Η πρόσφατη κυβερνητική πρωτοβουλία για την εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια παλαιά παθογένεια της πολιτικής μας ζωής: την αντιμετώπιση του Καταστατικού Χάρτη της χώρας ως εργαλείο τρέχουσας πολιτικής διαχείρισης. Αντί το Σύνταγμα να αποτελεί το ακλόνητο ανάχωμα απέναντι στις κυβερνητικές αυθαιρεσίες, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν «εύκαμπτο» κώδικα που προσαρμόζεται στις ιδεολογικές εμμονές της εκάστοτε πλειοψηφίας.
Η δημοκρατική σταθερότητα απαιτεί ένα Σύνταγμα που αντέχει στον χρόνο. Όταν, όμως, η αναθεώρηση καθίσταται μια τακτική διαδικασία που ανοίγει με την ευκολία ενός απλού νομοσχεδίου, η αξία του υποβαθμίζεται. Η πρακτική του να αλλάζουμε τους θεμελιώδεις κανόνες «κατά το δοκούν» υποδηλώνει μια αλαζονική αντίληψη για την εξουσία. Το Σύνταγμα δεν είναι λευκό χαρτί για να αποτυπώνει το εκλογικό πρόγραμμα κανενός κόμματος· είναι η εγγύηση της συνέχειας του Κράτους Δικαίου. Η ιστορία καταδεικνύει ότι οι όποιες προσπάθειες εργαλειοποίησης της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος (ιδιαίτερα την περίοδο της δεκαετίας του 1920) δεν είχαν κανένα άλλο αποτέλεσμα, παρά μόνο την υπονόμευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην νομιμότητα και την αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος, εμπιστοσύνη η οποία αποτελεί το θεμέλιο της νομιμότητας στις σύγχρονες κοινωνίες.
Οι κυβερνητικοί βουλευτές, επομένως, καλό θα ήταν να έχουν κατά νου την αναφορά του Δημοσθένη για το πώς νομοθετούσαν οι αρχαίοι Λοκροί (αρχαίο ελληνικό φύλο που ζούσε στην περιοχή μεταξύ Φωκίδας και Αιτωλοακαρνανίας). Λέει λοιπόν ο αρχαίος Αθηναίος ρήτορας, στον Κατά Τιμοκράτους λόγο του, για τους Λοκρούς, ότι «εκεί έχουν τέτοια πεποίθηση ότι πρέπει […] να μην νομοθετούν για να ικανοποιήσουν όσους επιθυμούν να κάνουν κακό ούτε όσους επιθυμούν να ξεφύγουν για το κακό που έκαναν, ώστε, αν κανείς θέλει να θεσπίσει έναν καινούργιο νόμο, νομοθετεί βάζοντας τον λαιμό του στη θηλιά μιας αγχόνης, και αν φανεί ότι ο νόμος είναι καλός και χρήσιμος, ο νομοθέτης συνεχίζει να ζει και μπορεί να φύγει, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, η θηλιά σφίγγει και αυτός πεθαίνει». Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό θα πρέπει να συμβαίνει και σήμερα, αλλά ότι θα πρέπει (ειδικά για το Σύνταγμα) να υπάρχει μεγάλη περίσκεψη και πολλή αιδώς. Εξάλλου οποιαδήποτε απόπειρα συνταγματικής μεταβολής χωρίς τη διασφάλιση της ευρύτατης συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων είναι εξ ορισμού προβληματική. Το Σύνταγμα είναι το «κοινό σπίτι» όλων των πολιτών. Η επιβολή αλλαγών μέσω οριακών πλειοψηφιών δεν είναι μεταρρύθμιση, είναι μονομερής ενέργεια που διχάζει και αποδυναμώνει τη θεσμική συνοχή. Χωρίς το βάρος μιας καθολικής πολιτικής και κοινωνικής συμφωνίας, οι νέες διατάξεις θα στερούνται το απαραίτητο ηθικό κύρος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία τους.
Η πρόθεση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων (Α.Ε.Ι. με μορφή ανωνύμων εταιρειών) αποτελεί το πλέον ακανθώδες σημείο της επιχειρούμενης αναθεώρησης. Η μετατροπή της παιδείας από δημόσιο αγαθό σε εμπορεύσιμο προϊόν πλήττει τον πυρήνα της κοινωνικής δικαιοσύνης και θέτει εν αμφιβόλω κάθε αντίληψη κοινωνικού κράτους. Το Άρθρο 16 δεν είναι ένας «αναχρονισμός» που εμποδίζει την ανάπτυξη, αλλά μια συνειδητή επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη να προστατεύσει την ισότητα των ευκαιριών. Η είσοδος της κερδοσκοπίας στην ανώτατη εκπαίδευση θα δημιουργήσει αναπόφευκτα πτυχία και πολίτες δύο ταχυτήτων, υπονομεύοντας τη δωρεάν παιδεία που αποτελεί το τελευταίο οχυρό κοινωνικής κινητικότητας στη χώρα μας.
Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν πάσχει από ένα «γερασμένο» Σύνταγμα, αλλά από μια συστηματική απροθυμία των πολιτικών της προσώπων να το σεβαστούν. Η λύση στα προβλήματα της χώρας δεν βρίσκεται στην αναδιατύπωση άρθρων, αλλά στην ειλικρινή δέσμευση της πολιτικής ηγεσίας στην τήρηση του πνεύματος του νόμου. Αν, λοιπόν, πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα σε κάτι, αυτό θα πρέπει να είναι οι διατάξεις που επιτρέπουν στους πολιτικούς να αισθάνονται ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν ανενόχλητοι, και πως δε δίνουν λογαριασμό σε κανέναν.
Η αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, το οποίο ρυθμίζει την ποινική ευθύνη των υπουργών, αποτελεί επιτακτική ανάγκη για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς. Το ισχύον πλαίσιο, με τις σύντομες προθεσμίες παραγραφής και τις σύνθετες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, έχει δημιουργήσει την πεποίθηση ότι τα μέλη της εκτελεστικής εξουσίας απολαμβάνουν μια ιδιότυπη ασυλία. Αυτό το αίσθημα «ανέγγιχτης πολιτικής κάστας» διαβρώνει τα θεμέλια του κράτους δικαίου, καθώς η δικαιοσύνη φαίνεται να λειτουργεί με δύο ταχύτητες: μία για τον απλό πολίτη και μία, σαφώς ευνοϊκότερη, για το πολιτικό προσωπικό.
Προκειμένου να τερματιστεί η αίσθηση ανευθυνότητας, η συνταγματική αλλαγή πρέπει να στοχεύει στην πλήρη εξίσωση της ποινικής μεταχείρισης των υπουργών με εκείνη των υπόλοιπων πολιτών για αδικήματα που δεν σχετίζονται στενά με την άσκηση των καθηκόντων τους. Η κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας που επιτρέπει την παραγραφή αδικημάτων σε ελάχιστο χρόνο είναι το πρώτο βήμα για να εμπεδωθεί η αίσθηση ότι η εξουσία συνεπάγεται ευθύνη και όχι ακαταδίωκτο. Μόνο μέσα από ένα σύστημα όπου η δικαιοσύνη θα αποδίδεται από τα τακτικά δικαστήρια χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις, μπορεί να διασφαλιστεί η διαφάνεια και να πειστούν οι πολίτες πως η εκτελεστική εξουσία δεν στέκεται υπεράνω του νόμου, αλλά κρίνεται καθημερινά από αυτόν.
Δεν χρειαζόμαστε νέο Σύνταγμα για να έχουμε διαφάνεια, αξιοκρατία και δικαιοσύνη. Χρειαζόμαστε πολιτικούς που θα τιμούν τις αρχές που το Σύνταγμα ήδη επιτάσσει. Η πραγματική μεταρρύθμιση ξεκινά από τον αυτοπεριορισμό της εξουσίας και τον σεβασμό στις υφιστάμενες δημοκρατικές κατακτήσεις. Πολύ περισσότερο στην θέσπιση ουσιαστικής και πραγματικής διάκρισης των εξουσιών. Οτιδήποτε άλλο είναι μια επικίνδυνη φυγή προς τα εμπρός, που αφήνει τους θεσμούς έκθετους στις ορέξεις της συγκυρίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ