιρνε νερό/ και της δίνω το μαντήλι και μου τόπλυνε./ -Κι αν την είδες και την ξέρεις, πες μας τι φορεί./ -Κεντημένη βρακοζώνα και χρυσό βρακί./ Ο Μενούσης μεθυσμένος πάει την έσφαξε./ Το πρωί ξεμεθυσμένος πάει της έκρινε./ -Σήκω, πάπια μ’, σήκω, χήνα μ’, σήκω αλοταρία/ σήκω, ντύσου κι αρματώσου κι έμπα στο χορό,/ να σε δουν τα παλληκάρια να μαραίνωνται,/ να σε δω και γω ο καϋμένος για να χαίρωμαι.

Κακούργα πεθερά
Στου Χαροκόπου τα στενά μια μικροπαντρεμένη/ εσκότωσε τον άντρα της βρε η δαιμονισμένη/ Στον ύπνο που κοιμόντανε μάνα και θυγατέρα/ εβάλανε τον ανηψιό και του ΄ριξε τη σφαίρα. /Βρε μούλα δεν εσκέφτηκες δεν πόνεσε η καρδιά σου/ τον άντρα σου, τα νειάτα σου, τα άμοιρα παιδιά σου./ Βρε μούλα πως εβάσταξες και πως βαστάς ακόμα/ εσύ να’ σαι στη φυλακή κι ο άντρας σου στο χώμα./ Και συ κακούργα πεθερά τους πήρες στο λαιμό σου/ την κόρη σου, τον ανηψιό, την δούλα, τον γαμπρό σου./ Καημένε Αθανασόπουλε τι σου ΄μελε να πάθεις/ από γρουσούζα πεθερά τα νειάτα σου να χάσεις…

Είναι σαφές ότι ο Μενούσης είναι ένα δημοτικό τραγούδι με τραγικό περιεχόμενο, μια παραλογή, μια γυναικοκτονία, αν και τότε δεν την έλεγαν έτσι. Πιθανόν ο Μενούσης να καταγράφει ένα πραγματικό γεγονός. Η Κακούργα πεθερά, όμως, αναφέρεται σαφέστατα σε ένα από τα πιο μυθιστορηματικά εγκλήματα της δεκαετίας του 1930.
Πρόκειται για την δολοφονία του εργολάβου Δημητρίου Αθανασόπουλου και τον τεμαχισμό του πτώματός του από την πεθερά του, την σύζυγό του, τον ανιψιό του και την υπηρέτρια του, στο σπίτι του στου Χαροκόπου, τον Ιανουάριο του 1931. Το έγκλημα αυτό απασχόλησε τις αθηναϊκές εφημερίδες για πολλές ημέρες. Η εφημερίδα Καθημερινή αφιερώνει στο έγκλημα σχεδόν ολόκληρη την πρώτης της σελίδα, με ρεπορτάζ εξαιρετικά φροντισμένα.
Οι μεγάλες ασάφειες γύρω από το έγκλημα, η αβεβαιότητα για τον τόπο, τον χρόνο ή τους πραγματικά εμπλεκόμενους, οι αντιφάσεις των μαρτυριών, κάνουν τα ρεπορτάζ της εφημερίδας να μοιάζουν με παιχνίδια λογικής, μέσα από συνεχείς διερωτήσεις για σοβαρές αμφιβολίες και εσφαλμένες κατευθύνσεις στην αστυνομική έρευνα, που προσδίδουν στην αφήγηση τον χαρακτήρα μυστηρίου.
Πηγή της Καθημερινής στο έγκλημα αυτό αποτελεί η αστυνομία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 οι αντιλήψεις περί αλήθειας φαίνεται ότι είναι εμπεδωμένες και η εφημερίδα θέλει να προειδοποιήσει το αναγνωστικό της κοινό για την πιθανή παραπλάνηση της, επομένως και τη δική του. Η αναπαράσταση του εγκλήματος χαρακτηρίζει την αφήγηση της Καθημερινής. Για πρώτη φορά στον ελληνικό Τύπο δημοσιεύεται σχεδιάγραμμα του τόπου του εγκλήματος. Το σπίτι στου Χαροκόπου απεικονίζεται σε σκαρίφημα πλήρως υπομνηματισμένο, ακόμα και με την ακριβή θέση των κρεβατιών των ενοίκων του, έτσι ώστε η πληροφορία να μετατρέπεται για τον αναγνώστη σε εμπειρία. Η οδός Θησέως και το πλακόστρωτο προαύλιο με την κύρια είσοδο, όπου φίλοι άφησαν το θύμα, έπειτα από διασκέδαση, εκείνη τη μοιραία νύχτα του Ιανουαρίου, ο διάδρομος, αριστερά το σαλόνι, κατόπιν το δωμάτιο της πεθεράς, ύστερα ο κοιτών του ζεύγους, όπου υποτίθεται ότι διαπράχθηκε το έγκλημα, έπειτα το δωμάτιο της υπηρέτριας και των τριών παιδιών του ζεύγους, πίσω η αυλή, με το πλυσταριό και το πηγάδι, που φαίνεται ότι είναι επίσης χώροι του δράματος, ιδίως απόκρυψης των πειστηρίων.

«Στην αφήγηση της Καθημερινής εντοπίζεται και μια ενδιαφέρουσα κοινωνιολογική πτυχή. Το έγκλημα στου Χαροκόπου χαρακτηρίζεται ως “έγκλημα μεγαλουπόλεων” που εμφανίζεται μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως στη δεκαετία του 1920, με τα τυπολογικά χαρακτηριστικά του να συνδέονται με τη σεξουαλική ελευθερία (και τη συνακόλουθη εξάπλωση των αφροδισίων νοσημάτων) και με ένα νέο τρόπο ζωής και διασκέδασης όπου το αλκοόλ και τα ναρκωτικά παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Από αυτή την άποψη, το έγκλημα στου Χαροκόπου καταγράφεται ως νεωτερική εκδήλωση στα εγκληματικά χρονικά και στη δημοσιογραφική αφήγηση».
Η αστυνομική πλοκή ευδοκίμησε στην εφημερίδα Καθημερινή, ιδίως από την δεκαετία του 1930 και εξής, όταν η Ελένη Βλάχου(1911 έως 1995), κόρη του εκδότη Γεωργίου Βλάχου, είχε τη δυνατότητα να διοχετεύσει στο περιεχόμενο της εφημερίδας την δική της αφήγηση. Πρόκειται για το αστυνομικό της μυθιστόρημα που το υπογράφει ως κ. Ελένη Γ. Βλάχου με τίτλο «Το μυστικόν της ζωής του Πέτρου Βερίνη» που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή σε 39 συνέχειες από τις 30 Ιανουαρίου έως 10 Μαρτίου 1938. Βεβαίως, προηγήθηκε η δημοσίευση της αστυνομικής νουβέλας του Παύλου Νιρβάνα με τίτλο «Το έγκλημα του Ψυχικού», που δημοσιεύτηκε το 1928.

Δείγμα κίτρινου Τύπου
Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό δείγμα κίτρινου Τύπου της εποχής. Πρόκειται για την εφημερίδα Εσπερινή, με μεγάλη κυκλοφορία για την εποχή της, που εξέδιδε ο δημοσιογράφος Πέτρος Γιάνναρος από το 1900 έως το 1930.
Ο κόσμος, αν και δεν του είχε εμπιστοσύνη τον διάβαζε ανελλιπώς. Ο Π. Γιάνναρος σαγήνευε το κοινό του με υπερβολικούς τίτλους, ολοσέλιδες πολύχρωμες φωτογραφίες, αληθοφανείς ρετουσαρισμένες ειδήσεις και πομπώδεις πομφόλυγες, που πρόσφερε αφειδώς. Η Εσπερινή, όμως, δεν πρόσφερε στους αναγνώστες της μόνο παραμύθια αλλά και δώρα, βιβλία, ραπτομηχανές και κυρίως, οικόπεδα στην Πετρούπολη.
Χαρακτηριστικό της ποιότητας της Εσπερινής είναι το παρακάτω περιστατικό: το 1903 είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο το έγκλημα Λορελάυ. Πρόκειται για την περίπτωση ενός γερμανού ναύτη που είχε σκοτώσει έναν ομοεθνή του. Ο Γιάνναρος έστειλε ρεπόρτερ της εφημερίδας του για να συγκεντρώσουν το απαραίτητο υλικό, αλλά δεν είχε φωτογραφία του φονιά. Βρήκε στην τύχη μια φωτογραφία ενός γενειοφόρου ναυτικού και ετοιμαζόταν να την δημοσιεύσει, αλλά οι ρεπόρτερ του είπαν ότι ο θύτης δεν είχε γένια.
Ο Γιάνναρος έσβησε από την φωτογραφία τα γένια και την δημοσίευσε στην εφημερίδα του, αδίστακτα, ως αποκλειστική. Την επομένη η Εσπερινή σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων, λόγω της «αποκλειστικής» φωτογραφίας του φονιά. Οι αναγνώστες του τον λάτρευαν, διότι εκτός από τα παραμύθια που τους πουλούσε μοίραζε και δώρα και σ’ αυτό ήταν πρωτοπόρος. Σημειωτέον ότι για να αποκτήσει κανείς ένα οικόπεδο στην Πετρούπολη το 1934, χρειαζόταν 100 δραχμές μηνιαίως και 30 κουπόνια της εφημερίδας Εσπερινή. Τελικά, ο γιός του Πέτρου Γιάνναρου, Αλέξανδρος Γιάνναρος, θα χρεοκοπήσει την οικογενειακή επιχείρηση, οι δικαιούχοι θα περάσουν τα πάνδεινα για να κατοχυρώσουν τα οικόπεδά τους και το 1935 η εφημερίδα Εσπερινή κλείνει αφήνοντας απλήρωτους τους δημοσιογράφους της. Ο Αλέξανδρος Γιάνναρος ηγήθηκε της φασιστικής νεολαίας του Μεταξά. Τότε, όπως και τώρα ο λαϊκισμός και η παραπλάνηση, συνυπάρχουν με τον φασισμό.
Γεγονός πάντως παραμένει ότι το αίμα τότε και τώρα, πονάει, συγκινεί και πουλάει. Παραθέτουμε εδώ αποσπάσματα από το κείμενο του Karl Marx Εγκώμιο του εγκλήματος: «Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα… Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και το ποινικό δίκαιο και τον καθηγητή που διδάσκει ποινικό δίκαιο και, συνάμα, το αναπόφευκτο σύγγραμμα με το οποίο ο ίδιος καθηγητής ρίχνει στη γενική αγορά τις παραδόσεις του εν είδει “εμπορεύματος”… Πέραν τούτου, ο καθηγητής του ποινικού δικαίου παράγει ολόκληρη την αστυνομία και την ποινική δικονομία, κλητήρες, δικαστές, δήμιους, ενόρκους και λοιπά… Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο συγγράμματα ποινικού δικαίου, ούτε απλώς τους ποινικούς κώδικες και τους νομοθέτες, παράγει και τέχνη, ωραία λογοτεχνία, μυθιστορήματα, ακόμα και τραγωδίες… το έγκλημα ανοίγει μια προοπτική ωφέλιμων κλάδων απασχόλησης. Οι κλειδαριές θα είχαν αποκτήσει τη σημερινή τους αρτιότητα, αν δεν υπήρχαν κλέφτες; Η νομισματοκοπία θα έφτανε στην τωρινή της τελειότητα, αν δεν υπήρχαν παραχαράκτες;
Τέλος, η εφαρμοσμένη χημεία δεν οφείλει στη νοθεία των εμπορευμάτων και στην προσπάθεια ανακάλυψής της όσα ακριβώς οφείλει και στον τίμιο παραγωγικό ζήλο; Το έγκλημα επινοεί διαρκώς νέα επιθετικά μέσα για να προσβάλει την ιδιοκτησία, κι έτσι γεννά και νέα αμυντικά μέσα, οπότε επιδρά παραγωγικά στην ανακάλυψη νέων μηχανών – όπως ακριβώς και οι απεργίες…».

Παλιά Αθήνα
Η Παλιά Αθήνα παρά τον Ιλισσόν ποταμόν: μια μπυραρία, ένα ξύλινο θεατράκι και η Παλαιά Χριστιανική Βασιλική του Μάρτυρα Λεονίδη.
Σε ένα όμορφο παραποτάμιο τοπίο παρά τον Ιλισσόν ποταμόν, εκεί που άλλοτε υπήρχε η πολυτελής συνοικία του Ανδριανού, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχε ένα καφενείο – μπυραρία, ένα ξύλινο θεατράκι και η Παλαιά Χριστιανική Βασιλική του Ιλισσού. Την εποχή εκείνη ο πολύς κόσμος λίγα καταλάβαινε από αρχαιότητες, άλλωστε η Αθήνα της εποχής ήταν γεμάτη αρχαία ερείπια. Κοντά στον Ιλισσό ποταμό βρισκόταν δύο ξύλινα θεατράκια, από τα πρώτα που είχε η Αθήνα τότε, το ένα απ’ αυτά ονομαζόταν «Άντρον των Νυμφών» και το άλλο «Παράδεισος».
Στο «Άντρον των Νυμφών» το έτος 1871, ήρθαν κάποιες Γερμανίδες μπαλαρίνες. Οι Αθηναίοι γοητευμένοι από το πρόγραμμα αυτών των χορευτριών, που καθώς χόρευαν σήκωναν τα φουστάνια τους και φαίνονταν οι γάμπες τους, γέμιζαν ασφυκτικά το θέατρο κάθε βράδυ. Ένοπλοι αστυφύλακες συνόδευαν τις Γερμανίδες αρτίστες στο ξενοδοχείο τους μετά το τέλος της παράστασης για να τις προστατεύσουν από τους ξελιγωμένους θαυμαστές τους. Ο λαός τότε, δεν γνώριζε την σημασία της λέξης αρτίστα, που γαλλικά σημαίνει καλλιτέχνης, νόμιζε ότι το όνομα αρτίστα προέρχεται από το αντίθετο του ρήματος νηστεύω, που σημαίνει αρταίνω . Μετά από τέτοια παρερμηνεία αντιλαμβάνεται κανείς την περιφρόνηση που αισθανόταν οι τότε σεμνότυφες Αθηναίες για τις αρτίστες.

Παξιμαδοκλέφτρες και Παστρικιές13
Ήσουνα, τι ήσουνα; μια παξιμαδοκλέφτρα!/ Τώρα που σε πήρα ΄γω, γυρεύεις σούρτα φέρτα…
Στη παλαιά Αθήνα του Όθωνα και του ρομαντισμού, αλλά και αργότερα υπήρχαν ιέρειες της Πάνδημης Αφροδίτης που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του ανδρικού πληθυσμού. Οι πόρνες της εποχής αυτής ήταν γνωστές ως «παξιμαδοκλέφτρες» ή «παστρικιές». Οι λιγοστές αυτές πόρνες κατοικούσαν σε απόμερες τοποθεσίες της Αθήνας, μακριά από το κέντρο, στα Παντρεμενάδικα, σημερινός λόφος Αρδηττού και κοντά στην πλατεία Βάθης, απ’ όπου περνούσε το ρέμα του Κυκλοβόρου, που ερχόταν από τα Τουρκοβούνια και κατέληγε στον Κηφισό. Αργότερα, μετά το 1885, άρχισαν να συχνάζουν στη Νεάπολη και στο Γκαζοχώρι της Πειραιώς. Το Γκαζοχώρι υπήρξε για πολλά χρόνια το κέντρο του τότε υπόκοσμου. Στη συνοικία αυτή είχαν εγκατασταθεί οι οίκοι ανοχής, οι τεκέδες, τα μπαρμπούτια και όλο το κακό συναπάντημα της Παλιάς Αθήνας.
Παστρικές ονομαζόταν οι πόρνες που λόγω επαγγελματικών αναγκών πλενόταν πιο συχνά από τον υπόλοιπο πληθυσμό της εποχής. Παξιμαδοκλέφτρες ονομαζόταν οι πόρνες που ψάχνοντας τη πελατεία τους εισέβαλαν στα καφενεία, αποκλειστικό χώρο συγκέντρωσης των ανδρών και προκαλώντας τους έκλεβαν το παξιμαδάκι που συνόδευε τον τούρκικο καφέ που έπιναν. Πο-λύ αργότερα, στο μεσοπόλεμο, τα καφενεία της παλιάς Αθήνας αλλά και των άλλων μεγάλων πόλεων της χώρας, εξακολουθούν να είναι χώρος σύναξης ανδρών, όπου συγκεντρωνόταν διανοούμενοι, πολιτικοί και επιχειρηματίες.
Παραθέτουμε χαρακτηριστικό απόσπασμα από δημοσίευμα του Δημητρίου Χατζόπουλου, στην εφημερίδα «Εμπρός» της 25ης Φεβρουαρίου 1920: «Το καφενείον εις τα σημερινάς μεγάλας πόλεις είναι ότι ήτο η Αγορά εις τα αρχαίας ελληνικάς πόλεις. Σχολαί ποιητικαί, αισθητικαί, καλλιτεχνικαί εδημιουργήθησαν εις το καφενείον, αριστουργήματα της σκέψεως και της εμπνεύσεως συνελήφθησαν εις τα καφενεία των μεγάλων πόλεων. Οικονομικά ζητήματα ελύθησαν εκεί ομοίως, χρηματικαί επιχειρήσεις εκεί ανεπτύχθησαν και εθαυματούργησαν. Ότι καλούμε ζωήν κοσμοπόλεως, από τον έρωτα έως την σκέψιν, έχει τον παλμό του εις το καφενείον…».

Πως αποκαλούσαν τις γκόμενες οι διάφοροι επαγγελματίες
Σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Χρεοκοπία του 1932, καταγράφεται ο τρόπος με τον οποίο προσφωνούσαν τις αγαπημένες τους οι διάφοροι επαγγελματίες της εποχής: Ο ζαχαροπλάστης κουφέτο μου, ο φούρναρης τσουρέκι μου, ο κυνηγός περδικούλα μου, ο χασάπης αρνάκι του γάλακτος, ο παπουτσής λουστρίνι μου, ο μπακάλης μέλι και ζάχαρή μου, ο έμπορος κούκλα μου, ο κοσμηματοπώλης μπριλάντι μου, ο μανάβης φιστίκι μου, ο παπάς ευλογημένη μου, ο άθεος είδωλό μου, ο ευσεβής Παναγίτσα μου, ο ανθοπώλης κρίνο μου, ο μπεκρής μεθύσι μου, ο γιατρός χτυποκάρδι μου, ο κηπουρός φυντανάκι μου, ο τραπεζίτης θησαυρέ μου, ο ψαράς μπαρμούνι και ζαργάνα μου, ο ποιητής μούσα μου.

Καμουφλαρισμένα διαφθορεία στην παλιά Αθήνα
Με τη βοήθεια του αθηναιογράφου Θωμά Σιταρά και εφημερίδων της εποχής, θα παρουσιάσουμε δειγματοληπτικά κάποια καμουφλαρισμένα διαφθορεία της παλιάς Αθήνας.
Κοντά στο Πυριτιδοποιείον υπήρχε το κέντρον «Η μπύρα του Φίλωνα». Πίσω από την αθώα ταμπέλα του κρυβόταν ένα από τα μεγαλύτερα διαφθορεία της παλιάς Αθήνας, που διηύθυνε η περίφημη «Λαρύγγω» όπως προκύπτει από ρεπορτάζ της εφημερίδας Εσπερινή του έτους 1938. Φιγιέρες ή κοριτσιέρες της παλιάς Αθήνας. Από τη γαλλική λέξη garḉon προέκυψε η γκαρσονιέρα και από τη γαλλική λέξη fille, η φιγιέρα. Τι ήταν οι φιγιέρες της παλιάς Αθήνας; Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Χρεοκοπία του έτους 1933, τις φιγιέρες (κοριτσιέρες) είχαν αξιότιμες δεσποινίδες της καλής κοινωνίας της παλιάς Αθήνας με τα πιο διεστραμμένα γούστα, σαδομαζοχισμό, νεκροφιλία σεξουαλική λαιμαργία.
Σε ρεπορτάζ πάλι της εφημερίδας Χρεοκοπία του έτους 1932, αναφέρεται ότι κεντρικό κομμωτήριο της παλιάς Αθήνας στο οποίο σύχναζε η υψηλή κοινωνία είχε διττή λειτουργία. Στη μπροστινή αίθουσα λειτουργούσε το κομμωτήριο με κομμώτριες, μανικιουρίστες και βοηθούς, όπου έμπαιναν οι κυρίες από την μπροστινή πόρτα και αφού τις χτένιζαν και τις περιποιούνταν έφευγαν από την πίσω πόρτα που οδηγούσε σε δωμάτια όπου συναντούσαν τους εραστές τους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει «ειδοποίησις» που δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα Ακρόπολις του 1938: «Νέα κυρία, έγγαμος, καλού χαρακτήρος, αρκετά ωραία και ευπρόσωπος εφ’ όλας τας επόψεις, πολύ καλώς ανεπτυγμένη, επιθυμούσα δε ταξείδιον δι’ οποιονδήποτε μέρος της Ευρώπης ζητεί κύριον του κόσμου και ευχάριστον, όστις να τη συνοδεύση πληρώνων άπαντα τα έξοδα του ταξειδίου, ώς αντάλλαγμα δε υπόσχεται να καταστήση δι’ αυτόν το ταξείδιον την σπανιωτέραν απόλαυσιν ως γνωρίζουσα όλην την Ευρώπην καθ’ όλα τα καθέκαστα και υφ’ όλας τας επόψεις. Διευθυνσις Ifig… Ross…. Poste Restante Athenes».

Η ανακοίνωση ενός γάμου
Πρόκειται για την ανακοίνωση του γάμου του Βασιλείου Παπαβασιλείου με την Όλγα Λουλά, γνωστού καπνεμπόρου του Αγρινίου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Σκριπ στις 3 Αυγούστου 1900. Η ανακοίνωση αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον λόγω της γλαφυρής γλώσσας για ένα τόσο πεζό θέμα, όπως ο γάμος ενός καπνεμπόρου, και έχει ως εξής: «Εν Αγρινίω ήνωσεν ο υμέναιος δύο νεαράς υπάρξεις, τον κάλλιστον νέον Βασίλειον Παπαβασιλείου και την διά πολλών προτερημάτων κεκοσμημένην δεσποινίδα Όλγα Λουλά. Τους ευχόμεθα βίον ανέφελον και μεστόν αγαθών».
Η πληροφορία προέρχεται από το οικογενειακό αρχείο της παιδικής μου φίλης, Ελένης Σαράντη – Mendelovici, καθηγήτριας Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου με διεθνή αναγνώριση. Ο Βασίλης Παπαβασιλείου της ανακοίνωσης ήταν προπάππος της φίλης μου από την πλευρά της μητέρας της.

«Prima pagare e dopo chiavare» 18
Κατά την διάρκεια της Γερμανο – Ιταλικής κατοχής στην πόλη του Αγρινίου στρατοπέδευσε η Ιταλική μεραρχία «Cazale» με διοικητή το στρατηγό Μάριο Μαντζάνι.
Η μεραρχία Cazale μαζί με τις σχετικές υπηρεσίες της, αριθμούσε περίπου 5.000 άνδρες, ηλικίας από 25 έως 35 ετών. Οι Ιταλοί στρατιώτες κατά την ελεύθερη έξοδό τους ανακάλυψαν, τους τοπικούς «οίκους ανοχής», που διηύθυναν οι: Κούλα η Καλυβιώτισσα, Γεωργία η χαρακωμένη, Νίτσα η γύφτισσα, Καίτη η κουφή, Άννα η χοντρή. Σ’ αυτούς τους οίκους ανοχής οι Ιταλοί στρατιώτες αφού έκαναν τη δουλειά τους έφευγαν χωρίς να πληρώσουν, λέγοντας στις madame «scrivere».
Το βερεσέ πήδημα, «scrivere» δηλαδή «γράφτα» κράτησε για μεγάλο διάστημα και απελπισμένες οι κυράδες των οίκων επισκέφτηκαν τον Ιταλό στρατηγό κάνοντας τα παράπονά τους. Ο Ιταλός στρατηγός με τη σειρά του, μετά από μερικές ημέρες, έστειλε στον τότε δήμαρχο Αγρινίου ένα κιβώτιο με πέντε σανιδένιες επιγραφές που έγραφαν «Prima pagare e dopo chiavare» δηλαδή «πρώτα πληρώνετε και μετά γαμείτε» και αναρτήθηκαν στους οίκους ανοχής της πόλης. Οι Ιταλοί στρατιώτες αγνόησαν τις επιγραφές, οι κυράδες παραπονέθηκαν ξανά στον Ιταλό φρούραρχο, ο οποίος χορήγησε στους στρατιώτες του κουπόνια, που έδιναν στις τσατσάδες πριν από κάθε πήδημα. Κάθε Σάββατο οι Ελληνίδες τσατσάδες παρέδιδαν στο Ιταλικό φρουραρχείο τα κουπόνια και εισέπρατταν το αντίτιμό τους σε χαρτονομίσματα. Τα χαρτονομίσματα αυτά δεν είχαν αντίκρισμα, αλλά ήταν υποχρεωτικά ανταλλάξιμα στις συναλλαγές.

Τίτλοι παλαιών Αθηναϊκών και τοπικών εφημερίδων
Παραθέτουμε εδώ ενδεικτικά τίτλους παλαιών Αθηναϊκών εφημερίδων, που όμως διαβάζονταν σε ολόκληρη την επικράτεια παρά το γεγονός ότι έφταναν καθυστερημένες στον προορισμό τους.
Πρόκειται για τις Αθηναϊκές Εφημερίδες: Αθηναϊκά Νέα (1931-1938), Ακρόπολις (1929-1930,1934-1938), Απογευματινή (1927), Ασμοδαίος (1880-1884), Άστυ (1885-1887), Βραδυνή (1929-1938), Γλωσσοκοπάνα (1883, 1909), Έθνος (1931-1938), Ελεύθερον Βήμα (1933,1936,1938-1939), Εξπρές, Αστυνομική Επιθεώρησις (1932), Εσπερινή (1938), Εστία (1929-1930), Εφημερίς των Κυριών, της Καλλιρρόης Περέν (1903,1908,1911), Εφημερίς των υπηρετριών (1899), Ο Ρωμηός του Γεωργίου Σουρή (1883-1918), Σκριπ (1893-1895, 1929-1930, 1939), Χρεοκοπία (1932-1945).
Σημειώνουμε, επίσης, δειγματοληπτικά και μερικούς τίτλους τοπικών εφημερίδων όπως: η Νέα Αλήθεια (1903) και ο Φάρος (1945) Θεσσαλονίκης , Νεολόγος Πατρών (15 Αυγούστου 1894), ιδρυτής της ο Ιωάννης Παπανδρόπουλος, ανταποκριτής της εφημερίδας Άστυ Αθηνών, Πελοπόννησος Πατρών (1893 κε) ημερήσια, πρωινή εφημερίδα των Πατρών, Φορολογούμενος (1874) συνεχίζει την έκδοσή της ως το 1962, Πατρίς Πύργου (1861), Άρτα, (Σεπτέμβριος 1881).

Τι δημοσίευαν οι παλιές εφημερίδες;
Οι εφημερίδες τότε όπως και τώρα δημοσίευαν γεγονότα και ειδήσεις. Αγαπημένα τους θέματα ήταν τα εγκλήματα και τα σκάνδαλα. Στις περισσότερες Αθηναϊκές και τοπικές εφημερίδες του παλιού καιρού υπήρχαν και αξιόλογες λογοτεχνικές σελίδες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικοί Έλληνες συγγραφείς και ποιητές όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Κωστής Παλαμάς και άλλοι υπήρξαν τακτικοί συνεργάτες των εφημερίδων αυτών. Επίσης, οι εφημερίδες πρόσφεραν και διασκέδαση δημοσιεύοντας ευθυμογραφήματα, γελοιογραφίες, διηγήματα και μυθιστορήματα σε συνέχειες.
Ο Τύπος τότε όπως και τώρα κινείται ανάμεσα στην εξουσία και την αλήθεια. Άλλοτε κολάκευε την εξουσία ως φερέφωνό της, άλλοτε ασκούσε κριτική υπηρετώντας την αντιπολίτευση και άλλοτε άφηνε ήσυχη την εξουσία δημοσιεύοντας ανώδυνα γι’ αυτή θέματα.
Ως προς την αναζήτηση της αλήθειας, άλλοτε την αποκάλυπτε με πάθος, κυρίως στα κοινωνικά θέματα και τα εγκλήματα, άλλοτε την ψέλλιζε κυρίως στα σοβαρά πολιτικά ζητήματα και άλλοτε την αποσιωπούσε. Σημασία πάντως έχει ότι ο Τύπος πρέπει να υπάρχει και να διαβάζεται. Σε αντίθεση με τον Τύπο τότε, στις ημέρες μας οι ειδήσεις είναι βραχύβιες. Οι δημοσιογράφοι σήμερα τρέχουν πίσω από τις ειδήσεις για να τις προλάβουν, η κατάσταση αυτή δημιουργεί, κυρίως στις τηλεοράσεις μια υπερπληροφόρηση, έναν αφόρητο βερμπαλισμό και μια επιπόλαιη συχνά αντιμετώπιση των πραγμάτων.
Κλείνουμε το σύντομο αυτό κείμενό μας για τις εφημερίδες του άλλοτε, με τα λόγια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Όπου γενικότης, εκεί επιπολαιότης. Διά να είναι τις εμβριθής, πρέπει να εγκύπτη εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην».

Σημειώσεις
1. Η εφημερίδα Ακρόπολις εκδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1883 ως συνέχεια της εφημερίδας «Μη χάνεσαι» από τον Βλάση Γαβριηλίδη (1848-1920), γι’ αυτό και το πρώτο της φύλλο φέρει τον αριθμό 599. Η δημοσιογραφική αστυνομική αφήγηση στον ελληνικό Τύπο, συνδέεται ιδιαίτερα με την εφημερίδα Ακρόπολις.
2. Ιουλία (Λιλίκα) Νάκου (1904 – 1989). Πρωτοπόρος Ελληνίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας. Ο πατέρας της, Λουκάς Νάκος, γνωστός Αθηναίος δικηγόρος και βουλευτής του Ελευθερίου Βενιζέλου και η μητέρα της Ελένη Παπαδοπούλου, ανήκαν στην ανώτερη τάξη. Μετά τον χωρισμό των γονιών της η Νάκου εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της στη Γενεύη, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο, σπούδασε μουσική και Γαλλική φιλολογία. Στο Παρίσι σπούδασε γαλλική λογοτεχνία στη Σορβόνη και εργάστηκε σε γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, ταυτόχρονα ήρθε σε επαφή με σοσιαλιστικούς κύκλους και διανοούμενους όπως ο Ρομαίν Ρολάν και ο δον Μιγέλ ντε Ουναμούνο. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1929 και έγινε μέλος του λογοτεχνικού κινήματος της γενιάς του 1930 μαζί με τις Μαρία Πολυδούρη, Έλλη Αλεξίου, Γαλάτεια Καζαντζάκη και Ζωή Καρέλλη. Ως δημοσιογράφος συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Ακρόπολις και Έθνος και αρθρογραφούσε στα περιοδικά Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Φιλολογική πρωτοχρονιά και άλλα. Κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής και την πείνα που έπληξε την Αθήνα έχασε η μητέρα της από πείνα και την ίδια διέσωσε από βέβαιη λιμοκτονία ο Ερυθρός Σταυρός. Στην Κατοχή εργάστηκε ως εθελόντρια στο Νοσοκομείο Παίδων της Ριζαρείου. Η Λιλίκα Νάκου δώρισε την προσωπική της βιβλιοθήκη στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς. Στα νεοελληνικά γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με συλλογές διηγημάτων. Στην Ελλάδα εξέδωσε το 1932 την συλλογή διηγημάτων «Η ξεπάρθενη», ενώ ταυτόχρονα γνωρίζεται με την παρέα της Δεξαμενής: τον Κώστα Βάρναλη, τον Θεοτόκη, τον Καμπύση και άλλους. Η γραφή της ήταν βιωματική με επιδράσεις από το φεμινιστικό κίνημα της εποχής. Το μυθιστόρημά της «Η κυρία Ντορεμί», έγινε σειρά που προβλήθηκε στην ΕΡΤ την δεκαετία του 1980. Η Λιλίκα Νάκου πέθανε από εγκεφαλικό στο σπίτι της στους Αμπελόκηπους σε ηλικία 84 ετών.
3. Λιλίκα Νάκου, Το χρονικό μιας δημοσιογράφου, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1981.
4. Οι κλεφτές ματιές στο παρελθόν της αθηναϊκής εφημερίδας Ακρόπολις εξασφαλίζονται, από το εξαιρετικό βιβλίο του Νίκου Μπακουνάκη: «Δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ, Η αφήγηση στις ελληνικές εφημερίδες 19ος-20ος αιώνας», εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014, σελίδες 104 έως 107.
5. Το Δημοτικό συμβούλιο Πειραιά δανείστηκε από τον Πειραιώτη τραπεζίτη Δημήτριο Σταματόπουλο το ποσό των 300.000 δραχμών και ανέθεσε στον εργολάβο Νικόλαο Μπόμπολα την ανέγερση των δημοτικών πορνείων των Βούρλων. Μαριάνθη Κοτέα «Η βιομηχανική ζώνη του Πειραιά» (1860-1900), ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1997. Βασίλης Πισιμίσης «Βούρλα-Τρούμπα: Μια περιήγηση στο χώρο του περιθωρίου και της πορνείας του Πειραιά» (1840-1968) εκδόσεις Μωβ, 2021, σελίδες 21 έως 24.
6. Βασίλης Πισιμίσης, ο. π. σελίδες 69 έως 106. Τα ονόματα εκείνων που απέδρασαν στις 17 Ιουλίου 1955 είναι: 1. Βαρδής Βαρδινογιάννης, 2. Α. Βελής, 3. Γκαστόν Βερναρδής, 4. Γ. Γεωργίου, 5. Αριστοτέλης Γεωργούλιας, 6. Β. Δουκάκης, 7. Χ. Καλαντζής, 8. Σ. Καρράς, 9. Β. Κάτρης, 10. Π. Κιουρτσής, 11. Ζήσιμος Κόκλας, 12. Μ. Κολοκοτρώνης, 13. Κ. Λινάρδος, 14. Α. Λογαράς, 15. Α. Μπαρτζώκας, 16. Δ. Μυριανθόπουλος, 17. Δ. Πανουσόπουλος, 18. Α. Παπαλεξίου, 19. Α. Παπούλιας, 20. Σ. Πάσιος, 21. Π. Ροδάκης, 22. Σ. Σιδέρης, 23. Σ. Σωτηρόπουλος, 24. Λ. Τζεφρώνης, 25. Κ. Τσακίρης, 26. Κ. Φίλης, 27. Γ. Χατζηπέτρου.
7. Για τον Τύπο του μπουρδέλου των Βούρλων, βλέπε Ηλίας Πετρόπουλος «Το μπουρδέλο», εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα 1980, σελίδες 50 έως 60. Κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2024. Για τα Βούρλα βλέπε Πάνος Λώζος «Ο Πειραιεύς του άλλοτε, 1987».
8. Για τον Μενούση βλέπε καταγραφή λογίου Αρτινού γυμνασιάρχη Μιχαήλ Περάνθη, «Ποιητική ανθολογία», τόμος Γ, σελίδες 98 έως 99.
9. Νίκος Μπακουνάκης, Δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ, ο. π. σελίδα 83.
10. Karl Marx «Εγκώμιο του εγκλήματος», εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2005. Πρόκειται για κείμενο που έγραψε ο Karl Marx ανάμεσα στο 1860 και 1862 και αποτελεί απόσπασμα από τη «Θεωρεία της υπεραξίας, του Κεφαλαίου», τόμος IV. Τη μετάφραση του αποσπάσματος του Κεφαλαίου από τα γερμανικά έκανε η Τζένη Μαστοράκη, ενώ τον πρόλογο του Andrea Camillieri μετέφρασε από τα ιταλικά ο Ανταίος Χρυσοστομίδης.
11. Την Τρίκλητη Παλαιοχριστιανική Βασιλική με εγκάρσιο κλήτος του μάρτυρα Λεονίδη, γνωστή ως βασιλική του Ιλισσού, ανέσκαψε το έτος 1916 ο Γεώργιος Σωτηρίου. Τα αποτελέσματα της ανασκαφής δημοσιεύτηκαν από τον ίδιο, στην Αρχαιολογική Εφημερίδα του 1919, Επιστημονικό Περιοδικό της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Κατά την ανασκαφική έρευνα διαπιστώθηκε ότι το εγκαταλελειμμένο ξύλινο θεατράκι με το όνομα «Παράδεισος», είχε χτιστεί πάνω στο Ιερό Βήμα του ναού. Για τις ανάγκες συντήρησης και ανάδειξης του μνημείου, όπως είναι ευερμήνευτον, το θεατράκι απομακρύνθηκε. Ο ζυθοπώλης του παρακείμενου καφενείου – μπυραρίας Δ. Τριβέλας είχε πάρει κάποια αρχιτεκτονικά γλυπτά από το ναό, δύο βάσεις κιόνων και δύο κιονόκρανα για να στηρίξει το καφενείο του. Ο Σωτηρίου τα εντόπισε και τα ενσωμάτωσε στο μνημείο. Σημειωτέον ότι τα ερείπια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής ήταν ορατά πριν την ανασκαφική έρευνα, και επιπλέον είχε γίνει και μια διαμόρφωση εδάφους για τις ανάγκες ενός γυμναστηρίου.
12. Θωμάς Σιταράς «Πόθοι και πάθη στη Παλιά Αθήνα 1834 – 1938», εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2012, σελίδες 27 έως 28. Πρόκειται για ένα γοητευτικό βιβλίο του Αθηναιογράφου Θωμά Σιταρά, ο οποίος με υπομονή αποδελτίωσε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία σχετικά με την Αθήνα της εποχής.
13. Θωμάς Σιταράς, «Πόθοι και πάθη στη Παλιά Αθήνα», ο.π. σελίδα 29.
14. Ηλίας Πετρόπουλος «Ο τούρκικος καφές εν ελλάδι», εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα 1979.
15. Άρτεμις Σκουμπουρδή «Καφενεία της παλιάς Αθήνας», εκδόσεις Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 2002³
16. Θωμάς Σιταράς «Πόθοι και πάθη στη Παλιά Αθήνα», ο.π. σελίδες 315, 332, 356.
17. Το Σκριπ ξεκίνησε ως σατιρική εφημερίδα και αργότερα έγινε καθημερινή με πλούσια ύλη πολιτικού, κοινωνικού και λογοτεχνικού περιεχομένου. Στο Σκριπ αρθρογραφούσαν προσωπικότητες της εποχής όπως: Εμμανουήλ Ροΐδης, Γεώργιος Σουρής, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παύλος Νιρβάνας, Γρηγόριος Ξενόπουλος και άλλοι.
18. Οι πληροφορίες προέρχονται από κείμενο του Θ. Μ. Πολίτη στην διαδικτυακή εφημερίδα Αγρινίου, Νέα Εποχή, της 12ης Σεπτεμβρίου 2022 με τίτλο «Μνήμες και αναδρομές, Οι Ιταλοί κατακτητές στο Αγρίνιο την κατοχή (1941-1944)». Για όποιον θα ήθελε περισσότερα στοιχεία για την τοπική ιστορία του Αγρινίου κατά την δεκαετία 1940 – 1950, ας ανατρέξει στα πρακτικά του συνεδρίου που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων σε συνεργασία με τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) των νομών Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, που τυπώθηκαν από τις εκδόσεις Παρασκήνιο.
19. Για τις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης βλέπε Κώστας Τομανάς «Χρονικό Θεσσαλονίκης 1875 – 1920», εκδόσεις Νησίδες 1996.
20. Κώστα Ν. Τριανταφύλλου «Ιστορικόν λεξικόν των Πατρών», Πάτραι 1980, εφημερίδα Νεολόγος (1894) σελίδα 263, «Πελοποννήσος» (1893) σελίδα 310, «Φορολογούμενος» (1874) σελίδα 411.
21. Κώστα Ν. Τριανταφύλλου, ο.π. εφημερίδα Πατρίς Πύργου (1861) σελίδα 307.

Λεξιλόγιο
Αλοταριά (η): όμορφη. Αρταίνομαι: σε περίοδο νηστείας τρώω φαγητό που απαγορεύεται. Ρήμα αρταίνω, μεσοπαθητική φωνή αρταίνομαι. Αρτίστα (η): η γυναίκα που ασχολείται με τη τέχνη, κυρίως με το ελαφρό θέατρο. Η θεατρίνα, η τραγουδίστρια, η χορεύτρια, αλλά και η γυναίκα που διασκεδάζει θαμώνες νυχτερινών κέντρων, η καμπαρετζού. Ιταλικά artista, δηλαδή καλλιτέχνης, από το ars, artis που σημαίνει τέχνη. Γκόμενα (η): η ερωτική σύντροφος, η ωραία και ελκυστική γυναίκα που προκαλεί ερωτική επιθυμία, η νέα γυναίκα ως σκεύος ηδονής. Προπολεμική λέξη προερχόμενη από την μάρκα μιας αργεντίνικης λάκας για τα μαλλιά που λεγόταν Gomina. Με το πέρασμα των χρόνων το λακάρισμα με αυτή τη μάρκα μπριγιαντίνης υποχώρησε. Την λάκα αυτή τη χρησιμοποιούσαν μόνον κάποιες θεατρίνες και γυναίκες ελαφρών ηθών. Έτσι η γκομιναρισμένη γυναίκα και κατά συγκοπή η γκόμινα, κατέληξε να σημαίνει την ερωμένη. Πομφόλυξ (η): φυσαλίδα, φουσκάλα πρβλ. πομφός (ο): φλύκταινα. Υμέναιος (ο): ο γάμος. Αρχική σημασία: γαμήλιο άσμα αδόμενο κατά την πορεία των συνοδευόντων τη νύφη προς την οικία του γαμπρού.

ΤΕΛΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ