“…θα πάω εκεί στην αραπιά,/ γιατί μ’ έχουν μιλήσει,/ για μια μεγάλη μάγισσα,/ τα μάγια να μου λύσει…” Βασίλης Τσιτσάνης (1940)

Γράφει η Αφέντρα Γ. Μουτζάλη, Επίτιμη Έφορος Αρχαιοτήτων

Τα θέματα της μαγείας ασκούν γοητεία στο ευρύ και όχι μόνο, κοινό. Η μαγεία και η θρησκεία έχουν κοινή αφετηρία. Ο άνθρωπος πίστευε σε αόρατες, υπερβατικές δυνάμεις, οι οποίες εξουσίαζαν τη ζωή, την υγεία, την ευημερία, την ασφάλεια και την καλοτυχία του. Η πίστη σε αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις και οι λατρευτικές πρακτικές, δημιούργησαν τη θρησκεία, ενώ κάποιες τελετουργίες υπηρέτησαν τη μαγεία. Μαγικά δεσίματα και καρφώματα, κατάρες, προσευχές και φυλακτά δημιουργούνται διαχρονικά και συντηρούνται από πάθη ασίγαστα ανθρώπων, όπως η απληστία, η οργισμένη εκδίκηση, ο φθόνος και η λαγνεία. Εθνολόγοι, αρχαιολόγοι και ιστορικοί ερευνούν τη μαγεία, επειδή φωτίζει σκοτεινές όψεις της κοινωνίας του παρελθόντος.

Μαγεία στα βυζαντινά χρόνια
Στο άρθρο μας αυτό θα παρουσιάσουμε τη μαγεία στα βυζαντινά χρόνια και τους τρόπους με τους οποίους η Πολιτεία και η Εκκλησία την αντιμετώπισε. Ευερμήνευτο βεβαίως είναι ότι στα στενά πλαίσια ενός άρθρου, δεν μπορεί να εξαντληθεί ένα τόσο μεγάλο θέμα.
Μεταλλικά ελάσματα με κατάρες, κατάδεσμοι, χρονολογούνται από τον 5ο αιώνα πΧ έως και τον 7ο αιώνα μ Χ και έχουν βρεθεί σε όλες τις περιοχές της ανατολικής μεσογειακής λεκάνης. Τα μεταλλικά ελάσματα, τα δίπλωναν, τα κάρφωναν μ’ ένα καρφί και τα τοποθετούσαν μέσα σε τάφους, ιερά χθονίων θεοτήτων, υπόγειες πηγές υδάτων όπως πηγάδια ή λουτρά. Επίσης τις κατάρες, όπου και να ήταν γραμμένες τίς τοποθετούσαν και στους εξωτερικούς τοίχους της οικίας του θύματος, επειδή πίστευαν ότι όσο πιο κοντά στο θύμα ερχόταν η κατάρα τόσο πιο εξασφαλισμένη ήταν η επιτυχία της.
Από πολύ νωρίς στην Ρώμη, η μαγεία είχε ποινικοποιηθεί ως προς δύο κυρίως πράξεις: την άσκηση λατρείας μη ανεκτής από την έννομη τάξη και τη σχέση με δηλητηριώδεις ουσίες. Έτσι εξηγείται που η λέξη φαρμακός έγινε συνώνυμη με τη λέξη μάγος. Ήδη από την αρχαιότητα επικρατούσε η γενικότερη νοοτροπία, ότι μπορούσε κάποιος να βλάψει ή να εξουδετερώσει τον εχθρό του ή αυτόν που μισούσε και με μαγικά μέσα, ένα από τα οποία ήταν και οι κατάδεσμοι.
Οι αρχαίοι κατάδεσμοι συνήθως γραφόνταν πάνω σε μεταλλικά ελάσματα, πρακτική που εξακολουθεί να υπάρχει και κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Οι κατάδεσμοι ήταν συνήθως μεταλλικά ελάσματα πάνω στα οποία ήταν γραμμένο το όνομα αυτού που ήθελαν να πάθει κα-κό, με τις σχετικές κατάρες. Στα βυζαντινά και τα νεότερα χρόνια, τους καταδέσμους τους έθαβαν μέσα σε τάφους, στα θεμέλια σπιτιών, στα υπνοδωμάτια, στην είσοδο ή την έξοδο ή τη θύρα του σπιτιού, στο λουτρό, στο εργαστήριο, στον κοπρώνα, στην αυλή. Καταδέσμους έκαναν επίσης και για λόγους ερωτικούς, τόσον στην αρχαιότητα όσο και στο Βυζάντιο, είτε για να προσελκύσουν κάποιον που επιθυμούσαν ως ερωτικό σύντροφο, είτε για να τον εκδικηθούν μετά από χωρισμό.
Μια άλλη μορφή καταδέσμων ήταν ανθρώπινα ομοιώματα τρυπημένα με καρφιά ή πασσαλίσκους, οι λεγόμενες καταπασσαλεύσεις. Ανάλογα με το που τοποθετούσαν τα καρφιά ή τους πασσαλίσκους ερχόταν το κακό στο μισούμενο άτομο, θάνατος εάν το καρφί ή ο πασσαλίσκος ήταν στη καρδιά, τύφλωση εάν ήταν στα μάτια, παράλυση χεριών ή ποδιών αν ήταν σε αυτά.

Μαγικά τερτίπια και οι πολέμιοί τους
Τα δημόσια αγωνίσματα στο Βυζάντιο συγκέντρωναν πλούσια τη δράση των μάγων. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει τη χρήση μαγικών μέσων στις ιπποδρομίες και στις θηριομαχίες (PG 61,103). Στις αρματοδρομίες συνήθως ένας μάγος αναλάμβανε για λογαριασμό του πελάτη του, με διάφορα μαγικά τερτίπια και μεθόδους επίκλησης των υπερφυσικών δυνάμεων, είτε να καταστήσει τους αντιπάλους ανίκανους να οδηγήσουν με επιδεξιότητα το άρμα τους, είτε τα άλογά τους ανίκανα να τρέξουν.
Σε όλες τις περιόδους της βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι κατάδεσμοι εξακολουθούν να υπάρχουν. Για την Πρωτοβυζαντινή περίοδο έχουμε πληροφορίες για χρήση καταδέσμων από μαγικούς παπύρους και τον Φλάβιο Ιώσιππο. Αξίζει να σημειωθεί εδώ η διάκριση ανάμεσα στη καλή, λευκή και την κακή, μαύρη μαγεία. Η Εκ-κλησία βεβαίως από τις πρώτες συνόδους καταδίκασε τη μαγεία και την μαντεία. Χαρακτηριστικός είναι ο κανόνας 36 της Συνόδου της Λαοδικείας που προβλέπει παντελή αφορισμό σε κληρικούς που γίνονται μάγοι ή επαοιδοί ή μαθηματικοί ή αστρολόγοι, ή κατασκευάζουν τα λεγόμενα φυλακτήρια. Πολεμική κατά των μάγων έκαναν οι πατέρες του 4ου αιώνα και κυρίως ο Μ. Βασίλειος, ο οποίος εκτός των άλλων ψέγει τις μητέρες που αν αρρωστήσει το παιδί τους φωνάζουν μάγο αντί να τρέξουν στο γιατρό.
Ο Μέγας Βασίλειος κατατάσσει την μαγεία στα βαρύτατα εκκλησιαστικά παραπτώματα, ορίζει την ποινή των μάγων σε 20ετή αφορισμό και εκείνους που προσφεύγουν στις υπηρεσίες τους σε έξι χρόνια αποκλεισμό από τη Θεία Κοινωνία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία του Μ. Βασιλείου για ερωτικούς καταδέσμους που έκαναν γυναίκες και είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο. Αξίζει να σημειωθεί, όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής Σπύρος Τρωιάνος, ότι οι γυναίκες για λόγους κοινωνικούς, ψυχολογικούς αλλά και φυσιολογικούς δεν μπορούσαν να επιλέξουν φανερά τον ερωτικό τους σύντροφο. Αυτό τις ανάγκαζε να χρησιμοποιήσουν διάφορα μαγικά μέσα όπως επικίνδυνα καταπότια, τα οποία μπορούσαν να προκαλέσουν ακόμα και το θάνατο των ανδρών που επιθυμούσαν ερωτικά.
Ακόμα και οι ηγεμόνες υπέκυπταν στη γοητεία των μάγων, των μάντεων ή των αστρολόγων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Κωνσταντίνου ΣΤ΄, που επιχείρησε τον Ιούλιο του 792 ατυχή εκστρατεία κατά των Βουλγάρων, επειδή παρασύρθηκε από παραπλανητικές προφητείες: “θερμοπνοήσας δέ ὁ βασιλεύς καί ὑπό ψευδοπροφητῶν πεισθείς, ὡς αὐτοῦ ἔσται ἡ νίκη, ἀσκόπως καί ἀτάκτως συνέβαλε πόλεμον καί ἡττᾶται σφοδρῶς”, γράφει ο χρονογράφος Θεοφάνης (έκδοση C. De Boor, τ. 1, Λειψία 1883, σελίδες 467, 30).

Η νομική και εκκλησιαστική γλώσσα
Η πολιτειακή νομική γλώσσα και η εκκλησιαστική δεν συνέπιπταν στην έννοια της λέξεως μάγος. Για μεν την πολιτεία μάγος ήταν όποιος ανέπτυσσε βλαπτική δραστηριότητα υπό οποιαδήποτε μορφή, ενώ για την εκκλησία ήταν καθένας που επεδίωκε να προσεγγίσει και να καθυποτάξει κάποιες υπερφυσικές δυνάμεις για ορισμένο σκοπό.
Μια διέξοδος για να απαλλαγούν οι μάγοι από την κατηγορία της ειδωλολατρίας ήταν να περιβληθούν οι σχετικές πρακτικές τους με κάποιο χριστιανικό ένδυμα. Φαίνεται ότι η προσπάθεια αυτή δεν έμεινε χωρίς επιτυχία. Κατά τη χριστιανική αντίληψη, κάθε υπερφυσικό γεγονός που φαινομενικά προκαλείται με ανθρώπινη ενέργεια, μπορεί να αποδοθεί μόνον στη βοήθεια των πονηρών πνευμάτων, των δαιμόνων.
Στη βυζαντινή θεολογία η επικοινωνία μάγων και μάντεων με δαίμονες αποτελεί κοινό τόπο. Η Εκκλησία προσπάθησε να πείσει τους χριστιανούς να προσφεύγουν στη βοήθειά της και σε περιπτώσεις σωματικών παθών. Καρπός αυτής της τάσης της Εκκλησίας ήταν η δημιουργία αυτοτελών συλλογών θαυμάτων αγίων, που δεν συνοδεύονταν από τους αντίστοιχους βίους. Αυτό το νέο αγιολογικό είδος είχε μεγάλη διάδοση και άσκησε σημαντική επίδραση. Αξιοσημείωτο είναι ότι σώζονται χριστιανικά κείμενα που περιέχουν κατάρες και με τα οποία οι συντάκτες τους επιδιώκουν να μεταβάλουν τον Θεό σε διεκπεραιωτή των προσωπικών τους εκδικητικών διαθέσεων, εφόσον του ζητούν να καταστρέψει κάποιον κατονομαζόμενο εχθρό τους. Η εν Τρούλλω σύνοδος, 691/692, αφιέρωσε αρκετούς κανόνες στην εκρίζωση διαφόρων ειδωλολατρικής προελεύσεως εθίμων. Ειδικότερα οι κανόνες 61 και 65, στράφηκαν κατά των μάγων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε επιστολή του Πατριάρχη Φωτίου, σώζεται η απάντηση που έδωσε σε ερώτημα μητροπολίτη, για το ποια επιτίμια έπρεπε να επιβάλει σε κάποιους που αναζητώντας θησαυρό έσφαξαν και καταβρόχθισαν ένα σκύλο, με την πεποίθηση ότι αυτό αποτελούσε το μόνο ασφαλές μέσο για την ανεύρεση του θησαυρού. Απαντώντας ο Φώτιος στον μητροπολίτη, τον συμβούλεψε να επιβάλλει επιτίμιο 40 ημερών, αντιμετωπίζοντας το παράπτωμα ως μιαροφαγία, ενώ παλαιότεροι κανόνες επέβαλλαν διετή αφορισμό.

Νομοθεσία Ισαύρων και Μακεδόνων
Η νομοθεσία των Ισαύρων και των Μακεδόνων διατήρησε τη διάκριση ανάμεσα στην καλή και την κακή μαγεία και στράφηκε μόνο κατά της τελευταίας.
Οι Ίσαυροι αφιέρωσαν στο θέμα της μαγείας τρεις διατάξεις της “Εκλογής” 17.42 – 44. Με αυτές τιμωρούνταν: α. όσοι παρείχαν σε άλλον οποιοδήποτε ποτό με συνέπεια το θάνατό του, β. οι μάγοι και οι φαρμακοί που επικαλούνταν δαίμονες προς βλάβην των ανθρώπων, και γ. όσοι κατασκεύαζαν και πωλούσαν φυλακτά, εκμεταλλευόμενοι την αφέλεια των ανθρώπων για αισχροκερδείς σκοπούς. Τα δύο πρώτα εγκλήματα τιμωρούνταν με θάνατο, το τρίτο με γενική δήμευση της περιουσίας τους και εξορία.
Ενάμιση αιώνα μετά τη δημοσίευση της “Εκλογής” η νομοθεσία των Ισαύρων αναθεωρήθηκε από τους Μακεδόνες πρώτα με την “Εισαγωγή” και στη συνέχεια με τον “Πρόχειρο Νόμο”. Στα δύο αυτά νομοθετήματα, δηλαδή την “Εισαγωγή” και τον “Πρόχειρο Νόμο”, περιέχονται πολύ περισσότερες διατάξεις κατά των μάγων από όσες έχει η “Εκλογή”. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η νεαρά 65 του Λέοντα του Σοφού που τονίζει ότι η μαγεία είναι ολέθρια, ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου σκοπού. Σημειωτέον ότι ο Θεοφύλακτος Αχρίδος αποδέχεται την αστρολογία ως θεμιτή για την πρόβλεψη του μέλλοντος, όταν ασκείται με επιστημονικά δεδομένα.
Δύο αιώνες αργότερα ο Ιωάννης Ζαχαρίας, ιατρός και μοναχός, μέλος του κύκλου των διανοουμένων γύρω από τον Θεόδωρο Μετοχίτη, προστίθεται στους υπερασπιστές της αστρολογίας. Στο προοίμιο της νεαράς 65 ο Λέων ο Σοφός καταφέρεται εναντίον εκείνων που επικαλούνται τους δαίμονες και όχι τον Ιησού Χριστό. Μερικοί το εξέλαβαν αυτό ως συμβουλή και το παρερμήνευσαν. Κάποια στιγμή κάνουν την εμφάνισή τους προσευχές για την ίαση ασθενειών, την αποτροπή κινδύνων, την αντιμετώπιση καταστάσεων ανάγκης που δεν διαφέρουν από τους παλαιούς μαγικούς τύπους. Αυτές οι προσευχές θύμιζαν με την πάροδο του χρόνου όλο και πιο πολύ μαγικές επωδές και το χειρότερο, προϋπέθεταν συχνά τη σύμπραξη ιερέα που τον μετέβαλλαν άθελά του σε ένα είδος μάγου. Τα κέρδη από τη δραστηριότητα των μάγων ήταν μεγάλα.
Ο βιογράφος των ιαματικών αγίων Κύρου και Ιωάννου, μοναχός Σωφρόνιος¹ αναφέρει την περίπτωση κάποιου Ιουστίνου, ο οποίος εγκατέλειψε την ερωμένη του και κείνη για να τον εκδικηθεί με μαγγανείες νέκρωσε τα χέρια, τα πόδια και κάθε μέλος του σώματός του.

Τι ήταν οι κατάδεσμοι;
Κατ’ αρχήν κατάδεσμος σημαίνει, όπως δηλώνει η λέξη (κατά + δεσμός), δέσιμο. Αναλυτικότερα, κατάδεσμος είναι μαγική πράξη που πιστεύεται ότι προκαλεί εμπόδιο ή βλάβη σε κάποιον ή ότι τον αναγκάζει να κάνει κάτι. Η νοοτροπία περί καταδέσμων υπάρχει στην αρχαιότητα, στα βυζαντινά, αλλά και στα νεότερα χρόνια.
Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι κατάδεσμοι γραφόνταν πάνω σε μεταλλικά ή μολύβδινα ελάσματα, πρακτική που εν ολίγοις συνηθίζεται και στα βυζαντινά χρόνια. Επίσης κατάδεσμοι με μαγικά σύμβολα γραφόνταν πάνω σε πέταλα από κασσίτερο όπως προκύπτει από σχετική αναφορά στο βίο του οσίου Ευθυμίου².
Ο μόλυβδος και ο σίδηρος αποτελούν συνηθισμένα υλικά καταδέσμων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ευχή του μεγαλομάρτυρος Τρύφωνος, κατ’ εξοχήν αγροτικού αγίου, όπου απειλούνται τα ζωύφια του αγρού ότι θα δεθούν (θα εξουδετερωθούν) με μόλυβδο και σίδηρο. Προκειμένου να μην καρποφορήσει το αμπέλι ή το χωράφι κάποιου αντιπάλου, σύμφωνα με οδηγία αστρολογικού κώδικα εποχής, αρκεί να γραφτεί η επιθυμία σε τμήμα μολύβδου και αυτό να θαφτεί στο χωράφι ή στο αμπέλι.
Στο βίο της οσίας Δομνίκης³ αναφέρεται η περίπτωση γυναίκας, που οι υπηρέτες της τοποθέτησαν μέσα στο προσκέφαλό της πέταλα με σατανικά χαράγματα. Η μαγγανεία αποκαλύφθηκε όταν σκίστηκε το προσκέφαλο και βρέθηκαν τα πέταλα.
Ο Μιχαήλ Ψελλός⁴ (1018 -1081) καταγράφοντας μια γενικότερη νοοτροπία της εποχής του, αναφέρει ότι τα δαιμόνια προκαλούν κακό απ΄ αυτούς που τα επικαλούνται με μαγγανείες και μαγικά χαράγματα πάνω σε μόλυβδο ή κερί και δένονται με λεπτό νήμα.
Σε ευχή προς τον άγιο Κυπριανό⁵ για να λύσει κατάδεσμο που είχε γίνει σε ανδρόγυνο με σκοπό τον χωρισμό του, αναφέρεται ότι οι κατάδεσμοι γινόταν πάνω σε χρυσό, ασήμι, χαλκό, σίδηρο, μολύβι και κασσίτερο.
Ο Θεόδωρος Βαλσαμών αναφέρει ότι η σύζυγος του αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, Ζωή, ήταν βαριά άρρωστη και οι γιατροί είχαν αποκλείσει κάθε ελπίδα θεραπείας: “διά τήν τῶν πολυειδῶν νοσημάτων ἐναντιότητα”. Τότε εμφανίστηκαν οι μάγοι ισχυριζόμενοι ότι η σεβαστή Ζωή έπασχε από “μαγικές μαγγανείες” και υποσχόταν να τη γιατρέψουν. Αφού όμως μεταχειρίστηκαν πολλά και διάφορα μαγικά τερτίπια εξαφανίστηκαν άπρακτοι. Η άρρωστη βεβαίως μετά από λίγο πέθανε⁶.

Στη θάλασσα τα μάγια
Ήδη από το 1892 ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης δημοσιεύει άρθρο με τίτλο “Παλαιογραφική σταχυολογία εκ των μαγικών βιβλίων⁷”. Σε χειρόγραφο του 19ου αιώνα αναφέρεται καταπασσάλευση κήλης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχαίοι συνήθιζαν να θάπτουν τους καταδέσμους μέσα σε τάφους. Σύμφωνα με ευχή του αγίου Κυπριανού, ο οποίος σημειωτέον λύνει τα μάγια, το δέσιμο ανδρογύνου γινόταν μέσα σε τάφους ή μέσα σε κρανίο νεκρού. Στα αρχαία χρόνια έριχναν τους καταδέσμους μέσα σε πηγάδια ή στη θάλασσα, τελετουργία που συνεχίζεται και στο Βυζάντιο. Πετούσαν τους καταδέσμους στη θάλασσα, διότι πίστευαν ότι δεν θα βρεθούν ποτέ και άρα δεν θα εξουδετερωθούν. Η αντίληψη που επικρατούσε ήταν πως αν δεν βρεθεί ο κατάδεσμος, η μαγεία παραμένει άλυτη και ισχύει διαπαντός. Χαρακτηριστικό της επιβίωσης της νοοτροπίας αυτής στα νεότερα χρόνια, είναι η αποφυγή θαλάσσιου μπάνιου, την ημέρα της εορτής της Αγίας Μαρίνας, 17 Ιουλίου, διότι πίστευαν ότι αυτή την ημέρα μάγοι και μάγισσες έριχναν στη θάλασσα τα μάγια. Οι βυζαντινοί κατάδεσμοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους απλούς καταδέσμους με χρήση θώμιγγος, σπάγκου, ή άλλης φύσεως νήματος και στις καταπερονήσεις ή καταπασσαλεύσεις⁸. Καταπερόνηση ή καταπασσάλευση ήταν η τελετουργία διατρύπησης ανθρώπινου ομοιώματος με καρφί ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο.

Το δέσιμο και λύσιμο
Οι ιαματικοί άγιοι Κύρος και Ιωάννηςᶢ τον 6ο αιώνα μΧ αφού θεράπευσαν τον Κύπριο Θεόδωρο, τον λεγόμενο Λορδόποδα, του υπέδειξαν να στείλει κάποιον από τους υπηρέτες να σκάψει κάτω από το υπνοδωμάτιό του, για να βρει τα μάγια. Ο Θεόδωρος έπραξε όπως τον συμβούλεψαν και όντως βρήκε τις μαγγανείες. Τον 7ο αιώνα κάποιος Θεόφιλος, του οποίου είχαν παραλύσει τα χέρια και τα πόδια, θεραπεύτηκε όταν μετά από υπόδειξη των ιαματικών αγίων Κύρου και Ιωάννη¹⁰ βγήκε από τη θάλασσα αγαλματίδιο με καρφωμένα τα χέρια και τα πόδια. Το ανθρώπινο ομοίωμα σκόπιμα οι εχθροί του Θεόφιλου έριξαν στο βυθό της θάλασσας, για να μη βρεθεί ποτέ και ως εκ τούτου να μη λυθεί η καταπασσάλευση.
Σύμφωνα με τη σχετική διήγηση ο Θεόφιλος, που είχε παραλύσει χειροπόδαρα, παρακάλεσε του αγίους Κύρο και Ιωάννη να τον θεραπεύσουν. Παρουσιάστηκαν λοιπόν οι άγιοι στον ύπνο του και του είπαν, το πρωί να πληρώσει τον ψαρά της περιοχής του να του παραδώσει ό,τι πιάσει στα δίχτυα του. Έτσι και έγινε.
Ο ψαράς ανέσυρε κιβωτίδιο, μέσα στο οποίο υπήρχε ανδρείκελο με καρφωμένα τα χέρια και τα πόδια. Μόλις βγήκαν τα καρφιά από τα χέρια και τα πόδια του ανδρεικέλου, ο Θεόφιλος έγινε καλά. Παράλυση σαν και αυτή του Θεοφίλου έπαθε και μια γυναίκα, ονομαζόμενη Ευπραξία, μετά από μαγγανεύματα που της έκαναν οι υπηρέτριες της. Οι υπηρέτριες της Ευπραξίας είχαν τοποθετήσει τα μάγια μες το προσκέφαλο της και κάτω από το κατώφλι της θύρας της. Στο όνειρο της Ευπραξίας εμφανίστηκε ο προφήτης Ησαΐας,¹¹ ο οποίος της υπέδειξε το σημείο όπου βρισκόταν τα μαγγανεύματα και αφού τα βρει, να τα κάψει.
Από αγιολογικές και άλλες πηγές προκύπτει ότι από τον 10ο ως τον 12ο αιώνα, οι βυζαντινοί εξακολουθούσαν να κάνουν μαγγανείες για τους εχθρούς τους, χρησιμοποιώντας κέρινα ομοιώματα που τοποθετούσαν σε διάφορα απόκρυφα σημεία του σπιτιού του θύματος.
Τον 14ο αιώνα ο Ματθαίος Βλάσταρης¹² αναφέρει ότι πολλοί καλούσαν στα σπίτια τους μάντεις για να βρουν μαγγανεύματα και φαρμακείες.
Από διήγηση του Δημητρίου Χωματιανού¹³ πληροφορούμαστε ότι κάποιος Γιαννιώτης, μετά το γάμο του εγκατέστησε στο σπίτι του δήθεν ως θεραπαινίδα, μια από τις παλλακίδες του. Μετά την εγκατάσταση της θεραπαινίδος στο σπίτι του Γιαννιώτη, άρχισαν να βρίσκονται στις γωνίες του διάφορα μάγια όπως κεφαλές φιδιών, κέρινα ομοιώματα κλπ. Μετά από λίγο η σύζυγός του αρρώστησε βαριά και πέθανε από ημιπληγία.

Μαγικές τελετουργίες
Εκτός από τους καταδέσμους και τις καταπασσαλεύσεις που περιγράψαμε ανωτέρω, οι βυζαντινοί συνήθιζαν να κόβουν τμήματα ανδριάντων. Σχετική είναι η πληροφορία που μας παρέχει ο χρονογράφος Μιχαήλ Γλυκάς¹⁴ και αναφέρεται στο Ρωμανό Λακαπηνό: … “οὓτω Ρωμανός ὁ Λακαπηνός ὑπό Ἰωάννου τινός ἀστρονόμου καταπεισθείς, διέταξε ν’ ἀποκόψωσι τήν κεφαλήν τοῦ ἀγάλματος τοῦ ἱσταμένου ἂνωθεν τῆς ἐν Ξηρολόφῳ ἁψῖδος καί ἐστοιχειωμένου ὑπέρ το ἡγεμόνος τῶν Βουλγάρων Συμεών”. Έτσι όπως διηγείται ο χρονογράφος, ο Συμεών την ίδια στιγμή πέθανε από καρδιακή προσβολή: “νόσῳ κατά καρδίας ἁλούς”.
Εκτός από τις καταπασσαλεύσεις που έκαναν οι βυζαντινοί γι’ αυτούς που θεωρούσαν εχθρούς τους ή για τους ανταγωνιστές τους, πραγματοποιούσαν και κάποιες μαγικές τελετουργίες προκειμένου να ομολογήσει ο κλέφτης την κλοπή.
Στην αρχαιότητα αλλά και στα βυζαντινά χρόνια καταπασσάλευση του πονηρού, βάσκανου οφθαλμού ή κακού οφθαλμού, γινόταν με τρίαινα ή τρία μαχαίρια, όπως προκύπτει από παραστάσεις σε φυλακτά. Τα τρία μαχαίρια πιθανόν προέρχονται από την τρίαινα, όπως φαίνεται σε ανάγλυφα όπου παριστάνεται άνδρας να καρφώνει τον πονηρόν οφθαλμόν μ’ αυτήν. Στα νεότερα χρόνια τα τρία μαχαίρια στην Κύπρο, ονομάζονται μαχαίριν τρικάρφιν. Το μαχαίρι αυτό χρησιμοποιούσαν στην Κύπρο για να θεραπεύσουν το ζηληκούρτιν, δάγκωμα φιδιού και άλλα.
Στα βυζαντινά χρόνια, πίστευαν και στην καταπασσάλευση μολυσματικών ασθενειών όπως η πανούκλα, η ευλογιά, η χολέρα, το αδελφικόν (επιληψία), το ανεμοπύρωμα (ερυσίπελας) κλπ. Καταπασσαλεύσεις έκαναν και στα δέντρα κάποιου που τον μισούσαν, τοποθετώντας στη ρίζα τους πυρακτωμένα καρφιά για να ξεραθούν.
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στα νεότερα χρόνια δεν υπήρχε σεβασμός ούτε και σε αυτό ακόμα, το μυστήριο της Θείας Μετάληψης, όπως προκύπτει από νομοκάνονα του 18ου ή 19ου αιώνα: “…βλέπε καί τοῦτο, πνευματικέ, ὃτι πολλαῖς τῶν γυναικῶν λαμβάνουν τήν θείαν κοινωνίαν, καί ἑνώνουν αὐτήν μετά ὓδατος, καί κολυμβοῦν μετ’ ἐκεῖνο, καί τοῦτο τό κάμνουν δία νά ταῖς ἀγαποῦν οἱ ἂνδρες…”¹⁵
Στα νεότερα χρόνια, επίσης, οι κυνηγοί που κυνηγούσαν στη περιοχή της Βαμβακούς Λακωνίας (Κελαφίνας), Δήμου Οινούντα, όπως αναφέρει ο Φαίδων Κουκουλές¹⁶ καταπασσάλευαν την αστοχία και την αναποδιά καρφώνοντας ένα ξυλάκι στο χώμα και λέγοντας: “καρφώνω την αναποδιά και την αναμουτζωμάρα”.
Αυτή τη μορφή καταπασσάλευσης υπαινίσσεται και ο λόγιος, μοναχός του 15ου αιώνα Ιωσήφ Βρυέννιος¹⁷ λέγοντας: “Ὲπί ἀγρών εὐφορίᾳ καί βοσκημάτων πληθυσμῷ καί ὑγείᾳ, κυνηγεσίων ἐπιτυχίᾳ τε καί ἀμπέλων ἐπικαρπίᾳ, αἱ ἐπῳδαί ἡμῖν καταφύγιον”.

Η μαγική καταπασσάλευση
Απ΄ όσα αναφέραμε ανωτέρω, φαίνεται ότι η μαγική καταπασσάλευση ήταν αρκετά διαδεδομένη στα βυζαντινά χρόνια, αν και η Εκκλησία την καταδίκαζε ως έργον του διαβόλου.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Δημητρίου Χλωρού, μοναχού, ιατρού, αστρολόγου και μάγου του 14ου αιώνα που δικάστηκε και καταδικάστηκε για μαγεία και άσκηση κίβδηλης ιατρικής. Ο Χλωρός υπήρξε επίσης πρωτονοτάριος και γραμματέας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ιατροί που κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας εναντίον του, τον χαρακτήρισαν ντροπή της ιατρικής και άνθρωπο που προσβάλει την μνήμη του Ιπποκράτη και του Γαληνού.
Ο Δημήτριος Χλωρός μετέφρασε αποσπάσ-ματα από τις αρχαίες Κυρανίδες και συνέταξε ένα χειρόγραφο με ξόρκια που λάμβαναν υπόψη τους γριμόρια της εποχής, ισχυριζόμενος ότι επικοινωνεί με πονηρά πνεύματα, αγγέλους και δαίμονες. Για όλα αυτά ο Χλωρός καταδικάστηκε να εγκλειστεί επιτηρούμενος στη μονή Περιβλέπτου Κωνσταντινουπόλεως.

Τα μάγια καλά κρατούν
Στους αιώνες που ακολούθησαν την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, στους λεγόμενους μεταβυζαντινούς χρόνους, μάγοι, μάντεις και αστρολόγοι εξακολουθούσαν τη δράση τους σε βάρος αφελών, απελπισμένων και εύπιστων ανθρώπων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η επήρεια των μαγικών παπύρων και των σχετικών με τη μαγεία βιβλίων είναι αναμφισβήτητη για τα βυζαντινά και τα νεότερα χρόνια, όπως γράφει ο Νικόλαος Πολίτης¹⁸. Τα ιατροσόφια και οι σολωμονικές που διασώθηκαν στους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, προϋποθέτουν παλαιότερα πρότυπα. Οι Σολωμονικές προήλθαν από τους μαγικούς παπύρους και προοριζόταν, όπως και τα ιατροσόφια, για χρήση αμόρφωτων τσαρλατάνων. Ευερμήνευτον είναι ότι τόσον οι Σολωμονικές όσον και τα ιατροσόφια, αν και προήλθαν από τους μαγικούς παπύρους, βρίθουν λαθών, παρερμηνειών και σολοικισμών.
Με τον γραπτό ή προφορικό λόγο, ο άνθρωπος πιστεύει ότι μπορεί να εξουσιάσει το υπερβατικό δηλαδή υπερφυσικές δυνάμεις, αγαθοποιές ή κακοποιές και να τις θέσει υπό την εξουσία του. Για τα μαγικά βιβλία, κυρίως τις Σολωμονικές, χρησιμοποιούσαν διαφορετική γραφική ύλη, κονδυλοφόρους και μελάνη με τα οποία γράφονταν τα ξόρκια, οι κατάρες και οι μαγικές επωδές. Εκτός από τις περγαμηνές και το χαρτί, οι παλιότεροι έγραφαν πάνω σε όστρακα, οστά, όπως δεξιό πλευρό ανδρός, φύλλα φοίνικα, ελιάς, δάφνης, μετάλλινα ελάσματα από χρυσό, ασήμι, μόλυβδο ή πλάκα κασσιτέρου, πέταλο αλόγου, λάμα μαχαιριού, δέρματα προβάτων, αρνιών, μοσχαριών, γουρουνιών, φιδιών, σκυλιών κα.
Μελάνια διαφόρων χρωμάτων κατασκευαζόταν από αίμα ανθρώπου, γάτου, ποντικού, περιστεριού, ορνίθων, νυχτερίδας, βοδιού κα. Για μελάνι κόκκινου χρώματος χρησιμοποιούσαν εκτός από αίμα ανθρώπου ή ζώων και κιννάβαρη. Άλλο υλικό για κατασκευή μελανιού ήταν η μυρτιά και η ζαφορά.

Η Αγία Αναστασία Φαρμοκολύτρια
Σύμφωνα με τη λαϊκή λατρεία των νεοτέρων χρόνων, η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια, που εορτάζει στις 22 Δεκεμβρίου, λύνει τα μάγια, τις φαρμακείες, όπως δηλώνει το όνομά της. Τη λαϊκή λατρεία της Αγίας, στη Σκιάθο του 19ου αιώνα, περιγράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημά του Φαρμακολύτρια¹ᶢ. Σύμφωνα με την αφήγηση του Παπαδιαμάντη, η ξαδέλφη του Μαχούλα, είχε ένα γιό και τέσσερες κόρες. Ο γιος της ο Μανωλάκης, στα είκοσί του χρόνια ερωτεύτηκε ένα μεγαλύτερό του κορίτσι και ήθελε να το νυμφευτεί, αλλά είχε τέσσερες ανύπανδρες αδελφές.
Η Μαχούλα τρομοκρατήθηκε από το γεγονός και καταφεύγει στο ξωκλήσι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας που βρισκόταν στην ενδοχώρα του νησιού κοντά στα ερείπια αρχαίου κτίσματος. Εκεί, κάνει λειτουργία στο ξωκλήσι και όταν έφυγε ο ιερέας, πραγματοποιεί περισκοινισμό ²º του ναϊδρίου, με λεπτό, κερωμένο σκοινί με αγνότατο, ανόθευτο, κερί μέλισσας, μήκους 100 οργιών. Περιέζωσε το ξωκλήσι εφτά φορές και παρακάλεσε τη Φαρμακολύτρια να λύσει τα μάγια που υποψιαζόταν ότι είχαν κάνει στο γιό της.

Άλλες τελετουργίες
Περισκοινισμός γινόταν για την απομάκρυνση επιδημιών από τους οικισμούς, κυρίως πανούκλας, χολέρας και ευλογιάς, αλλά και απλούστερων επιδημιών όπως η γρίπη.
Τέλος, σημειώνουμε ότι στη λαϊκή παράδοση οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις ασθένειες με ένα μείγμα πρακτικής ιατρικής, μαγείας, επωδών και εκκλησιαστικών ευχών. Αξιοσημείωτες είναι μερικές τελετουργίες ομοιοπαθητικής μαγείας με χρήση βοτάνων για τη θεραπεία ασθενειών, όπως για τη θεραπεία του ίκτερου²¹, κιτρινάδας, χρησιμοποιούνται σπόροι πικραγγουριάς. Για την θεραπεία του ανεμοπυρώματος, ερισύπελας, χρησιμοποιούσαν φύλλα κοκκινόνευρα.
Στην Κρήτη γητεύουν τον “τσίτο”, κριθαράκι ματιού, με έναν κόκκο κριθαριού. Στη Θράκη, το κριθαράκι που έβγαζαν στο μάτι το σταύρωναν με το κριθάρι, ύστερα έριχναν το σπόρο του κριθαριού στο φούρνο κι έλεγαν τρεις φορές: “αν φυτρώσει το κριθάρι, να βγει και το κριθάρι στο μάτι”. Τα θεραπευτικά βότανα τα συνέλλεγαν σε μέρες αγιωτικές δηλαδή, ημέρες εορτών αφιερωμένες στη Παναγία τη Φανερωμένη, τον Παντοκράτορα, τα Άγια Πάθη.

Το ιερό αντιμάχεται το βέβηλο
Από όσα είπαμε πιο πάνω, προκύπτει ότι σε όλες τις περιόδους της βυζαντινής αυτοκρατορίας, όπως και στην αρχαιότητα, υπήρχαν μάγοι που ασκούσαν μαύρη ή λευκή μαγεία.
Το κράτος αντιμετώπιζε την κακόβουλη μαγεία, εφόσον υπήρχαν θύματα και επέβαλε αυστηρές ποινές, έως και την ποινή του θανάτου. Η Εκκλησία απ’ τη πλευρά της, αντιμετώπιζε και αυτή τη μαγεία, καλή και κακή, με επιτίμια όπως πολυετείς αφορισμούς, απαγόρευση Θείας Μετάληψης κα. Οι άνθρωποι προστατεύονταν από τις υπερφυσικές, δαιμονικές δυνάμεις, που υποτίθεται ότι εξουσίαζαν οι μάγοι, με φυλακτά, σταυρούς, περίαπτα και άλλα.
Αποτροπαϊκά, επίσης, της δράσης των κακοποιών δυνάμεων είναι οι ευχές, οι προσευχές, τα ευχέλαια, και οι λειτουργίες. Αρωγοί των ανθρώπων στην εξουδετέρωση του κακού ήταν οι Ιαματικοί Άγιοι Κύρος και Ιωάννης, ο Άγιος Κυπριανός, η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια και άλλοι. Με άλλα λόγια, το ιερό αντιμάχεται το βέβηλο, σε μια αέναη σύγκρουση.
Η επιλογή χαρακτηριστικών αντικειμένων που συνοδεύουν το κείμενό μας έγινε κυρίως, από τον κατάλογο της έκθεσης «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο».²² Για διευκόλυνση των αναγνωστών μας που ενδεχομένως διαθέτουν το βιβλίο, περιγράφουμε τα αντικείμενα που επιλέξαμε, σημειώνοντας παραπλεύρως τους αριθμούς που έχουν στο κατάλογο «Η Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο».

Αναλυτικότερα οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενό μας είναι οι εξής:

Παράκληση απατημένου συζύγου, σε χάραγμα του χριστιανικού Παρθενώνα.
Χάλκινος εγκώλπιος σταυρός, πιθανόν βαπτιστικός, του οποίου η κατακόρυφη κεραία απολήγει σε κρίκο ανάρτησης. Αριθμός καταλόγου 679. Διαστάσεις: ύψος 4,2 εκατοστά, πλάτος 2,8 εκατοστά. Προέλευση παλαιοχριστιανική βασιλική Επανομής.
Χάλκινος σταυρός – περίαπτον. Αριθμός καταλόγου 684. Διαστάσεις: ύψος 3,4 εκατοστά, πλάτος 1,8 εκατοστά. Βρέθηκε στο μεσοβυζαντινό κοιμητήριο Εδέσσης και χρονολογείται στο 10ο -11ο αιώνα.
Ασημένιος σταυρός – λειψανοθήκη. Αριθμός καταλόγου 687. Διαστάσεις ύψος 7,1 εκατοστά, πλάτος 3,5 εκατοστά. Προέλευση: Δωρεά Ελένης Σταθάτου, Μουσείο Μπενάκη. Στη μία όψη εικονίζεται ο Εσταυρωμένος, ο ήλιος και η σελήνη. Στην άλλη, η Παναγία δεομένη στο τύπο της Βλαχερνήτισσας. Χρονολόγηση: 11ος αιώνας. Ο σταυρός ανήκει σε μια ομάδα λειψανοθηκών – εγκολπίων που ήταν εξαιρετικά δημοφιλή κατά την περίοδο μετά την Εικονομαχία, από τον 9ο έως το 12ο αιώνα.
Χάλκινος σταυρός – λειψανοθήκη. Αριθμός καταλόγου 692. Διαστάσεις ύψος 4,7 εκατοστά, πλάτος 2,6 εκατοστά. Προέλευση: Μακρύγιαλος Πιερίας (βυζαντινό Κίτρος). Στη όψη του εγχάρακτη διασταυρούμενη επιγραφή ΦΩΣ/ ΖΩΗ. Χρονόγηση 12ος- 13ος αιώνας.
Εγκόλπιο – φυλακτό από καστανοπράσινο στεατίτη. Αριθμός καταλόγου 706. Διαστάσεις: ύψος 4,7εκατοστά. Προέλευση: Αρχαία Κόρινθος. Στο πάνω μέρος σώζεται οπή ανάρτησης. Στη κύρια όψη εικονίζεται ο Χριστός ως Παντοκράτωρ, μετωπικός σε προτομή, κρατάει με το αριστερό χέρι Ευαγγέλιο και με το δεξί ευλογεί. Στην οπίσθια όψη με πρόχειρο χάραγμα η παράκληση: Κύριε βοήθει τον δούλο σου Μάθεα μοναχόν Αμήν. Χρονολόγηση 11ος-12ος αιώνας.
Αμφιπρόσωπος καμέος από αιματίτη. Αριθμός καταλόγου 711. Διαστάσεις: ύψος 4,6 εκατοστά, πλάτος 2,7 εκατοστά, πάχος 0,7 εκατοστά. Χρονολόγηση: 11ος – 12ος αιώνας. Προέλευση άγνωστη. Βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη. Στη μια όψη παρίσταται ο Χριστός ολόσωμος, μετωπικός και στην άλλη η Παναγία δεομένη.
Φυλακτό από αιματίτη. Αριθμός καταλόγου 712. Διάμετρος 2,8 εκατοστά. Χρονολόγηση 11ος – 12ος αιώνας. Βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο, προέλευση συλλογή Καραπάνου. Ελλειψοειδής αιματίτης με ανάγλυφη παράσταση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Τα φυλακτά με την παράσταση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ έχουν προστατευτικό και αποτροπαϊκό χαρακτήρα και συμβολίζουν τη νίκη του Αρχαγγέλου στη μάχη με τους δαίμονες.
Καμέος από αδιαφανή μαύρη υαλόμαζα. Αριθμός καταλόγου 716. Διαστάσεις: ύψος 3,2 πλάτος 2,8 εκατοστά. Χρονολόγηση: 13ος αιώνας. Βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη. Προέλευση άγνωστη. Εικονίζεται ο Άγιος Θεόδωρος έφιππος, δρακοντοκτόνος.
Αποτροπαϊκό φυλακτό από αιματώδη ίασπι. Αριθμός καταλόγου 722. Διάμετρος: 2,1 εκατοστά. Χρονολόγηση: 3ος – 4ος αιώνας, προέλευση συλλογή Τζιβανοπούλου, βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο. Στη μια του όψη παριστάνεται μορφή με ανθρώπινο σώμα, κεφάλι κόκορα και πόδια που απολήγουν σε φίδια. Επτά αστέρια διάσπαρτα γύρω από τη μορφή. Την όλη παράσταση πλαισιώνει επιγραφή με διάφορα γράμματα. Στην άλλη όψη παριστάνεται μουμιοποιημένη μορφή γύρω από την οποία υπάρχουν μαγικοί χαρακτήρες και αστρολογικά σύμβολα.
Αποτροπαϊκό φυλακτό από πράσινο ίασπι με ερυθρές ζώνες. Αριθμός καταλόγου 723. Διάμετρος 1,8 εκατοστά, προέλευση συλλογή Καραπάνου²³. Βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο. Χρονολόγηση: 3ος – 4ος αιώνας. Στην μια του όψη υπάρχει έγγλυφη παράσταση Αρποκράτη. Ο Αρποκράτης εικονίζεται ολόσωμος, έχει το δάκτυλο του αριστερού του χεριού στα χείλη και με το δεξί κρατά κέρας αφθονίας. Αρποκράτης είναι το ελληνοαιγυπτιακό όνομα του Ώρου, γιου της Ίσιδας και του Όσιρι. Στην άλλη όψη γράφονται τα ονόματα πέντε αρχόντων του γνωστικισμού και η λέξη ΑΕΛΑΜ, που είναι παράφραση της λέξης ΛΑΙΛΑΜ που δηλώνει την αιωνιότητα. Τα θεϊκά ονόματα πίστευαν ότι είναι λέξεις με μαγική δύναμη, που λειτουργούσε ως προστατευτική συμφωνία με τα καλά πνεύματα.
Αποτροπαϊκό φυλακτό από καφεκίτρινο αχάτη. Αριθμός καταλόγου 725. Διάμετρος 2,3 εκατοστά, χρονολόγηση 3ος- 4ος αιώνας, προέλευση συλλογή Τζιβανοπούλου, βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο. Παρίσταται ουροβόρος όφις, δηλαδή φίδι που δαγκώνει την ουρά του. Την παράσταση πλαισιώνουν μαγικά σύμβολα και τα ονόματα πέντε αρχόντων του γνωστικισμού. Σχετική παράσταση ουροβόρου όφεως με κεφαλή λέοντος αποτελεί η μορφή Χνούμπι (Αγαθοδαίμωνος), παγανιστικού συμβόλου, που υπάρχει σε πολύτιμους λίθους που αποτελούν φυλακτά για παιδιά.
Αποτροπαϊκό φυλακτό από χαλκηδόνιο λίθο. Αριθμός καταλόγου 726. Διάμετρος 2,7 εκατοστά, χρονολόγηση 3ος – 4ος αιώνας, προέλευση συλλογή Τζιβανοπούλου. Βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο. Πρόκειται για χρυσό δακτυλίδι με παράσταση ουροβόρου όφεως στην σφενδόνη του, στο κέντρο της οποίας υπάρχει φοίνικας ή παράσταση ηλιόδρομου, δηλαδή ενός πουλιού που μοιάζει με φοίνικα. Στις Κυρανίδες,²⁴ μαγικό ιατρικό βιβλίο, υπάρχει η οδηγία πως, εάν κάποιος χαράξει επάνω σε ένα λίθο ένα Φοίνικα, αποκτά ένα πολύ ισχυρό φυλακτό κατά των δηλητηριωδών ζώων, των κακών ονείρων και της βασκανίας.
Σφραγίδα Σολομώντος από αιματίτη, ως φυλακτό. Αριθμός καταλόγου 727. Διαστάσεις: ύψος 2,8 πλάτος 1,6 πάχος 0,3 εκατοστά. Προέλευση άγνωστη, βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη. Ορθογώνιο πλακίδιο από μαύρο αιματίτη, φέρει έγγλυφη παράσταση έφιππου Σολομώντος που λογχίζει γυμνή γυναίκα. Στην πίσω πλευρά η επιγραφή ΣΦΡΑΓΙΣ ΘΕΟΥ. Σφραγίδες Σολομώντος ως φυλακτά έχουν βρεθεί και χρονολογούνται στον 3ο, 4ο έως και 5ο αιώνα. Βασική πηγή έμπνευσης αυτού του τύπου των φυλακτών πρέπει να υπήρξε τη λεγόμενη Διαθήκη Σολομώντος. Πρόκειται για ένα απόκρυφο Ιουδαϊκό – Χριστιανικό κείμενο του 3ου αιώνα, που περιγράφει τη δύναμη του προφητάνακτος Σολομώντος να καταβάλλει τους δαίμονες, την οποία απέκτησε μέσω μιας σφραγίδας που του δόθηκε από τον Θεό. Σύμφωνα με αυτό το κείμενο, αλλά και με άλλες ανάλογες παραδόσεις, η γυναικεία μορφή που καταπατροπώνει ο Σολομών ταυτίζεται με θηλυκό δαίμονα που απειλεί τη ζωή βρεφών και παιδιών.
Λίθινο περίαπτο, τετράπλευρου σχήματος. Αριθμός καταλόγου 728. Με δύο οπές ανάρτησης στο άνω τμήμα του. Βρέθηκε σε ανασκαφή παλαιοχριστιανικής βασιλικής στη θέση Μυγδαλέζα στη Σταμάτα Αττικής. Διαστάσεις: ύψος 3,4 πλάτος 2,9 εκατοστά. Στη κύρια όψη του υπάρχει ανάγλυφη παράσταση κεφαλής λέοντος. Στους ρωμαϊκούς χρόνους συνηθιζόταν η παράσταση λέοντος σε σφαγιδόλιθους, ως προστατευτικό του κατόχου τους από την μαγεία. Το σύμβολο του λέοντος ως στοιχείο του ζωδιακού κύκλου και σύμβολο του ήλιου κατά την αρχαιότητα, υιοθετείται και από τους χριστιανούς.
Χάλκινη σφραγίς Σολομώντος, φυλακτό. Αριθμός καταλόγου 732. Διαστάσεις: ύψος 3,45, πλάτος 3,7, πάχος 0,1 εκατοστά. Χρονολόγηση 6ος – 7ος αιώνας, προέλευση άγνωστη, βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη. Ωοειδές χάλκινο μετάλλιο, που στο άνω μέρος του φέρει οπή ανάρτησης. Στην μια του όψη εικονίζεται λιοντάρι που πατά φίδι, ψηλότερα συμβολική απεικόνιση του Γολγοθά ανάμεσα στα σύμβολα του ήλιου και της σελήνης. Τα κενά συμπληρώνονται με αστρολογικούς χαρακτήρες. Στην περίμετρο διακρίνεται η επιγραφή: †CΦΡΑΓΙC CΟΛΟΝΩΝΟC ΒΟΗΘΙ ΤΟΥ ΦΟ-ΡΟΥ(Ν)ΤΙ. Στην πίσω όψη ένας άγγελος χτυπά στο κεφάλι μια μικρότερη γυμνή μορφή. Στην περίμετρο διαβάζεται η επιγραφή †ΦΕΥΓΕ ΜΕΜΙCΙΜΕΝΙ ΔΙΟΚΙ CΕ Ο ΑΓΓΕΛΟC ΑΡΑΦ. Το μετάλλιο αυτό ανήκει σε μια κατηγορία φυλακτών που χαρακτηρίζονται γενικότερα ως σφραγίδες Σολομώντος. Στην επιφάνειά του έχουν συγχωνευτεί σύμβολα με μαγικό χαρακτήρα και αποτροπαϊκές εκφράσεις, που παραπέμπουν σε όλο το θρησκευτικό παρελθόν της ανατολικής Μεσογείου. Η αφαιρετική απεικόνιση του Γολγοθά συνδυάζεται με την παράσταση του λιονταριού που πατά το φίδι, σύμβολο του θριαμβευτή Χριστού, στοιχεία που παραπέμπουν στη χριστιανική θρησκεία.
Ο άγγελος Αράφ, αντιστοίχως, συνοδός του Σολομώντος, και η αναφορά στη σφραγίδα του προφητάνακτα προέρχονται από την απόκρυφη εξελληνισμένη ιουδαϊκή παράδοση, ενώ η γυναικεία μορφή που κατατροπώνει ο άγγελος Αράφ είναι ο θηλυκός δαίμονας που απειλεί βρέφη και παιδιά και εμφανίζεται με διάφορες ονομασίες στον παγανιστικό κόσμο.
Πιο πάνω περιγράψαμε αντιπροσωπευτικά δείγματα εγκολπίων, απλών σταυρών και σταυρών λειψανοθηκών από χαλκό και πολύτιμα μέταλλα, επίσης περίαπτα αποτροπαϊκού χαρακτήρα, πολλά από τα οποία είναι εξαιρετικά δείγματα μικροτεχνίας. Τα αντικείμενα αυτά έχουν μικρές διαστάσεις, μόλις μερικών εκατοστών. Κάποια από αυτά βρέθηκαν σε ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στον ελλαδικό χώρο, ενώ άλλα προέρχονται από ιδιωτικές συλλογές που απόκτησε το ελληνικό κράτος και βρίσκονται στο μουσείο Μπενάκη και το Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει χάραγμα του 6ου αιώνα μΧ σε κίονα του χριστιανικού Παρθενώνα, που δημοσίευσαν οι Ορλάνδος – Βρανούσης²⁵ και έχει ως εξής:
Άγία Μαρία κεχαριτωμένη κέλευσον τόν γαμῶντα τήν νύμφην μου κηλήτην γενέσθαι καί ἐμέ ἰατρόν, ἳνα ἔχω καιρόν πώς κόψω τόν ῥόμβον αὐτοῦ.**
Σε μετάφραση το κείμενο έχει ως εξής: Άγία Μαρία κεχαριτωμένη (Παναγία μου) φρόντισε αυτός που γαμεί τη νεαρή μου σύζυγο να πάθει κήλη και εγώ να γίνω γιατρός, για να έχω την ευκαιρία να του τα κόψω (τα γεννητικά όργανα).

Το κείμενο που παρουσιάστηκε πιο πάνω πρωτοδημοσίευσε τον 19ο αιώνα ο Αντωνίνος.
Ο Αντωνίνος (1817-1894) υπήρξε Ρώσος αρχιμανδρίτης, καθηγητής της Ελληνικής Πατρολογίας στην Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Κατά την περίοδο 1850 -1860 ήταν προϊστάμενος της Ρωσικής Εκκλησίας Αθηνών. Στο διάστημα αυτό συνεργάστηκε με τον Κυριακό Πιττάκη²⁶ και εξέδωσε επιγραφές και χαράγματα βυζαντινών εκκλησιών των Αθηνών, ανάμεσα στα οποία και το αναφερόμενο ανωτέρω, το οποίο σήμερα δεν σώζεται, αλλά περιλαμβάνεται στην έκδοση των Α. Ορλάνδου – Λ. Βρανούση.
Πρόκειται για μαγεία ερωτικού περιεχομένου που αποβλέπει σε χωρισμό. Ο απατημένος σύζυγος του χαράγματός μας είναι άνδρας, χριστιανός, εγγράμματος και αντιλαμβάνεται το θείο στο επίπεδο του δικού του αναστήματος. Ο άνθρωπός μας, οργισμένος από την απιστία της συζύγου του παρακαλεί την Παναγία να τον βοηθήσει να εκδικηθεί τον αντεραστή του, ευνουχίζοντάς τον. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι δεν καταφέρεται κατά της μοιχαλίδος συζύγου του. Κατά την Πρωτοβυζαντινή Περίοδο η γυναίκα θεωρείται αδύναμον και αφελές μέλος της κοινωνίας, που χρειάζεται την προστασία του άνδρα και του κράτους, γι’ αυτό πιθανόν και ο παθών δεν επιρρίπτει ευθύνη στην σύζυγό του, αλλά στον αντεραστή του που τον θεωρεί ισότιμό του και κατά τη γνώμη του, ενδεχομένως, την παρέσυρε.
Σημειωτέον ότι το χάραγμα αυτό, ήταν μια μορφή καταδέσμου, που βρισκόταν σε εμφανές σημείο, σε χριστιανικό ναό. Κατά τις επικρατέστερες θεωρίες η μετατροπή του Παρθενώνα από αρχαίο σε χριστιανικό ναό, τοποθετείται χρονικά στο τελευταίο τέταρτο του 5ου ως το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα, σύμφωνα με μία αρχαιολογική ένδειξη και ένα κείμενο. Το 1836 ο Ludwig Ross ανέσκαψε τάφο που αποκαλύφθηκε στην νοτιοανατολική γωνία του Παρθενώνα, μέσα στον οποίο βρέθηκαν δύο χρυσά νομίσματα του Τιβερίου Β’ και περίπου 40 χάλκινα του Ιουστίνου και του Ιουστινιανού. Πρόκειται προφανώς για θησαυρό, που κάποιος έκρυψε μέσα στον τάφο για ασφάλεια σε μια στιγμή αβεβαιότητας, λόγω ενδεχομένως βαρβαρικής επιδρομής.
Ο F. W. Deichmann στηριζόμενος σ’ αυτή την ένδειξη χρονολόγησε τη μετατροπή του Παρθενώνα σε εκκλησία στον 6ο αιώνα. Στη βιογραφία του νεοπλατωνικού φιλοσόφου Πρόκλου (412- 485) που έγραψε και εκφώνησε ο μαθητής του Μαρίνος Νεαπολίτης το έτος 486, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Πρόκλου, αναφέρεται το όνειρο του Πρόκλου στο οποίο η θεά Αθηνά του ζήτησε να μεταφέρει το άγαλμά της στο σπίτι του. “…σαφῶς δέ καί αὐτή ἡ θεός ἐδήλωσεν, ἡνίκα τό ἄγαλμα αὐτῆς τό ἐν Παρθενῶνι ἱδρυμένον ὑπό τῶν τά ἀκίνητα κινούντων μετεφέρετο. Ἐδόκει γάρ τῷ φιλοσόφῳ ὄναρ φοιτᾷν παρ’ αὐτόν εὐσχήμων τις γυνή καί ἀπαγγέλλειν ὡς χρή τάχιστα τήν οἰκίαν προπαρασκευάζειν. Ἡ γάρ κυρία Ἀθηναία, ἒφη, παρὰ σοί μένειν ἐθέλει.” Για τους περισσότερους μελετητές το χωρίον φανερώνει ότι επρόκειτο οι χριστιανοί να απομακρύνουν το άγαλμα της Αθηνάς από τον Παρθενώνα και να κλείσουν το ναό, μετατρέποντάς τον στη συνέχεια σε εκκλησία.²⁷ Το χάραγμα στον χριστιανικό Παρθενώνα βασίζεται σε ένα περιστατικό της ζωής, δηλαδή στην απιστία μιας συζύγου προς τον σύζυγό της. Ο παθών εδώ θέλει να εκδικηθεί και ζητά τη συνδρομή της Παναγίας γι’ αυτό. Πρόκειται για μαγικό κατάδεσμο ερωτικού περιεχομένου, που ακολουθεί σχετική ελληνορωμαϊκή παράδοση.
Πιο πάνω, παρουσιάστηκαν χαρακτηριστικά παραδείγματα βυζαντινών μαγικών καταδέσμων και καταπασσαλεύσεων, οι λόγοι και οι τρόποι που γινόνταν αυτές οι μαγικές τελετουργίες, που δεν ήταν τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από μια γενικευμένη εκδήλωση του κακού, όπως προκύπτει από τις πηγές. Οι άνθρωποι της εποχής για να προστατευτούν από το κακό κρεμούσαν στο λαιμό τους, εν είδει κοσμήματος, διάφορα αντικείμενα ως αντιβασκάνια, φυλακτά και αποτροπαϊκά, που τους προστάτευαν από κινδύνους, ασθένειες και κάθε τι κακό.
Τέτοια αντικείμενα ήταν απλοί σταυροί από χαλκό, ασήμι ή χρυσάφι, μικροί σταυροί λειψανοθήκες, περίαπτα με χαραγμένες ευχές, όπως για παράδειγμα ο τρισάγιος ύμνος, ιερά σύμβολα, εικονίδια και άλλα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει χρυσό αντικείμενο διαμέτρου 1,45 εκατοστών με εγχάρακτη επιγραφή του τρισάγιου ύμνου: “ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ/ΑΓΙΟΣ ΙΣΧΥΡΟΣ/ ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ/ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ”. Το αντικείμενο βρήκε ο Γεώργιος Σωτηρίου, φυλάσσεται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών, προέρχεται από την ανασκαφή της παλαιοχριστιανικής βασιλικής Α’ στις Φθιώτιδες Θήβες (1924-1928) και δημοσίευσε η αρχαιολόγος Ευγενία Χαλκιά.²⁸
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι διαχρονικά η πραγματικότητα του κακού, το βέβηλο, ασκεί σε κάποιους ανθρώπους μιαν αρχέγονη, αδιαπαρασάλευτη σαγήνη, ενώ η καλοσύνη και το ιερό είναι γι΄ αυτούς βαρετά.²ᶢ
*Θα ήθελα από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω θερμά την αφυπηρετήσασα καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας και Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κυρία Ελένη Σαράντη για τις γόνιμες συζητήσεις και τη γραμματέα μου κυρία Αλεξάνδρα Λ. Αθανασοπούλου για την πολύτιμη βοήθειά της.

Σημειώσεις

1. P. G. 87, 3456 D.
2. Συμεών Μεταφραστού, βίος και πολιτεία του οσίου πατρός ημών Ευθυμίου, P. G., 114,724,725.
3. Θ. Ιωάννου, Μνημεία αγιολογικά, σελ. 277.
4. P. G. 122, 869 A.
5. Κ. Βελέφαντος, Κυπριανάριον, έκδοση του έτους 1913, σελ. 14.
6. Σχόλιον του Βαλσαμώνος στον καν. 83 Μ. Βασιλείου στο Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων των Ράλλη – Ποτλή, τ. 4, σελ. 251 στιχ. 29 επ.
Ο Θεόδωρος Βαλσαμών, λόγιος του 12ου αιώνα πολυγραφότατος, κατείχε υψηλές θέσεις στην εκκλησιαστική ιεραρχία. Γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1130 με 1140 και πέθανε μετά το 1195.
7. B. Z. 1 (1892), σελ. 538.
8. Ο Φαίδων Κουκουλές πρότεινε τον όρο καταπερόνηση ή καταπασσάλευση ως διακριτέο από τον όρο κατάδεσμο που σημαίνει δέσιμο ή αμπόδεμα. Λατινικά: defixio, defixionis, και defixiones είναι οι μαγικοί κατάδεσμοι και τα καρφώματα.
Γενικά για τους Βυζαντινούς καταδέσμους και καταπασσαλεύσεις, βλ. Φ. Κουκουλέ ΒΒΠ, τόμος 6, σελ. 167-182.
Για τη μαγεία στο Βυζάντιο, βλ. άρθρα του καθηγητή Σπ. Ν. Τρωιάνου, Η μαγεία στα βυζαντινά νομικά κείμενα, Πρακτικά του Α’ διεθνούς συμποσίου, Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, ΚΒΕ/ ΕΙΕ, Αθήνα 1989, σελ 549-572 του ιδίου, Η θέση των μάγων στη βυζαντινή κοινωνία, Πρακτικά Ημερίδας, Οι περιθωριακοί στο Βυζάντιο, εκδ. Ίδρ. Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1993, σελ. 271- 295.
Περισσότερα για τη βυζαντινή μαγεία βλ. συνέδριο που διοργάνωσε ο Henry Maguire, με τίτ-λο: Byzantine Magic, Dumbrarton Oaks, Was-hington, D.C. Harvard University Press, 1995.
Επίσης: Meyer, Marvin W,. and Richard Smith. Ancient Christian Magic: Coptic texts of Ritual Power, Princeton (New Jersey), Princeton University Press,1999.
9. P. G. 87, 3625.
10. P. G. 87, 3544-3545. Σοφρωνίου μοναχού του Σοφιστού, Διήγησις θαυμάτων των αγίων Κύρου και Ιωάννου των σοφών Αναργύρων, PG 87, 3541-3548.
11. Analecta Bollandiana (1882), 42, 264, 32, 37.
12. Ματθαίος Βλάσταρης (1240-1360). Λόγιος ιερομόναχος, θεολόγος και συγγραφέας. Κυριότερο έργο του υπήρξε το “Σύνταγμα κατά στοιχείων”. Το έργο αυτό υποδιαιρείται σε 24 ενότητες καθεμία από τις οποίες αναφέρεται σε συγκεκριμένο νομικό θέμα και συνήθως υποδιαιρείται σε επιμέρους κεφάλαια. Το Σύνταγμα έγινε γνωστό και εκτός ορίων της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μεταφράστηκε στα Σερβικά κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Στεφάνου Δουσάν. Εκτός από το Σύνταγμα ο Ματθαίος Βλάσταρης έγραψε και πολλά άλλα νομικά έργα όπως ένα λατινικό λεξικό νομικών όρων, θεολογική πραγματεία κατά της λατινικής εκκλησίας, λειτουργικούς ύμνους, επιγράμματα κλπ.
Για περισσότερες πληροφορίες βλ. The Oxford dictionary of Byzantium, τόμος 1, Oxford University Press, 1991, λ. Ματθαίος Βλάσταρης σελ. 295.
13. Analecta sacra et classica, εκδ. Pitra, 119, 120.
Δημήτριος Χωματιανός (μέσα 12ου αιώνα – 1236). Γεννήθηκε στην Κέα. Κληρικός και δικαστής. Υπήρξε Αρχιεπίσκοπος Οχρίδος από το 1261 έως το 1236 και διαπρεπής νομομαθής. Σώζονται περίπου 150 αρχεία υποθέσεων που χειρίστηκε ο Χωματιανός, πράγμα που επιτρέπει στους ιστορικούς να διαμορφώσουν μια σχεδόν πλήρη εικόνα του νομικού και θεσμικού πλαισίου της ύστερης Βυζαντινής Περιόδου. Αναλυτικότερα, από την Κέρκυρα στα δυτικά μέχρι τη Δράμα στα ανατολικά, από το Δυρράχιο στα βόρεια μέχρι τα Γιάννενα και την Άρτα στα νότια, ενάγοντες και κατηγορούμενοι έφερναν τις υποθέσεις τους στο νομομαθή και ανθρώπινο Αρχιεπίσκοπο.
Για περισσότερες πληροφορίες βλ. The Oxford dictionary of Byzantium, τόμος 1, Oxford University Press, 1991, σελ. 426.
14. Μιχαήλ Γλυκάς, Βίβλος χρονική, 558, 20.
Μιχαήλ Γλυκάς (1125-1204). Βυζαντινός ποιητής και χρονογράφος. Γεννήθηκε στη Κέρκυρα και πέθανε στη Κωνσταντινούπολη. Έγραψε σε μια κοινή φιλολογική γλώσσα της εποχής του, με πολλά λαϊκά στοιχεία. Το πιο γνωστό του έργο είναι η Βίβλος χρονική, μια χρονογραφία από κτίσεως κόσμου ως το 1118. Στο έργο αυτό χρησιμοποίησε παλαιότερους χρονογράφους και ιστορικούς όπως τον Σκυλίτση, Κεδρηνό, Ψελλό, Ζωναρά και δεν έχει αυστηρή ιστορική μέθοδο. Επίσης έγραψε και μια συλλογή παροιμιών. Για περισσότερα βλ. The Oxford Dictionary of Byzantium, τόμος 2, Oxford University Press, 1991, λ. Glykas Michel, σελ 855-856.
15. Μ. Γεδεών, Εὐχολόγιον και μαγγανεῖαι, Νέος Ποιμήν, Κωνσταντινούπολη, 1919, 1, 57-62.
16. Φαίδων Κουκουλές, Οινουντικά ή Μελέτη περί της ιστορίας των ηθών και εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, Χανιά, 1908, σελ. 127.
Ο Φαίδων Κουκουλές (1881-1956), γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου, καταγόμενος από την Έξω Μάνη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1907 διατριβή με θέμα: “Βασιλείου του Μεγάλου δόξαι παιδαγωγικαί”. Τα έτη 1904-1907 υπηρέτησε ως σχολάρχης στην Κωνσταντινούπολη και στη Βαμβακού, ορεινό χωρίο της επαρχίας Λακεδαίμονος νομού Λακωνίας, σε υψόμετρο 900, δήμος Οινούντα ή Βαμβακού Λακεδαίμονος. Ο δήμος αυτός σχηματίστηκε το 1835, καταργήθηκε το 2010 και οφείλει το όνομά του στο παραπόταμο του Ευρώτα, Οινούντα (Κελεφίνα).
Ο Φ. Κουκουλές έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία, σε θέματα κλασικής φιλολογίας, γλωσσολογίας, παπυρολογίας και βυζαντινού πολιτισμού. Τα έτη 1931-1951 υπήρξε καθηγητής δημόσιου και ιδιωτικού βίου των βυζαντινών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1951 εξελέγη Ακαδημαϊκός. Το υλικό για το έργο του Οινουντιακά συνέλεξε πιθανόν όταν υπηρετούσε ως σχολάρχης στη Βαμβακού Λακωνίας.
Περισσότερα για το δήμο Οινούντα Λακεδαίμονος, βλ. Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα 1994, σελ. 380.
17. Ιωσήφ Βρυεννίου μοναχού, Τίνες αἱ αἰτίαι τῶν καθ’ ἡμᾶς λυπηρῶν, στο Ευγενίου Βουλγάρεως, Ιωσήφ Βρυεννίου του μοναχού τα ευρεθέντα, Λειψία 1768-84, 3, 121.
Περισσότερα για τον μοναχό, συγγραφέα και διδάσκαλο Ιωσήφ Βρυέννιο (1350-1430/1) βλ. Ν. Β.Τομαδάκης, Σύλλαβος βυζαντινών μελετών και κειμένων, Αθήναι 1961, σελ. 491-611.
18. Ν. Πολίτης, Παλαιογραφική σταχυολογία εκ των μαγικών βιβλίων, Β. Ζ. 1, (1892), σελ. 553-571.
19. Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, η Φαρμακολύτρια, διήγημα Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη Άπαντα, κριτική έκδοση, τόμος 3, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1984, σελ. 305-314 και ιδιαιτέρως 306-307.
20. Για τον περισκοινισμό βλέπε Αλέξανδρος Λαγόπουλος, Ο ουρανός πάνω στη γη, τελετουργίες καθαγίασης του ελληνικού παραδοσιακού οικισμού και προέλευσή τους, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2002, σελ. 82-89.
21. Χαράλαμπος Ν. Πασσαλής, Χρήσεις των φυτών στη λαϊκή μαγική θεραπευτική του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού, στο τόμο Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά, εκδ. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα 1997, σελ. 179-195 ιδιαιτέρως σελ. 180-183.
22. Ώρες Βυζαντίου, Έργα και ημέρες στο Βυζάντιο, Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, ΥΠΠΟ, Δ/νση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, εκδ. ΚΑΠΟΝ, Αθήνα 2002, σελ. 496-531.
23. Κωνσταντίνος Καραπάνος (1840-1914) κλασικός αρχαιολόγος, τραπεζίτης και πολιτικός, με καταγωγή από τη Ζάβιτσα (Αρχοντοχώριον, υψομ. 470) Ξηρομέρου Ακαρνανίας. Ο Καραπάνος υπήρξε μεγαλοτσιφλικάς της Άρτας. Επέβαλε δυσβάσταχτους φόρους στους αγρότες, η περιοχή στέναξε από την πίεση του, γιαυτό και η φράση: “ο Τούρκος έφυγε, ο Καραπάνος έμεινε”. Από τα έτη 1875 έως 1877 με άδεια της Οθωμανικής κυβέρνησης και με δικά του έξοδα, πραγματοποίησε ανασκαφές στη Δωδώνη, αποκαλύπτοντας την αρχαία πόλη και το μαντείον της. Την πλούσια αρχαιολογική του συλλογή δώρισε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, που στεγάζεται στην αίθουσα που φέρει το όνομά του. Το 1882, ένα έτος μετά την προσάρτηση της Άρτας και της Θεσσαλίας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, ο Καραπάνος εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Άρτας με το κόμμα του Κουμουνδούρου. Από το 1882 ως το 1910 εξελέγη 11 φορές βουλευτής. Υπήρξε υπουργός Οικονομικών, Ναυτικών και Δικαιοσύνης. Παντρεύτηκε τη Μαρία Ζωγράφου και απέκτησε δύο γιους, τον Πύρρο και τον Αλέξανδρο. Στο κέντρο της Άρτας υπάρχει η μικρή οδός Κ. Καραπάνου.
24. Κυρανίδες (οι): συλλογή αρχαίων ελληνικών έργων για τη μαγεία και την ιατρική που συντάχτηκαν για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα. Οι Κυρανίδες καλύπτουν τις μαγικές ιδιότητες των πολύτιμων λίθων, των φυτών και των ζώων.
25. Α. Κ. Ορλάνδος – Λ. Βρανούσης, Τα χαράγματα του Παρθενώνος, ήτοι επιγραφαί χαραχθείσαι επί των κιόνων του Παρθενώνος κατά τους παλαιοχριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους, έκδοση Ακαδημίας Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και νέου Ελληνισμού, Αθήναι 1973, σελίς 5, αρ. 9-10. Για τον χριστιανικό Παρθενώνα βλ.: A. Kaldellis, The Christian Parthenon. Classicism and Pilgrimage in Byzantine Athens, εκδ. Cambridge 2009, p. 34-35 και ελληνική έκδοση Ψυχογιός, σε μετάφραση Τζήμα Γιώργου: Ο Χριστιανικός Παρθενώνας.
Η Ακρόπολη ως σημείο συνάντησης χριστιανισμού και ελληνισμού, Αθήνα 2013.
26. Κυριακός Πιττάκης (1798-1863) πρωτοπόρος Έλληνας αρχαιολόγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα στην συνοικία του Ψυρρή και η οικογένειά του ήταν από τις παλαιότερες της περιοχής. Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής της επανάστασης του 1821. Το 1824 σπούδασε στην Κέρκυρα, στην Ιόνιο Ακαδημία. Ο Κυριακός Πιττάκης μαζί με άλλες προσωπικότητες της εποχής, ίδρυσε το 1833 την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, της οποίας διετέλεσε γραμματέας και αντιπρόεδρος. Το 1836 διετέλεσε έφορος αρχαιοτήτων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
27. Μαρίνος, εκδ. H.D. Saffrey- A.P. Segonds, Marinus. Proclus ou sur le Bonheur, Παρίσι 2001, §30, σελ. 35-36.
28. Eugenia Chalkia, Lamin d’ oro con il trisagio del museo bizantino di Atene, στο Studi di Antichita Cristiana, Acta XVI Congressvs Internationalis Archaeologiae Christianae, 2016, Citta Del Vaticano, σελ. 1903-1914.
29. Terry Eagleton, Περί κακού, μετάφραση Γιώργος Μαραγκός, εκδ. Πεδίο, Αθήνα 2024.

Λεξιλόγιο
Αδελφικόν (το): η επιληψία, η ασθένεια, κατά την εκδήλωση της οποίας ο ασθενής χάνει τις αισθήσεις του και παθαίνει σπασμούς, συνώνυμα: ιερή νόσος, σεληνιασμός.
Amuletum, -i λατ.: αντικείμενο που το κρεμούν στο λαιμό εν είδει κοσμήματος, ως φυλακτό, αντιβασκάνιον, περίαπτον, χαϊμαλί, που προφυλάσσει από ασθένειες, κινδύνους και κάθε τι κακό. Αγγλικά amulet.
Ανδριάντας (ο): ολόγλυφο, φυσικού ή μεγαλύτερου από το φυσικό μέγεθος ομοίωμα ανδρός, άγαλμα. Στην περίπτωση του ηγεμόνος των Βουλγάρων Συμεών, άγαλμά του τοποθετημένο σε δημόσιο χώρο.
Αποτροπαϊκά (τα): έτσι ονομάζονται τα φυλακτά που αποτρέπουν το κακό και προφυλάσσουν τον κάτοχό τους από κακοποιές επιδράσεις, σωματικές και ψυχικές παθήσεις καθώς και βασκανία. Τα φυλακτά αυτά πίστευαν ότι διαθέτουν μυστικές, μαγικές δυνάμεις οι οποίες εξαρτώνται από τη μορφή, το χρώμα ή από κάποιο κείμενο που τα συνοδεύει. Ο φυλακτογράφος αναμείγνυε χριστιανικά, ιουδαϊκά και ειδωλολατρικά σύμβολα, που δεν αποδίδονταν φωνητικά αλλά είχαν τη δική τους σημασία και τις δικές τους σωτήριες ιδιότητες. Παρά το γεγονός ότι τόσον η Εκκλησία όσον και το επίσημο κράτος, καταδίκασαν και πολέμησαν τα φυλακτά αυτά, η επιρροή τους ήταν πολύ μεγάλη, κυρίως στα λαϊκά στρώματα, με αποτέλεσμα να επιβιώσουν μέσα στους αιώνες και να φτάσουν ως τις μέρες μας.
Αστρονόμος (ο): εδώ με την έννοια του αστρολόγου. Αξίζει να σημειωθεί επίσης, ότι και η αστρολογία απαντά με τη φράση ars mathematica. Τόσον στην αρχαία Ελλάδα όσον και στους μεσαιωνικούς χρόνους τα άστρα έπαιζαν σημαντικό ρόλο στις αντιλήψεις των ανθρώπων. Έτσι συνυπήρχαν παραλλήλως η αστρονομία, δηλαδή η επιστημονική μελέτη των άστρων αλλά και η αστρολογία δηλαδή η εμπειρική, μαγική, μυστικιστική και παραπλανητική ερμηνεία τους.
Βέβηλος (ο): μιαρός, ανόσιος, αυτός που καταπατεί τα ιερά και τα όσια.
Γκριμόριο (το), (γαλλικά Γκριμουάρ): βιβλίο μαγείας που περιλαμβάνει ξόρκια, οδηγίες για την κατασκευή φυλακτών, κλήση πονηρών πνευμάτων, αγγέλων και δαιμόνων.
Εγκόλπιο (το): εδώ κόσμημα ή φυλακτό που κρέμεται από το λαιμό. Λαϊκά γκόλφι που σημαίνει φυλακτό.
Επιτίμιον (το): η ποινή που επιβάλλει η Εκκλησία στους πιστούς για σοβαρό αμάρτημα, όπως αφορισμός, απαγόρευση μεταλήψεως.
Ερυσίπελας (το): οξεία δερματική πάθηση, που εκδηλώνεται κυρίως στο πρόσωπο και οφείλεται στο μικρόβιο στρεπτόκοκκος, λαϊκά ανεμοπύρωμα.
Ζηληκούρτι (το): βαριά ασθένεια των αλόγων όπου παρατηρείται πρήξιμο της κοιλιάς τους, είδος καρκίνου.
Θεραπαινίς, -ίδος (η): υπηρέτρια. Θεραπαινίδιον (το): μικρή υπηρέτρια (κοριτσάκι).
Θώμιγξ (ο) -ιγγος: λεπτό σχοινάκι, σπάγγος.
Ιατροσόφια (τα): δημώδη εγχειρίδια πρακτικής ιατρικής και δεισιδαίμονος θεραπείας.
Καμέος (ο): σκληρός, ημιπολύτιμος λίθος, αχάτης, όνυχας, σαρδόνυχας, αιματίτης με ανάγλυφες παραστάσεις. γαλλικά Camée, ιταλικά Cammeo. Αναλυτικότερα, πρόκειται για μικρή ανάγλυφη παράσταση σκαλισμένη κυρίως σε κοσμήματα και φυλακτά.
Κατάδεσμος (ο): μαγικό δέσιμο, αμπόδεμα.
Καταπασσάλευση (η): καταπερόνηση, λατινικά: defixio, defixionis και defixiones, μαγικά καρφώματα. Ειδικότερα, ανθρώπινα ομοιώματα από κερί, χαλκό, σίδηρο, χρυσό ή ασήμι, τρυπημένα με καρφιά ή πασσαλίσκους. Ανάλογα με το που τοποθετούσαν τα καρφιά ή τους πασσαλίσκους ερχόταν το κακό στο μισούμενο άτομο, θάνατος εάν το καρφί ή ο πασσαλίσκος ήταν στη καρδιά, τύφλωση εάν ήταν στα μάτια, παράλυση χεριών ή ποδιών αν ήταν σε αυτά.
Ουροβόρος όφις (ο): ουρά + βορά· ουροβόρος λέγεται το φίδι τη στιγμή που ελίσσεται γύρω από τον εαυτό του και δαγκώνει την ουρά του αφαιρώντας το υπόλοιπο παλαιού δέρματος του, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι τρώει την ουρά του. Η παράσταση του ουροβόρου όφεως είναι αρχαίο σύμβολο της αιωνιότητας. Η σπειροειδής κίνηση συμβολίζει την εξέλιξη της ζωής μέσω των κύκλων του χρόνου.
Παλλακίς -ίδος (η): η ερωμένη, γυναίκα που συμβιώνει με άνδρα χωρίς να είναι νόμιμη σύζυγός του. Παλλακίδιον (το): μικρής ηλικίας παλλακίδα.
Περίαπτον (το): αντικείμενο κρεμασμένο ολόγυρα, προσαρτημένο, που θεωρείται ότι έχει τη μαγική ικανότητα να αποτρέπει το κακό, αποτροπαϊκόν.
Φαρμακός (ο): συνώνυμο του μάγου στα μεσαιωνικά ελληνικά. Φαρμακεία (η): η χρήση μαγικών φαρμάκων ή φίλτρων, μαγική δράση, μαγεία. Η Αγία Αναστασία ονομάζεται Φαρμακολύτρια, διότι λύνει τα μάγια, δηλαδή τις φαρμακείες.
** Λεξιλόγιο χαράγματος Παρθενώνα. Γαμέω – ώ: εδώ με τη σημερινή έννοια. Νύμφη (η): εδώ με την έννοια της νεαράς συζύγου. Κηλήτης (ο): ο πάσχων από κήλη. Ρόμβος (ο): εκτός από την έννοια του γνωστού γεωμετρικού σχήματος, η λέξη ήδη από την εποχή του Ιπποκράτη σημαίνει ιατρικόν επίδεσμον, επίσης μαγικόν κατάδεσμον και εδώ πιθανόν τα ανδρικά γεννητικά μόρια.
Συντομογραφίες: ΒΒΠ: Βυζαντινών Βίος & Πολιτισμός. BZ: Byzantinische Ζeitschrift. P. G.:Patrologia Graeca

ΤΕΛΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ