Την περασμένη βδομάδα γιορτάσαμε το ΟΧΙ. Δυστυχώς, για άλλη μια φορά, πολλοί ήταν αυτοί που προσπάθησαν να μεταβάλλουν μια γιορτή του Έθνους σε γιορτή μισαλλοδοξίας, βγάζοντας τα ψυχολογικά τους. Κρίμα. Τέτοιες γιορτές πρέπει να μας ενώνουν και όχι να μας διχάζουν.
Προσωπικά λυπήθηκα για τα μυαλά κάποιων αλλά τέλος πάντων… Σε αυτό το άρθρο θα κάνω μια αναφορά στο χωριό μου, τον Άγιο Σπυρίδωνα Άρτας που πιστεύω ότι αντιπροσωπεύει και άλλα χωριά εκείνης της εποχής. Δηλαδή πολλά από αυτά που συνέβησαν εδώ, συνέβησαν κάπως παρόμοια και αλλού.
Ο Άγιος Σπυρίδωνας Άρτας το 1940 είναι ένα από τα πολλά χωριά της Ελλάδας. Μόλις 28 χρόνια πριν έχει απελευθερωθεί από την μακραίωνη Οθωμανική κυριαρχία και ακολουθεί την πορεία της νεότερης ιστορίας του Ελληνικού κράτους. Χωριανοί επιστρατεύονται και λαμβάνουν μέρος στο Β΄ Βαλκανικό πόλεμο και τη Μικρασιατική εκστρατεία. Στον Εθνικό Διχασμό δεν φαίνεται να έχει λάβει μέρος.
Οι κάτοικοί του είναι απλοί αγρότες που πασχίζουν για το μεροκάματο. Πείνα το χωριό δεν γνώριζε αλλά και ούτε και ιδιαίτερο πλούτο. Τα όμορα έλη αποτελούν πηγή ζωής αλλά και θανάτου. Πολλούς είχε αποδεκατίσει η Ελονοσία και ο κίτρινος πυρετός. Παρόλα αυτά από την απελευθέρωση ως το 1940, δώδεκα ημέρες πριν την κήρυξη του πολέμου το χωριό έχει άνοδο πληθυσμού γύρω στα 125%. Δηλαδή, η απογραφή του 1912 μάς δίνει 476 κατοίκους και η απογραφή του 1940 μάς δίνει 1.068 κατοίκους. Στις εκλογές πριν την δικτατορία κυριαρχούσε το αντιβενιζελικό «λαϊκό κόμμα» του Παναγή Τσαλδάρη κατά μεγάλο ποσοστό.

Κοινοτική αρχή και σχολείο
Στο διάστημα της Μεταξικής Δικτατορίας πρόεδρος του χωριού είναι ο Δημήτριος Γείτονας, γιος του ιερέα Παπαγιώργη Γείτονα και πατέρας του πατέρα Αλέξανδρου Γείτονα, σημερινού ιερέα του χωριού. Θα επιστρατευθεί, όμως, και θα τον αντικαταστήσει ο Γεώργιος Χαλάστρας, ο οποίος θα παραμείνει πρόεδρος σε όλο το διάστημα της κατοχής αλλά και στην μεταπολεμική περίοδο θα εκλεγεί εκ νέου.
Στο σχολείο, το οποίο στεγάζεται στο παλιό βακούφικο δίπλα από την εκκλησία, το οποίο κατεδαφίστηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, θα κάνουν την εμφάνισή τους δύο νέοι δάσκαλοι, ένα ζευγάρι, ο Σωτήρης Τρομπούκης με την σύζυγό του Πηνελόπη. Σταθμός για την εκπαίδευση του χωριού. Πολύ αυστηροί αλλά και καλοί.
Κατά την Μεταξική περίοδο το σχολείο λειτουργεί υπό τα Μεταξικά πρότυπα. Η νεολαία υποχρεωτικά στην ΕΟΝ ντυμένοι με στολές, όπως συνηθίζονταν τότε σ’ όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα και χωρισμένοι σε ομάδες Σκαπανείς και Σκαπανίτισσες από 8 έως 14 ετών. Αν τύχαιναν και κάποιοι μεγαλύτεροι αυτοί γίνονταν Φαλαγγίτες και Φαλαγγίτισσες. Από μαρτυρίες που έχω, αρχηγός στους Σκαπανείς και Σκαπανίτισσες έμπαιναν οι καλύτεροι μαθητές της 6ης δημοτικού. Η ΕΟΝ έπαψε να υπάρχει το 1941.

Παραγωγή
Η παραγωγή του χωριού ήταν η κλασσική, όπως όλα τα χρόνια. Σιτάρι, καλαμπόκι, σουσάμι, φασόλι και βρώμη. Λάδι προμηθευόταν το χωριό συνήθως από τα καΐκια που έφταναν από την Λευκάδα στο λιμανάκι της Πέτρας, το οποία εξαγόραζαν με φασόλια ή σιτάρι. Στο χωριό λειτουργούσε τυροκομείο, μάλλον της οικογένεια Κακοσίμου και υπήρχε και εργαστήριο παρασκευής λεμονάδας και γκαζόζας από κάποιον αρτινό Δραγατάκη, ο οποίος προμήθευε και τα άλλα χωριά. Στον Άγιος Σπυρίδωνα ο Καραπάνος (απόγονος του γνωστού) διατηρεί ακόμα κτήματα και απασχολεί κόσμο στην συγκομιδή και παραγωγή.

Η Ιταλική προπαγάνδα
Το διάστημα αυτό κατά την Μεταξική δικτατορία έκανε την εμφάνισή της στο χωριό και η Ιταλική προπαγάνδα. Προσπαθούσε να επηρεάσει την Ελληνική κοινή γνώμη, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως μια φιλική και πολιτισμένη δύναμη που θα μπορούσε να προσφέρει ένα εναλλακτικό όραμα για το μέλλον της Ελλάδας.
Ταυτόχρονα, έκαναν την εμφάνισή τους «δήθεν» Ιταλοί αγρότες – εργάτες, που γνώριζαν την Ελληνική, απ’ ότι μου είπαν οι παλιότεροι στο χωριό. Αυτοί είχαν καταγωγή από τη Νότια Ιταλία, έτσι τουλάχιστον έλεγαν, δούλευαν στα χωράφια και μάθαιναν τα παιδιά Ιταλικά.
Έτσι, κάποιοι χωριανοί, όπως ο πατέρας μου, ο θείος μου ο Μιχάλης και κάποιοι άλλοι έμαθαν Ιταλικά. Έλεγαν στα παιδιά πόσο ωραία και πλούσια είναι η Ιταλία και πως η Ελλάδα και η Ιταλία θα πρέπει να γίνουν μια μεγάλη δύναμη, όπως παλιά.
Απ’ ότι γνωρίζουμε σήμερα η Ελληνική κατασκοπία είχε καταλάβει τον ρόλο τους, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και κάτι γιατί δούλευαν με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούσες να τους πεις και κάτι. Απελάσεις θα έφερναν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση απέναντι στην Ιταλία. Την δεκαετία του ‘80, όπως έμαθα, γιατί δεν ζω στο χωριό, το επισκέφθηκε ένας ηλικιωμένος Ιταλός που είπε πως ήταν ένας από αυτούς και θυμόταν ονόματα, ρωτώντας για τον έναν ή τον άλλον.

Οι πολιτικοί εξόριστοι
Κάπου στο 1938, αν μου τα διηγήθηκε καλά ο πατέρας μου, η χωροφυλακή έφερε στο χωριό δυο εκτοπισμένους. Ο ένας ήταν γιατρός και ο άλλος δεν θυμάμαι.
Όμως, ο γιατρός, παρέμεινε έως τον πόλεμο. Όταν το 1939 ο παππούς μου Νικόλαος Βράκας έγινε αγροφύλακας, μαζί με τον πρόεδρο ήταν οι αρχές του χωριού, και κάθε τό-σο έπρεπε να κάνει επίσημη εμφάνιση ο γιατρός σ’ αυτούς με τους οποίους απέκτησε φαίνεται και φιλία, γιατί ο παππούς μου τον φιλοξενούσε.
Φαίνεται να απέκτησε και καλές σχέσεις και με το ζεύγος Τρομπούκη. Πρόσφερε υπηρεσίες στο χωριό. Δεν αναφέρω τυχαία το γεγονός αυτό, γιατί ο γιατρός και το ζεύγος Τρομπούκη έπαιξαν ρόλο στο αντιμεταξικό δόγμα και στο αντίστοιχο αντιβασιλικό του χωριού. Βέβαια, δεν είναι κάτι πρωτότυπο αυτό, έχει συμβεί και αλλού. Ακόμα και σήμερα συμβαίνουν.

Η επιστράτευση
Τα σύννεφα του πολέμου άρχισαν να φαίνονται ήδη από το 1939. Το σχέδιο επιστράτευσης που εφαρμόσθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1940 ήταν αυτό που είχε συνταχθεί τον Σεπτέμβριο του 1939 και συνοδευόταν από πολλά επιμέρους σχέδια επιτάξεων, μεταφορών, διασποράς κλπ, με σκοπό τη βαθμιαία και αθόρυβη μετάπτωση του στρατού, αρχικά στη μερική και στη συνέχεια στη γενική επιστράτευση.
Η μερική μυστική επιστράτευση άρχισε τον Αύγουστο του 1940 μετά τον τορπιλισμό της Έλλης. Έγιναν ατομικές προσκλήσεις εφέδρων αξιωματικών με πρόσχημα την μετεκπαίδευση καθώς και ατομικές προσκλήσεις αγύμναστων οπλιτών. Η Όγδοη Μεραρχία, υπεύθυνη για τον Τομέα της Ηπείρου, η ένατη Μεραρχία και η τέταρτη Ταξιαρχία ήταν υπεύθυνες για τη Δυτική Μακεδονία. Με το απόσπασμα Πίνδου συμπληρώθηκαν σχεδόν στην πολεμική τους σύνθεση. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε την προθυμία, τη σύμπνοια και την εθνική ενότητα του λαού, καθώς και την πειθαρχία των επιστρατευμένων κατά την πορεία τους προς το μέτωπο.

Το χτύπημα της καμπάνας, οι προετοιμασίες και ο αποχωρισμός
Όταν κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, ο πατέρας μου ήταν 11 χρονών και σκαπνέας στο σχολείο. Θυμόταν πως στις 28 Οκτωβρίου 1940, όταν έφτασε το μήνυμα του πολέμου, άρχισε να χτυπά η καμπάνα του χωριού και ακουγόταν και η καμπάνα από τη Νέα Κερασούντα.
Ο κόσμος μαζεύτηκε στον πλάτανο. Διαβάστηκαν τα ονόματα των κληρωτών που πρέπει να παρουσιαστούν και να πάρουν τα φύλλα πορείας για τις μονάδες ώστε να δώσουν το παρόν. Ο παπάς έδωσε την ευχή του. Οι δάσκαλοι με τους μαθητές και αυτοί παρόντες. Σε μας τα παιδιά, μου έλεγε ο πατέρας μου, ο ενθουσιασμός ήταν τεράστιος. Τόσο μας έφτανε!
Οι πιο ηλικιωμένοι βετεράνοι των Βαλκανικών και του Μικρασιατικού ήταν σκεφτικοί και θλιμμένοι. Οι γυναίκες καταστεναχωρημένες. Της γιαγιάς μου έφευγαν δύο αδερφοί, ο ένας γιος και τρία ανίψια. Γρήγορα μαζεύτηκαν οι κληρωτοί σε ομάδες να φύγουν για την Άρτα. Οι γυναίκες έκλαιγαν, οι ίδιοι έδιναν θάρρος στους πίσω, και έλεγαν πως το Δεκέμβρη στο πανηγύρι τ ΄Αη Σπυρίδωνα θα είναι πίσω.
Ήταν όλοι «οπλισμένοι» με τρουβάδες και λίγα τρόφιμα που πήραν από τα σπίτια τους. Όλοι τους είχαν και ένα φυλαχτό μαζί. Μόνο τα παιδιά χαίρονταν και χαιρετούσαν. Η καμπάνα δεν σταμάτησε ποτέ να χτυπά κατά τη διάρκεια σχηματισμού του Μετώπου. Όταν ο στρατός μας άρχισε τη νικηφόρα προέλαση και έφτανε μήνυμα πως έπεσε το Τεπελένι, η Κορυτσά, το Αργυρόκαστρο κτλ, η καμπάνα χτυπούσε ασταμάτητα. Κάποιοι μάλιστα έστηναν και χορό μπροστά από το κλούρ στον πλάτανο.

Οι επιστρατευμένοι για το Μέτωπο Αλβανίας από τον Άγιο Σπυρίδωνα
Η είδηση για τον πόλεμο σαφώς τάραξε τα νερά του χωριού αλλά για τους Βετεράνους των Βαλκανικών και του Μικρασιατικού πολέμου. Ήταν κάτι το αναμενόμενο, όσο και να μην το εύχονταν. Μέχρι που έκανε την εμφάνιση το στρατολογικό γραφείο και ανακοίνωσε τα ονόματα. Όσους δεν βρήκαν εκείνη την ώρα εκεί, έπρεπε να τους ειδοποιήσει ο πρόεδρος με τον αγροφύλακα. Έτσι, λοιπόν, κλήθηκαν οι παρακάτω χωριανοί: Μια και δεν είναι κανείς πλέον εν ζωή, τούς αρμόζει Τιμή και Δόξα. Αιωνία τους η μνήμη.
1. Αυγέρης Παναγιώτης. 2. Βάσιος Ευθύμιος. 3. Βάσιος Ιωάννης. 4. Γείτονας Λάμπρος. 5. Γείτονας Ευάγγελος (μάγειρας μετώπου). 6. Γείτονας Ευστάθιος. 7. Γείτονας Δημήτριος (πρόεδρος του χωριού). 8. Γείτονας Ξενοφών. 9. Γεωργίου Κωνσταντίνος. 10. Γεωργίου Γεώργιος. 11. Ζέρβας Συμεών. 12. Μακρής Δημήτριος. 13. Νταλάκας Δημήτριος. 14. Κατσινίκας Λάμπρος. 15. Παπαδημητρίου Λάμπρος. 16. Τσιόγκας Σπυρίδων (λοχίας). 17. Παραλίκας Βασίλειος. 18. Συντόσης Γεώργιος. 19. Συντόσης Λάμπρος. 20. Χαλάστρας Ευάγγελος. 21. Χαλάστρας Ηλίας. 22. Χαλάστρας Χρήστος. 23. Ντάκουλας Ανδρέας. 24. Ντάκουλας Περικλής. 25. Κοντογιάννης Σταύρος. 26. Σκούμπλας Θωμάς. 27. Σκούμπλας Λάμπρος. 28. Γκριμπαβιώτης Παναγιώτης. 29. Μπάλιας Στέφανος. 30. Στεργίου Ιωάννης. 31. Στεργίου Κωνσταντίνος 32. Τσιάτσος Βασίλειος. 33. Τσάγαρης Μιχαήλ. 34. Φλιώρης Τηλέμαχος. 35. Κακοσίμος Σπυρίδων, αρχείο Συρράκου *Στρατολογικό Γραφείο Ιωαννίνων. 36. Θεοδώρου Περικλής, αρχείο Βαθυπέδου, *Στρατολογικό Γραφείο Ιωαννίνων.
Θα πρέπει να πούμε, πως επιστρατεύθηκαν και ζώα. Άλογα και μουλάρια. Γνωρίζω πού καλά πως του Βαγγέλη Γείτονα , αδερφό της γιαγιάς μου, του επιστράτευσαν το άλογο μαζί με μια ακριβή σέλα που είχε. Φυσικά δεν τα ξανάδε ποτέ αλλά ούτε και τα αναζήτησε.

Επιστροφή από το μέτωπο και κατοχή
Μετά την κατάρρευση του Μετώπου και την συνθηκολόγηση επέστρεψαν όλοι οι χωριανοί πίσω. Ο Περικλής Ντάκουλας, όμως, από τραυματισμό νομίζω και τις κακουχίες απεβίωσε. Εκείνες τις μέρες γίνονταν χαμός στο χωριό. Χιλιάδες στρατιώτες περνούσαν με τα πόδια για να πάνε στα χωριά τους, απ’ όπου κατάγονταν ο καθένας, και υπήρχε γενικά μια νευρικότητα.
Ο κόσμος βοηθούσε όπου μπορούσε αυτούς τους ταλαιπωρημένους στρατιώτες. Ό,τι μπορούσε έδινε ο καθένας. Κατά τη διάρκεια της κατοχής στο χωριό ήρθαν Ιταλοί. Μια και το χωριό δεν είχε γέφυρα κατασκεύασαν την ξύλινη γέφυρα για να επικοινωνούν. Σύμφωνα με μαρτυρίες χωρικών οι απλοί Ιταλοί φαντάροι ήταν καλοί. Το πρόβλημα το δημιουργούσαν όταν εμφανίζονταν οι μελανοχίτωνες (φασιστικά τάγματα του Μουσολίνι) και οι Φινατσέρηδες. Φυλάκιο είχαν στη Γέφυρα Καλογήρου, όπου δίνονταν και ο φόρος. Όταν το 1943 ανατίναξε ο ΕΔΕΣ την παλιά πέτρινη γέφυρα Καλογήρου, έγινε έφοδος και στο χωριό, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν, εφόσον βρέθηκαν με σφαίρες οι παρακάτω: 1. Βράκας Σπυρίδων. 2. Κακοσίμος Χρήστος. 3. Ματσούκας Σπυρίδων.
Όταν κατέρρευσε η Ιταλία τότε εμφανίστηκαν οι Γερμανοί. Αυτοί συνέλαβαν κάποιον Ηλία Αυδίκο κατά κόσμον Ηλία Θέο, τον έστειλαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Νταχάου. από εκεί τον πήρε ένας αξιωματικός των Ες Ες σαν σκλάβο στο κτήμα του στην Αυστρία. Επέζησε γιατί κρύφτηκε τις ημέρες της κατάρρευσης του Ράιχ σε ένα βαρέλι με ξινό λάχανο και επέστρεψε ψυχικά κατεστραμμένος στα Ιωάννινα.

Η πείνα της κατοχής
Από τις πρώτες ημέρες της κατοχής, τον Μάιο του 1941, άρχισε να παρουσιάζεται έλλειψη των απαραίτητων ειδών για τη διατροφή και τη συντήρηση του Ελληνικού λαού.
Ειδικά οι πόλεις το έζησαν πολύ έντονα. Η εξεύρεση σιταριού, φασολιών ή ψωμιού ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Μόνο στην επαρχία μπορούσε να προμηθευτεί κάποιος μεγαλύτερες ποσότητες τροφίμων. Έπρεπε, όμως, να κάνει επικίνδυ- να ταξίδια σε μακρινά μέρη.
Εκείνες τις ημέρες γέμισε και το χωριό πολύ κόσμο. Από Άρτα, Γιάννινα, Πρέβεζα, ακόμα και από την απέναντι Βόνιτσα. Το χωριό τα είχε όλα. Έρχονταν κόσμος από παντού και προσπαθούσε να πουλήσει ό,τι είχε αρκεί να βρει κάτι να φάει. Τους λυπόνταν οι χωριανοί και έδιναν ό,τι μπορούσαν. Ακόμα και μετά τον πόλεμο κάποιοι που είχαν επιζήσει έρχονταν ως επισκέπτες, χωρίς να ξεχάσουν την φιλοξενία που δέχτηκαν.
Ο Βάλτος έσωσε κόσμο και κοσμάκη. Σε θαύμα θεού απέδιδαν οι κάτοικοι εκείνο τον καιρό την πληθώρα από αγριοπούλια, ψάρια, χέλια. Και αγριογούρουνα ήταν πολλά, αλλά φοβόνταν ο κόσμος να πυροβολήσει για να μην προκαλέσει τους κατακτητές. Όποιος έστηνε ξώβερ-γα ή έριχνε βαλκό ή δίχτυα γνώριζε πως δεν θα πεινάσει. Οικονομία γίνονταν στο ψωμί. Ιταλοί στρατιώτες έρχονταν στο χωριό και γέμιζαν τα κλουβιά των μηχανών με αυγά από κότες και αγριόπαπιες. Το ίδιο αργότερα και οι Γερμανοί. Οι Ιταλοί καμιά φορά έδιναν και στα παιδιά καμιά σοκολάτα. Έτσι βγήκε η κατοχή. Μόνο στο ψωμί γίνονταν οικονομία.

Οι Γερμανοί εξόπλισαν χωρικούς που σύντομα αφόπλισαν
Τις ημέρες που σφάχτηκε το Κομμένο, εμφανίστηκαν στο χωριό οι εγκληματίες του Ζάλμιγκερ.
Αφού συγκέντρωσαν το χωριό, για προειδοποίηση είπαν τι τους περιμένει αν μαθευτεί πως έχει αντάρτες. Σκότωσαν μια γελάδα και τους είπαν πως αυτό θα είναι το αποτέλεσμα των κατοίκων. Την όλη κατάσταση έσωσε ο πρόεδρος του χωριού Γιώργος Χαλάστρας που τους καλόπιασε, τους εξήγησε πως πολλοί άντρες (αυτοί που ήταν όλοι αντάρτες) λείπουν χρόνια και έχουν φύγει για δουλειές για να ζήσουν. Τους έδωσε και δώρα, λέγοντας ότι το χωριό είναι φιλήσυχο. Και πως ούτε με τους Ιταλούς είχαν πρόβλημα. Θες τον πίστεψαν, θες κάνανε τα στραβά μάτια, δεν έγινε τίποτα.
Σύμφωνα με έγγραφο της Βέρμαχτ με ημερομηνία 28 Μαρτίου 1944, το οποίο μου καταχώρησε προσωπικά ο φίλος Αλέξης Κατεφίδης, οι Γερμανοί προσπάθησαν να εξοπλίσουν το χωριό με όπλα για να πολεμήσουν αντάρτες, αν αυτοί εμφανιστούν.
Για τους αντάρτες χρησιμοποιούν τον όρο «συμμορίτες/Banden», τους οποίου χωρίζουν σε δυο κατηγορίες. Εθνικούς συμμορίτες τον ΕΔΕΣ/Nationalistische Banden και κομμουνιστές συμμορίτες/ Kommunistische Banden τον ΕΛΑΣ.
Λίγες ημέρες αργότερα αφόπλισαν αυτούς που είχαν εξοπλίσει, γιατί τους θεώρησαν ύποπτους συνεργασίας με τους αντάρτες και με βάση το έγγραφο, λέγεται πως μεταξύ 20 έως 28 Μαρτίου1944, έχουν πληροφορίες πως στο χωριό εμφανίστηκαν πέντε φορές αντάρτες, και εννοείται πως δεν τους πείραξε κανείς. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Μεγάλη συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση, μεταπολεμική περίοδος και το χωριό ακολουθεί την μοίρα της Ελλάδας.
Σημείωση: Τα ονόματα των στρατιωτών που έλαβαν μέρος στον Ελληνοϊταλικό Μέτωπο στην Αλβανία συγκεντρώθηκαν το 1996 στο καφενείο του Λάκη Μπακάλη με τους τότε ακόμα εν ζωή χωριανούς που είχαν λάβει μέρος στο Αλβανικό Μέτωπο. Παρόντες ήταν οι: Δημοσθένης Αναγνώστου, Ευάγγελος Χαλάστρας, Λάμπρος Κατσινίκας, Συμεών Ζέρβας, Σπυρίδων Τσιόγκας. Βοήθησαν, επίσης, με πληροφορίες οι: Γεώργιος Τσιάτσιος (δάσκαλος), Αθανάσιος Στράτος (δάσκαλος), Παναγιώτης Βράκας, Μιχάλης Βράκας, Χρήστος Χαλάστρας και αρκετοί άλλου που δεν θυμάμαι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ