Βαγγέλης Κούτας: ο συγγραφέας. Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος. Απλός στη συμπεριφορά, σύνθετος στη σκέψη. Τον συνάντησα ένα πρωινό «στης Ακρόπολης τα μέρη». Με κέρασε καφέ. Για να μην του έχω υποχρέωση, σκέφτηκα να ξεπληρώσω με μια συνέντευξη. Αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν έχει τίποτε να πει. Παρά ταύτα μιλούσε έντονα και με πάθος για τη Βίγλα που άφησε πίσω του αλλά που ποτέ δεν ξέχασε. Έτσι, αποφάσισα να κρατήσω μερικές από τις σκέψεις του και να τις μεταφέρω στον «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ» που πάντα ξεφυλλίζει…
Ο Κούτας δεν ανήκει στους συγγραφείς που «κατασκευάζουν» τον εαυτό τους. Είναι από εκείνους που κουβαλούν τον κόσμο τους σαν εσωτερικό τοπίο και γράφουν επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Για τον Βαγγέλη η γραφή δεν είναι ούτε στιγμιαία σπίθα ούτε αδιάκοπο κύμα. Είναι ένας ιδιωτικός κόσμος που τον κατοικείς από παιδί, από τη στιγμή που αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο. Μιλά για νηφαλιότητα, για καθαρό βλέμμα, για απόσταση από ό,τι καίει και θολώνει τη σκέψη. Οι εμμονές, λέει, δεν τον αφορούν. Οι ιδέες έρχονται απρόσκλητες και ζητούν να γίνουν ιστορίες.
Στους ήρωές του δεν φοβάται να αντικρίσει το σκοτάδι, γιατί πιστεύει πως όλοι έχουν τους λόγους τους. Εκείνο που τον βαραίνει δεν είναι η μυθοπλασία αλλά η πραγματική βία της ζωής. Ο τόπος του – ο κάμπος, η θάλασσα, ο μαΐστρος, τα πουλιά του λόγγου, το φεγγάρι πάνω από τον Αμβρακικό – δεν είναι σκηνικό. Είναι δάσκαλος. Από εκεί έμαθε να αντέχει, να επιβιώνει, να παρατηρεί…
Έχοντας γράψει πάνω από δέκα βιβλία και με τον «Ευνοούμενο» να βρίσκεται ήδη στα ράφια, ο Βαγγέλης Κούτας συνεχίζει να μιλά σαν να ξεκινά τώρα. Γιατί για εκείνον, κάθε βιβλίο δεν είναι ένα τέλος, αλλά μια ακόμα συνομιλία με τον τόπο, τη μνήμη και τους ανθρώπους του…

Συνέντευξη στον Κώστα Παπαθεοδώρου*

Ερ: Πάμε Βαγγέλη: Υπάρχει στιγμιαία σπίθα που σε κάνει να αρχίζεις να γράφεις, ή το πάθος είναι συνεχές κύμα που σε σπρώχνει;
Απ: Ούτε κύμα, ούτε σπίθα. Είναι έκφραση και ένα δικό σου σύμπαν και ζεις μέσα σ’ αυτό από τη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο. Θα μπορούσε να είναι κύμα γιατί μ’ αρέσει η λέξη…

Ερ: Έχεις γράψει ποτέ κάτι μόνο και μόνο για να «ξεφορτωθείς» μια εμμονή που σε καίει;
Απ: Δεν έχω εμμονές. Αυτά που σε καίνε δεν βοηθούν τη σκέψη σου και εν θερμώ ο συγγραφέας ενδέχεται να χάσει το στόχο του. Η νηφαλιότητα είναι το μεγάλο όπλο για να δεις την διάσταση που πρέπει να κινηθείς για να φτάσεις στο σκοπό σου. Αν εννοείς εμμονή μια ιδέα αυτή πάντα έρχεται απρόσκλητη για να αρχίσεις την ιστορία.

Ερ: Αν οι χαρακτήρες σου μπορούσαν να σε κρίνουν ως συγγραφέα ποιος θα σε κατηγορούσε και ποιος θα σε επαινούσε;
Απ: Κανένας επειδή αγαπιόμαστε παράφορα (γέλια)

Ερ: Έχεις περιγράψει ποτέ κάποιον ήρωα που σε τρόμαξε;
Απ: Δεν με τρομάζει κανένας. Όλοι τους είχαν τους δικούς τους λόγους να είναι κακοί ή καλοί. Ωστόσο, τρομακτικοί τύποι ήταν οι Ρεντζαίοι. Δεν με τρόμαξαν. Με στεναχωρούσαν επειδή στην πραγματική ζωή πήραν ζωές και δεν ήταν… ευθανασία.

Ερ: Αν έπρεπε να ζήσεις μέσα σε ένα βιβλίο σου ποιο θα διάλεγες;
Απ: Μέσα σε όλα και επειδή θεωρώ ότι ο κόσμος μας είναι τα γραπτά μας και βιώνουμε δύο ζωές παράλληλα, θέλω να περνάω μέσα στις ιστορίες μου και να συνομιλώ με τους ήρωες που δημιουργώ. Είναι αυτή η απόδραση, η φευγάλα που σε εξυψώνει και σε βγάζει από τα μικρά και τα ανθρώπινα…

Ερ: Αν ένα από τα τοπία σου μπορούσε να σε ταξιδέψει σε άλλον πλανήτη ποιο θα διάλεγες και τι θα ήθελες να δεις εκεί;
Απ: Δεν το έχω σκεφτεί αλλά από τα ουράνια σώματα αγαπώ το φεγγάρι, ιδιαίτερα όταν ξετρυπώνει μέσα από τα σύννεφα του Αμβρακικού και είναι σαν να στέκεται ο μικρός πρίγκιπας και να παρατηρεί με δέος το ανάγλυφο της γης όπου αστράφτουν τα ξέφωτα του βάλτου σαν διαμάντια…

Ερ: Υπάρχει κάποιο αντικείμενο η κομμάτι του τόπου σου που θεωρείς «μυστικό συγγραφικό σου όπλο»;
Απ: Βέβαια, εικόνες μυρωδιές, ήχοι μυστήριο, φάντασμα, νεράιδες και μια ζωή σαν ένα παραμύθι που γράφτηκε από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου.

Ερ: Αν έπρεπε να γράψεις ένα βιβλίο μόνο με ήχους και μυρωδιές ποιο σκηνικό θα επέλεγες;
Απ: Ξημέρωμα στο λόγγο με κοτσύφια και καρδερίνες και μπροστά μου να πετούν οι γλάροι και οι αγριόπαπιες διασταυρώνοντας τις φωνές τους σε μια ουράνια μουσική που η ψυχή φτεροκοπά στη φλογισμένη ανατολή. Κάπως έτσι φαντάζομαι τον Παράδεισο για τους αθώους…

Ερ: Έχεις μιλήσει ποτέ με τον τόπο σου ενώ έγραφες σαν να ήταν συνεργάτης σου στη δημιουργία;
Απ: Γράφω δεν γράφω είναι συνεργάτες μου κι το εφαλτήριο για κάθε μου κίνηση. Νοιώθω ότι είναι ο δάσκαλός μου. Μια ειδυλλιακή ζωή δεν σε οχυρώνει απέναντι στις αντιξοότητες που θα συναντήσεις. Δεν είχα εύκολη ζωή εκεί αλλά είχα όμορφη ζωή. Και εκπαιδεύτηκα να επιβιώνω στις δυσκολίες που συνάντησα. Είναι σπουδαίο σχολείο το περιβάλλον…

Ερ: Είσαι παιδί του κάμπου και της θάλασσας. Αυτό προσδιορίζει και την οπτική σου στα πράγματα;
Απ: Η θάλασσα είναι τα ταξίδια μου και ο κάμπος η απεραντοσύνη μου. Όλη αυτή η ελευθερία στο βλέμμα μακραίνει τον ορίζοντα και ταξιδεύει το νου σαν το κύμα που ποτέ δεν ξεκουράζεται ενώ στον κάμπο καλπάζεις συντροφιά με τον ήχο και τις μυρωδιές του πελάγους που φέρνει ο απογευματινός μαΐστρος.

Ερ: Έγραψες μέχρι τώρα πάνω από δέκα βιβλία και μάλιστα το τελευταίο «Ο ευνοούμενος» είναι στα βιβλιοπωλεία. Πόσα «τελευταία» έχεις να γράψεις ακόμα και τι είναι αυτό που θέλεις αυτή την περίοδο να διηγηθείς στους αναγνώστες σου;
Απ: Δέκα βιβλία σαν χθες που πέρασαν 40 χρόνια. Θαυμάζω τον Καραϊσκάκη από μικρό παιδί. Πάντα φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν το νόθο γιο της καλογριάς. Δεν είχα υπερήρωες μικρός στο μυαλό μου αλλά έναν ήρωα λιπόσαρκο, ατρόμητο και αθυρόστομο σαν τον μεγάλο αγωνιστή να καλπάζει με το άλογο του και υψωμένο το σπαθί του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ