Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ ανοίγει παράθυρο στην πραγματική κατάσταση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα. Ένα παράθυρο που απάδει από το γυαλισμένο αφήγημα περί «ισχυρού» και «αναβαθμισμένου» ΕΣΥ.
Πίσω από τις θριαμβολογίες και τις αμετροέπειες περί «της καλύτερης κατάστασης όλων των εποχών», αναδύεται μια εικόνα ανθρώπων που ιδροκοπούν- συχνά με το χέρι σε άδειες τσέπες- να βρουν πρόσβαση στη φροντίδα, που περιμένουν, που εξευτελίζονται, που συχνά παραιτούνται από την προσπάθεια.
Η χώρα αναμφίβολα διαθέτει άξιους γιατρούς και οι δείκτες θνησιμότητας αποδεικνύουν ότι υπάρχει ικανότητα και γνώση. Κι όμως, ένα μεγάλο κομμάτι του λαού παραμένει έξω από την πόρτα του συστήματος – σαν να κοιτάζει το σπίτι του από το παράθυρο, δίχως να μπορεί να μπει. Οι πολίτες δηλώνουν πως δεινοπαθούν για να εξυπηρετηθούν. Πως δεν βρίσκουν διαθέσιμες υπηρεσίες όταν τις χρειάζονται. Και νιώθουν ότι το σύστημα τούς αφήνει μόνο με υποσχέσεις. Η δυσφορία τους δεν κρύβεται πλέον ούτε πίσω από τους «μαγικούς» αριθμούς.
Κι αν κάτι «τσαλακώνει» περισσότερο από όλα το κυβερνητικό αφήγημα, είναι η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα και στη ζώσα εμπειρία. Γιατί από τη μια μεριά προβάλλεται ένα σύστημα που δήθεν λάμπει, κι από την άλλη οι άνθρωποι που βαδίζουν σε σκοτεινούς διαδρόμους, με ελλείψεις προσωπικού, με κουρασμένους νοσηλευτές και εξαντλημένα τμήματα. Η νοσηλευτική αλλά και η ιατρική επάρκεια, χρόνια πληγή, μοιάζει με δέντρο που μεγαλώνει σε ξερό χώμα: παλεύει να σταθεί όρθιο αλλά γέρνει επικίνδυνα.
Στην Ήπειρο
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και η Ελλάδα της περιφέρειας – εκεί όπου το ΕΣΥ δεν είναι απλώς προβληματικό, αλλά συχνά εξουθενωμένο. Στα νοσοκομεία της Ηπείρου η κατάσταση θυμίζει εποχές μεσοπολέμου: κλινικές που κλείνουν, τμήματα που λειτουργούν «με το ζόρι», προσωπικό που εξαφανίζεται ακόμη και μέσω παράτυπων ή και παράνομων μετακινήσεων, λειτουργοί της υγείας που παλεύουν να κρατήσουν όρθιες ολόκληρες δομές με περίσσευμα ανθρωπιάς. Κι ενώ τα κενά κραυγάζουν, η κυβέρνηση επιμένει σε μια νοοτροπία ιδιοκτησίας – υπουργοί και στελέχη που μετακινούν προσωπικό κατά το δοκούν, σαν να παίζουν σε σκακιέρα όπου τα πιόνια δεν είναι άνθρωποι αλλά αριθμοί.
Για παράδειγμα, γιατί όταν ένας νοσηλευτής ζητά μια τρίμηνη μετακίνηση για να σταθεί δίπλα στην οικογένειά του, η απάντηση δεν είναι η κατανόηση αλλά ο κρατικός Μινώταυρος που απαιτεί ανθρωποθυσίες; Που καταπίνει ανθρώπους, όχι για να λειτουργήσει καλύτερα, αλλά για να συντηρήσει την κομματική πελατεία. Έτσι, το προσωπικό παραμένει εγκλωβισμένο, εγκαταλελειμμένο – σαν να παλεύει σε ένα λαβύρινθο χωρίς Μίτο της Αριάδνης…
Φωτεινές νησίδες
Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις αντιφάσεις, υπάρχουν και φωτεινές νησίδες. Υπάρχουν γιατροί που κάνουν θαύματα, δομές που αναπνέουν παρά τις στερήσεις, άνθρωποι που συνεχίζουν να υπηρετούν τη φροντίδα με ιερό καθήκον. Το ΕΣΥ δεν είναι μόνο οι ελλείψεις, είναι και οι ψυχές που το κρατούν ζωντανό. Επιτρέψτε μου να αναφέρω ως φωτεινότερο παράδειγμα, τον Καθηγητή Καρδιολογίας Λάμπρο Μιχάλη και την ομάδα του, που (δυστυχώς) τους γνωρίζω καλά…
Η έκθεση του ΟΟΣΑ δεν έρχεται να αναδείξει, αλλά να τεκμηριώσει αυτό που όλοι γνωρίζουμε: ότι το Εθνικό Σύστημα Υγείας χρειάζεται αλήθεια και όχι λόγια. Όχι αφήγημα, αλλά φροντίδα. Όχι επικοινωνία, αλλά ανθρώπους – να τους στηρίζει, όχι να τους συνθλίβει.
Γιατί η υγεία ενός έθνους δεν μετριέται σε δελτία Τύπου, αλλά στα πρόσωπα εκείνων που φροντίζουν και εκείνων που ζητούν φροντίδα. Κι αυτή η αλήθεια, όσο κι αν προσπαθούν, δεν «γυαλίζεται».



