Η ιστορική ρίζα, η λαχτάρα, η ταυτότητα, οι αξίες, οι μνήμες, τα αγαπημένα πρόσωπα και αντικείμενα, η μάνα γη, το μνήμα των γονιών και των παππούδων, ο προστάτης Άγιος, η ηρεμία, η γαλήνη, η κληρονομιά, το νόστιμον ήμαρ. Πόσες φορές στην ερώτηση από πού είμαστε απαντάμε λίγο αόριστα. Από την Ήπειρο, από την Άρτα, από τα Τζουμέρκα. Μα από ποιο χωριό;
Η οργάνωσή του σήμερα άλλαξε δραματικά. Έγινε θυσία στο βωμό μιας αχαλίνωτης λεγόμενης ανάπτυξης της χώρας μας. Δύο κατηγορίες μόνιμων κατοίκων απέμειναν. Συνταξιούχοι ενήλικες, ενταγμένοι απόλυτα στο πολιτισμικό τους περιβάλλον, και μερικοί νεότεροι σε ηλικία επιδοματούχοι. Ζουν μια ήρεμη ζωή σε μικρές κοινότητες συμβίωσης και σε άριστες περιβαλλοντολογικές συνθήκες. Την όποια μοναξιά την έχουν συνηθίσει. Έχουν απασχόληση με τη γεωργία μικρής κλίμακας έξω από αυστηρούς κανόνες αγροτικής οικονομίας. Η κτηνοτροφία έχει εξαφανιστεί και τα περισσότερα χωράφια ερήμωσαν.
Πάνε δεκάδες χρόνια που οι κάτοικοι – κυρίως του ορεινού όγκου – άφησαν μαζικά τα χωριά τους και στράφηκαν προς το αστικό περιβάλλον. Τυλίχθηκαν μέσα σε μια λυρική εγκατάλειψη. Μπορεί να έφυγαν, όμως το χωριό έμεινε στην καρδιά τους. Ποτέ δεν έκοψαν τον ομφάλιο λώρο, εκτός περιπτώσεων κληρονομικών διαφωνιών. Όλο και κάτι έμεινε πίσω. Από αυτή τη γη αν-τλούν μόνο χαρά. Η μετανάστευση έγινε αναγκαίο κακό, γιατί ο τόπος δεν μπορούσε να τους θρέψει.
Οι κληρονομημένες αξίες του χωριού είναι ό,τι πιο πολύτιμο μας άφησαν οι πρόγονοί μας. Οι εποχές του δεν είναι αφηρημένοι αριθμοί του ημερολογίου. Η κάθε μέρα έχει άλλο φως κι άλλα χρώματα, αφού η βλάστηση και τα δένδρα αλλάζουν κατά την περιφορά του χρόνου. Η φύση χαρίζει άλλους ήχους, άλλη αφή κι άλλη όσφρηση. Η εκκλησία και τα λίγα καφενεία είναι ο συνδετικός κρίκος όσων ζουν μόνιμα κοντά του. Οι γιορτές, οι κηδείες, τα μνημόσυνα αποτελούν βασικά μέρη της δημόσιας ζωής. Πιστοποιητικό βάπτισης κάνει χρόνια να εκδοθεί. Ωστόσο, τελευταίους ασπασμούς έχουμε τακτικότατα. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι οργανωμένες ομάδες των κυνηγών, που δίνουν ζωντάνια τα Σαββατοκύριακα.
Ξέμεινε ο δημοτικός φωτισμός τις νύχτες να μετρά το χρόνο. Καμία ανθρώπινη φιγούρα δεν κινείται πεζή. Τα παράθυρα αφώτιστα και στο εσωτερικό των κλειστών σπιτιών τα παλιά έπιπλα και σκεύη, τα υφαντά και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους μένουν σκονισμένα και στο απόλυτο σκοτάδι. Τα δάση πύκνωσαν και γέμισαν με άγρια πανίδα. Της συκιάς οι σπερματικοί γλυκύτατοι καρποί έγιναν τροφή μόνο για τα αγριοπούλια. Παντού βουβές εκρήξεις ερημιάς. Κανείς δεν θυμάται το όνομα του τελευταίου δασκάλου και το πότε έκλεισε το σχολείο. Τα εγγόνια όσων έφυγαν και γεννήθηκαν σε άλλους τόπους βιώνουν τις περιγραφές των παππούδων σαν ιστορίες από λίθινες εποχές.
Κι ενώ τα άδεια και παρατημένα σπίτια καταρρέουν, υπάρχει ακόμα ελπίδα. Ένα φροντισμένο με μεράκι και συντηρημένο σπίτι – και είναι πολλά – δεν είναι μόνο ύλη. Είναι μνήμη, είναι το ίδιο το χωριό μας. Δεν ήταν δικό μας, το κληρονομήσαμε. Σαν δεύτερο σπίτι στην εξοχή γίνεται βάλσαμο, ειδικά σε εποχές κρίσης, που εκ των πραγμάτων οι δημοφιλείς προορισμοί έγιναν οικονομικά απρόσιτοι.
Καιρός, λοιπόν, οι πατριώτες μετανάστες να ανακαλύψουν τον χαμένο παράδεισο και να ξαναθυμηθούν τη γη τους. Ευτυχώς που είμαστε αρκετοί και μοιραζόμαστε το χρόνο μας μεταξύ χωριού και πόλης, απλής και έντονης ζωής, παράδοσης και νεωτερικότητας, μεγάλης οικογένειας και ανωνυμίας, παρελθόντος και παρόντος. Οι καλά συντηρημένοι δρόμοι, οι δημόσιες συγκοινωνίες, τα ιδιωτικά οχήματα, το δημοτικό διαδίκτυο, οι επικοινωνίες, ο καλός ηλεκτροφωτισμός, η συγκομιδή των σκουπιδιών, οι κινητές μονάδες τροφοδοσίας έφεραν το χωριό πιο κοντά.
Έχουμε την πολυτέλεια να συναντιόμαστε με τους ξενιτεμένους στα λαϊκά πανηγύρια, όπου μοιραζόμαστε τις ελπίδες, τις επιθυμίες, τις αγωνίες και τα όνειρά μας. Διαχειριζόμαστε την πολιτιστική μας κληρονομιά με έναν προστατευτικό τρόπο γεμάτο σεβασμό. «Πειράξαμε» δραματικά τις πόλεις, αλλά ευτυχώς γλίτωσαν τα χωριά μας. Τουλάχιστον, στις γενιές μας.



