Στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2023, σχεδόν ένας στους δύο νέους κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα δεν πήγε να ψηφίσει. Στις ευρωεκλογές του 2024, η αποχή στις νεαρότερες ηλικίες παρέμεινε ιστορικά υψηλή (στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023 η συνολική αποχή έφτασε το ιστορικό 47,17%, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 εκτοξεύτηκε στο 58,76%).
Δεν πρόκειται για ατομική αδιαφορία, ούτε για εφηβική αμεριμνησία. Πρόκειται για έκδηλα συμπτώματα μιας βαθύτερης κρίσης. Μια ολόκληρη γενιά αισθάνεται ότι ψηφίζει στο κενό, ότι το πολιτικό σύστημα δεν μιλά τη γλώσσα της, δεν την κατανοεί, δεν αντιμετωπίζει τα δικά της προβλήματα και δεν της αφήνει χώρο.
Αυτό το άρθρο δεν γράφεται για να δικαιολογήσει την αποχή. Γράφεται για να την εξηγήσει και, κυρίως, για να υποστηρίξει ότι η μόνη διέξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι η επιστροφή στην κάλπη, με την επιλογή προσώπων που είναι πραγματικά ικανά, αξιοκρατικά και υπεύθυνα απέναντι στη γενιά που καλούνται να εκπροσωπήσουν.

Γιατί οι νέοι όπως εγώ δεν συμμετέχουν;
Ο Έλληνας νέος ενηλικιώθηκε μέσα σε παρατεταμένη κρίση. Η γενιά που σήμερα είναι 25 έως 35 ετών εισήλθε στην αγορά εργασίας εν μέσω μνημονίων. Οι νέοι μεταξύ 18 έως 25 ετών μεγάλωσαν με ένα πανδημικό κενό στο κέντρο των διαμορφωτικών τους χρόνων. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα εμφανίζεται επανειλημμένα στις κορυφές των διεθνών κατατάξεων δυσαρέσκειας των νέων, μαζί με την Ιταλία και Νότια Κορέα, σύμφωνα με ανάλυση του Financial Times σε στοιχεία της Gallup από 70.000 συμμετέχοντες για την περίοδο 2023 – 2024.
Το πρώτο αίτιο είναι ασφαλώς η οικονομική ανασφάλεια. Η ανεργία των νέων παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη και ακόμα εκεί όπου υπάρχει εργασία, η αμοιβή σπάνια επαρκεί για ανεξάρτητη διαβίωση. Η στεγαστική κρίση αποτελεί το οξύτερο σημείο αυτής της ανισορροπίας: στα αστικά κέντρα, οι νέοι καλούνται να πληρώνουν ενοίκια που συχνά υπερβαίνουν το 40% του εισοδήματός τους, ποσοστό που καταδεικνύει πόσο δυσβάσταχτη έχει γίνει η αυτόνομη διαβίωση για μια γενιά που μόλις προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Συγκριτικά, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η στεγαστική κρίση θεωρείται ήδη σοβαρή, τα ενοίκια έχουν υπερδιπλασιαστεί από το 2000, με τους νέους να αντιμετωπίζουν υψηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης από κάθε άλλη ηλικιακή ομάδα. Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι συγκρίσιμη αν όχι δυσμενέστερη δεδομένης της χαμηλότερης αγοραστικής δύναμης.
Το δεύτερο αίτιο είναι η θεσμική δυσπιστία. Στην Ελλάδα, η εμπιστοσύνη στο κοινοβούλιο, τα κόμματα και τα δικαστήρια παρουσιάζει μακροχρόνιες τάσεις υποχώρησης, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων. Δεδομένα του ευρωβαρόμετρου δείχνουν ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται συχνά μεταξύ των χωρών της ΕΕ με τα χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης στα εθνικά πολιτικά πρόσωπα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανάλυση του NORC στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο έδειξε ότι η γενιά Z (δηλαδή όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1997 και 2012) εμφανίζει τα χαμηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης στους θεσμούς σε σύγκριση με κάθε προηγούμενη γενιά στην ίδια ηλικία: το 34% δηλώνει πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης στο Κογκρέσο και το 37% στην κυβέρνηση. Ο παραλληλισμός με την Ελλάδα δεν είναι απλώς ενδεικτικός, είναι διδακτικός.
Τρίτο αίτιο είναι η ψηφιακή αποξένωση. Η ελληνική νεολαία αντλεί την πληροφόρησή της κυρίως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία δεν υπόκεινται σε σταθερούς μηχανισμούς επαλήθευσης και τείνουν να ενισχύουν αποκαλυπτικές ή πολωτικές αφηγήσεις. Ο κοινωνικός ψυχολόγος Τζόναθαν Χάιντθ στο βιβλίο του «Η αγχωμένη γενιά», τεκμηριώνει πώς η μαζική χρήση smartphones δημιουργεί γενιές που αισθάνονται παγιδευμένες ανάμεσα σε αντίρροπες δυνάμεις, χωρίς την αίσθηση ότι μπορούν να επηρεάσουν τα κοινά. Στην Ελλάδα, αυτό εκδηλώνεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο: η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα, πολιτικοί σε memes και οι εκλογές σε επεισόδια μιας σειράς που κανείς δεν ελέγχει.

Οι κίνδυνοι της σιωπής
Η αποχή δεν είναι ουδέτερη. Όταν η νεολαία αποσύρεται από τις κάλπες, αδειάζει ο πολιτικός χώρος που θα μπορούσε να καταλάβει. Το κενό, όμως, δεν παραμένει κενό: το καλύπτουν είτε η αδράνεια είτε ο λαϊκισμός. Έχει ειπωθεί επανειλημμένα ότι η γενιά που είναι πιο δυσαρεστημένη από ποτέ με τη δημοκρατία τείνει να στρέφεται σε ακραίες πολιτικές επιλογές, αριστερά ή δεξιά, οι οποίες με τη σειρά τους υπονομεύουν τα ίδια τα θεμέλια της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Στην Ελλάδα, η άνοδος ακραίων φωνών στον δημόσιο διάλογο, κυρίως μέσω ψηφιακών καναλιών, δεν είναι άσχετη με αυτό το κενό. Νέοι που αισθάνονται αλλοτριωμένοι από το σύστημα αναζητούν απλές απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα και τις βρίσκουν συχνά σε ρητορικές που υπόσχονται ρήξη, χωρίς να εξηγούν τι θα ακολουθήσει. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική ατμόσφαιρα διαποτισμένη από αμοραλισμό και ωφελιμιστικά κίνητρα, όπου τόσο ο ψηφοφόρος όσο και ο εκλεγμένος γίνονται ιδιοτελείς και κυνικοί, κινούμενοι αποκλειστικά από το άμεσο συμφέρον και αδιαφορώντας για τις θεμελιώδεις αξίες που μόνο μια συνεκτική, μακρόπνοη δημοκρατική κουλτούρα μπορεί να εγγυηθεί.

Η ψήφος ως πράξη αυτοδιάθεσης
Υπάρχει μια επικίνδυνη μονομέρεια στον τρόπο που συζητάμε την αποχή: σαν να είναι αποκλειστικά ευθύνη του συστήματος και σαν οι νέοι να είναι μόνο θύματα των αντιφάσεών του. Αυτή η αντίληψη συχνά εκπίπτει σε έναν ιδιότυπο ντετερμινισμό, με εκφράσεις όπως: αν το σύστημα είναι άθλιο, γιατί να ψηφίσεις; Ακριβώς όμως αυτή η λογική αποτελεί το πιο δαπανηρό σφάλμα που μπορεί να κάνει μια γενιά.
Το πολιτικό σύστημα δεν αλλάζει μόνο του. Αλλάζει όταν οι πολίτες ψηφίζουν ανθρώπους που αξίζουν: ικανούς, με γνώση του αντικειμένου, με ακεραιότητα και με πραγματική διάθεση προσφοράς προς το κοινωνικό σύνολο. Οι νέοι στην Ελλάδα έχουν μια μοναδική ευκαιρία. Αποτελούν αριθμητικά σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος και έχουν τη δυνατότητα, εφόσον συμμετάσχουν, να ανατρέψουν αποτελέσματα, να αναδείξουν νέα πρόσωπα και να θέσουν στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας τα ζητήματα που τους αφορούν πραγματικά: στέγαση, εργασία, εκπαίδευση και περιβάλλον.
Η ψήφος, στη βαθύτερη της σημασία της, δεν είναι ένδειξη εμπιστοσύνης στο σύστημα. Είναι πράξη αυτοδιάθεσης. Είναι η δήλωση: Εγώ αποφασίζω ποιος θα με εκπροσωπεί. Αν αυτή η δήλωση παραληφθεί από τους νέους, τότε κάποιος άλλος θα την κάνει για λογαριασμό τους, διαιωνίζοντας έναν φαύλο κύκλο που αφήνει τη γενιά μας έρμαιο μιας πολιτικής που δεν την εξυπηρετεί.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από νέους που θα ψηφίσουν, όχι τυφλά, ούτε από συνήθεια, αλλά με απαίτηση. Με διεισδυτικά ερωτήματα προς τους υποψηφίους. Με κριτήριο τις γνώσεις, την ικανότητα και τη συνέπεια λόγων και έργων. Γιατί αυτό που πολλοί νέοι δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει είναι ένα απλό, αδιαμφισβήτητο γεγονός: οι ψήφοι τους μετρούν. Μετρούν σε εκλογικές περιφέρειες, μετρούν σε ποσοστά, μετρούν σε κυβερνήσεις. Μια γενιά που ψηφίζει συντεταγμένα και απαιτητικά έχει τη δύναμη να ανατρέψει αποτελέσματα, να αποκλείσει ανάξιους και να αναδείξει πρόσωπα που πραγματικά υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Ένας ικανός πολιτικός που αναδεικνύεται από μια ενεργή και απαιτητική νεολαία δεν είναι ουτοπία, είναι το μόνο ρεαλιστικό σενάριο ενός καλύτερου αύριο. Άλλωστε, η ιστορία γράφεται με παρόντες.
* Ο Σωτήρης Γεωργούλας είναι υπεύθυνος για την αγορά παραγώγων σε Ελληνική συστημική Τράπεζα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ