Μια από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες των ημερών που διανύουμε είναι αυτή των δώρων που περιμένουν τα παιδιά που θα τα ανοίξουν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς (και όχι των Χριστουγέννων, όπως εμφανίζεται στην προτεσταντική παράδοση που μας έχει, δυστυχώς, κυριεύσει και μας μέσω της διαφήμισης και των πάσης φύσεως ταινιών του Χόλυγουντ). Και τα δώρα αυτά έρχονται πάντοτε από τον Αϊ-Βασίλη. Μας τον περιέγραφαν ως έναν καλοκάγαθο γέροντα με πάλλευκα μαλλιά και γενειάδα, ελαφρώς ευτραφή (να και κάτι που χαροποιούσε όλους εμάς τους ολίγον χοντρούληδες, ένας άγιος δηλαδή όχι αποστεωμένος και απόκοσμος, αλλά παχουλός και ανθρώπινος), με κόκκινη στολή και κατάμαυρες μπότες που ποτέ δεν ξεχνούσε κανένα παιδάκι, αν ήταν φρόνιμο όλη τη χρονιά και του έφερνε το δώρο που τόσο πολύ επιθυμούσε.
Αργότερα, στα χρόνια της απομυθοποίησης και της εφηβείας θα μαθαίναμε ότι ο Άγιος Βασίλειος υπάρχει μεν, αλλά καμιά σχέση δεν έχει με τον συμπαθητικό κύριο με τα κόκκινα που τόσο ανυπόμονα περιμέναμε κάποτε. Αποστεωμένος και ελαφρώς βλοσυρός στις αγιογραφίες, ο δικός μας Άγιος Βασίλης ήταν εξίσου αν όχι περισσότερο αγαπητός στα παιδιά της εποχής του και ειδικά στη Καππαδοκία, την πατρίδα του, όπου είχε μοιράσει τα υπάρχοντά του σ’ όλους εκείνους που τα είχαν ανάγκη. Παρόλο που ξεχείλιζε από καλοσύνη όμως και αγάπη, δεν ήταν ο κοκκινοσκούφης παππούς που υποτίθεται ότι μας έφερνε τα δώρα. Αυτός είναι ο Σαιν Νικλάους των Ολλανδών, κάτι σαν τον Αϊ-Νικόλα ας πούμε, που μεταφέρθηκε στην Αμερική από τους πρώτους αποίκους τον 15ο αιώνα για να γίνει με την νεοαμερικάνικη παραφθορά ο Σάντα Κλοζ.
Παρόλα αυτά δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε την κοινωνική προσφορά του Αγίου Βασιλείου, τη μνήμη του οποίου τιμάμε κάθε πρωτοχρονιά. Η αγάπη του προς τον άνθρωπο ήταν μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού. Ο Βασίλειος ενδιαφέρεται για όλες τις ανάγκες των πιστών, ταυτίζεται μαζί τους, από αγάπη προς αυτούς.
Αντιμετώπιζε το κάθε πρόβλημα εξετάζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, και προσάρμοζε την συμπεριφορά του ανάλογα με τον χαρακτήρα των ανθρώπων που καλούνταν να νουθετήσει. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο λόγο του προς τον Μέγα Βασίλειο, αναφέρει για τη δράση του σε περίοδο μεγάλης σιτοδείας στην περιοχή της Καππαδοκίας: «αφού άνοιξε με τον λόγο και τις συμβουλές του τις αποθήκες όσων κατείχαν πλούτο, κάνει πράξη αυτό που λέει η Γραφή: προσφέρει με προθυμία τροφή σε όσους πεινούν και χορταίνει τους φτωχούς με ψωμί, και τους τρέφει σε καιρό λιμού και γεμίζει με αγαθά τις πεινασμένες ψυχές».
Κύριος οδηγός στις αποφάσεις του ήταν ο θείος φωτισμός. Ο Βασίλειος διάβαζε το Θείο θέλημα σε κάθε περίπτωση με αποτέλεσμα να μην χρειάζονται ιδιαίτερες προσπάθειες για να πείσει τους ανθρώπους στο τι πρέπει να πράξουν. Πρώτος αυτός έδινε το παράδειγμα, κυρίως με τη «Βασιλειάδα», το κτηριακό συγκρότημα έξω από την Καισάρεια που λειτουργούσε ως νοσοκομείο, πτωχοκομείο, ορφανοτροφείο και σχολείο για οποιονδήποτε είχε ανάγκη. Λέει γι’ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος στον Επιτάφιο: «Είναι καλό πράγμα η φιλανθρωπία, η φροντίδα των φτωχών και η βοήθεια προς την ανθρώπινη αδυναμία. Βγες λίγο έξω από την πόλη και δες την “καινούργια πόλη”, το ταμείο της ευσέβειας, το κοινό θησαυροφυλάκιο όσων έχουν περιουσία. Εκεί όπου, χάρη στις δικές του συμβουλές, αποταμιεύονται όχι μόνο τα περιττά πλούτη αλλά και τα αναγκαία, απαλλαγμένα πια από τον σκόρο, χωρίς να δίνουν χαρά στους κλέφτες, ξεφεύγοντας από τη μάχη του φθόνου και τη φθορά του χρόνου.
Εκεί, όπου η αρρώστια αντιμετωπίζεται με φιλοσοφία, η συμφορά θεωρείται ευλογία και η ευσπλαχνία τίθεται σε δοκιμασία. Όμως εκείνος [ο Βασίλειος], περισσότερο από κάθε άλλον, έπεισε τους ανθρώπους, όντας οι ίδιοι άνθρωποι, να μην περιφρονούν τους συνανθρώπους τους. Να μην προσβάλλουν τον Χριστό, που είναι η κοινή κεφαλή όλων, δείχνοντας απανθρωπιά προς εκείνους. Αντίθετα, τους έπεισε μέσα από τις συμφορές των άλλων να εξασφαλίζουν τη δική τους σωτηρία, και να δανείζουν τον Θεό με το έλεος που δείχνουν, καθώς και οι ίδιοι έχουν ανάγκη από έλεος». Αυτό είναι το πνεύμα της προσφοράς που μιμήθηκαν κι άλλοι, ακολουθώντας το παράδειγμα του δικού μας Αγίου και το έφτασαν ως την Ολλανδία κι από εκεί ως την Αμερική, για να κατασκευαστεί (με τη βοήθεια και της διαφήμισης) η επικρατούσα εικόνα.
Ούτως ή άλλως όμως η εικόνα αυτή του ΑγιοΒασίλη είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές των Χριστουγέννων κι από τη στιγμή που καθιερώθηκε στη νεοελληνική παράδοση νομίζω ότι καλό θα ήταν να τη σεβόμαστε. Το λέω αυτό γιατί μου προκάλεσε ιδιαίτερη κατάπληξη η παρακολούθηση στην τηλεόραση διαφημιστικών σποτ με Αϊ-Βασίληδες να μοιράζουν ή (άκουσον – άκουσον) να δέχονται δώρα από πάσης φύσεως εταιρίες, ή να δανείζονται τα δώρα τους από γνωστά καταστήματα, λες και δεν ήταν ποτέ ανιδιοτελής ή εκ βαθέων η προσφορά τους.
Τέτοιες εικόνες αμαυρώνουν όχι μόνο το αίσθημα της παράδοσης, αλλά και της πίστης καθώς παρουσιάζουν ακόμα και τον Άγιο να υποτάσσεται στο χρήμα και κανονικά δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται η προβολή τους, πολύ περισσότερο που στις μέρες της κρίσης, το πνεύμα αυτό του καταναλωτισμού αποτελεί πρόκληση για το κοινό αίσθημα. Από τη στιγμή όμως που η ίδια η τηλεόραση δεν κάνει τίποτα για να προστατέψει το κοινό της, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να μάθουμε στα παιδιά μας την πραγματικότητα του Αϊ- Βασίλη αλλά και την ουσία της παράδοσης.
Ο Άγιος είναι πανταχού παρών, μέσα στην καρδιά και την ψυχή όλων μας κι έτσι συνεχίζει να υπάρχει ως πνεύμα που προσφέρει με ανιδιοτέλεια από το υστέρημά του ό,τι μπορεί σε όλους όσοι τον έχουν ανάγκη. Αυτόν τον Αϊ-Βασίλη χρειαζόμαστε κι αυτόν πρέπει να πιστεύουν τα παιδιά μας άσχετα από το αν φοράει τον βυζαντινό χιτώνα ή την ολλανδική κάπα. Αυτό το πνεύμα της αγάπης, της αλληλεγγύης, της επαφής με το συνάνθρωπο της φροντίδας για τον αδύναμο και τον ανήμπορο έχουμε ανάγκη όλοι μας αυτές τις χρονιάρες μέρες. Ας το έχουμε στο νου μας όταν θα βλέπουμε τις ανάλογες διαφημίσεις κι ας κλείνουμε την τηλεόραση για να περάσουμε λίγη ώρα μιλώντας με τους αγαπημένους μας. Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά σε όλους!



