Του Νίκου Φαλαγκάρα*
Μέρος Β’
Ο Ναπολέων Ζέρβας, από την άλλη όχθη, είναι ο δημιουργός του ΕΔΕΣ. Χαρακτήρας ιδιόρρυθμος και δύσκολος, θα φτάσει κάποτε να συγκρουστεί ακόμα και με στενούς συνεργάτες του, φιλόδοξος και φανατικός σε ό,τι πίστευε κάθε φορά.
Το κυριότερο στοιχείο της προσωπικότητάς του ήταν οι συχνές και καθόλου άδολες οβιδιακές μεταμορφώσεις του: από φιλελεύθερος θιασώτης της αβασίλευτης δημοκρατίας και υποσχόμενος στο πρόγραμμα του ΕΔΕΣ διακυβέρνηση σοσιαλιστικής κατεύθυνσης μετά την απελευθέρωση, δεν θα έχει καμία δυσκολία να προσχωρήσει στο φιλοβασιλικό στρατόπεδο και να πρωτοστατήσει για την άνευ όρων επάνοδο του Γεωργίου Β’ κι ας είχε επιβάλει μαζί με τον Ιωάννη Μεταξά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Από τους πιο αφοσιωμένους τώρα στους Βρετανούς και τις θελήσεις τους. Με το αζημίωτο βέβαια. Πακτωλός χρυσών λιρών και πολεμοφοδίων έρρεε στην οργάνωση του Ζέρβα. Αντίθετα στον ΕΛΑΣ ψίχουλα. Και τούτο σήμαινε πολλή συκοφαντία σε βάρος του ΕΑΜ και πολύ φλερτ με τους Γερμανούς…
Ο λόγος γι’ αυτή τη σκανδαλώδη εύ- νοια των Βρετανών απέναντι στον Ζέρβα και την οργάνωσή του ήταν ότι, στη συγκεκριμένη συγκυρία, με την αμέριστη βοήθεια, οικονομική και στρατιωτική που του παρείχαν, μπορούσε να συσπειρώσει το σύνολο του παλιού πο- λιτικού κόσμου, που απείχε από την Αντίσταση, ενώ μερικοί συνεργάστηκαν κιόλας με τους κατακτητές, για να έρθει πάλι στα πράγματα, μετά την αποχώρηση των Γερμανών.
Αφού προηγουμένως, βέβαια, έθεταν εκποδών την Αριστερά, η οποία, είναι αλήθεια, με αλλεπάλληλες εσφαλμένες πολιτικές επιλογές της (παραδείγματος χάρη Συμφωνίες Λιβάνου, Κα- ζέρτας, Βάρκιζας, αποχή από τις εκλογές του 1946 κλπ) διευκόλυνε αυτά τα σχέδια.
Η μάχη της Αθήνας δεν είχε ως αποτέλεσμα απλώς τη στρατιωτική (και όχι μόνο) ήττα της Αριστεράς, αλλά και την ωμή και νεοαποικιακού τύπου ανάμιξη των Βρετανών στα πολιτικά μας πράγματα, που πλέον τα διαχειρίζονται και τα κατευθύνουν, μέσω των εντολοδόχων τους (Παπανδρέου κλπ), σύμφωνα τα ευρύτερα στρατηγικά τους συμφέροντα στην περιοχή των Βαλκανίων και της Μεσογείου.
Η εν συνεχεία διαδοχή τους από τους Αμερικανούς δεν άλλαξε τίποτα ου- σιαστικά. Απλώς παροξύνθηκε ο εμ- φύλιος, που στα τρία χρόνια που διήρκεσε ξεκλήρισε τη χώρα και ο αριστερός κόσμος μέχρι το 1974 αντιμετώπιζε απίστευτες διώξεις και διακρίσεις. Κάποια στιγμή όμως, όταν πλέον δεν θα τους είναι χρήσιμος ο Ζέρβας, θα τεθεί στο περιθώριο, για να μείνουν έτσι ανεκπλήρωτα κάποια από τα μεγαλεπήβολα όνειρά του, ενώ ο θάνατός του το 1957, στα 66 του χρόνια, ήταν η χαριστική βολή.
Ο συγγραφέας, με το βιβλίο του αυτό, βάζει τον δάκτυλον επί τον τύπον της Ιστορίας, όχι χωρίς κόπο, για να αναδείξει τα στοιχεία εκείνα που τη σφράγισαν βαθιά, ιδίως την κρίσιμη και τραγική περίοδο της δεκαετίας του ’40. Με την επικουρία των όχι και τόσο προσιτών πηγών, έρχεται να αναμετ- ρηθεί με το ογκώδες υλικό που αν- τλεί. Αντιμετωπίζει τα γεγονότα και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σ’ αυτά πάντα με διεισδυτική και κριτική μα- τιά. Με εντιμότητα και πνεύμα δικαιοσύνης απέναντι σε όλους.
Η ξεχωριστή αναφορά του στο ολοκαύτωμα του Κομμένου, ιδιαίτερη πα-τρίδα του, αναδεικνύει με ευθύτητα και σαφήνεια τις ευθύνες παραγόντων του ΕΔΕΣ, υπό τον έλεγχο του οποίου υπαγόταν τότε η ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Το αντικομουνιστικό τους σύνδρομο μαζί με την απουσία αισθήματος ευθύνης και την ιδιοτέλεια που τους διέκρινε όρθωσαν το μοιραίο τείχος που άφησε απ-ροστάτευτους τους κατοίκους του Κομμένου απέναντι στην επερχόμενη ναζιστική θηριωδία.
Ολοκληρώνω τη μικρή αναφορά μου στο σπουδαίο αυτό βιβλίο του Δημήτρη Βλαχοπάνου αντιγράφοντας ένα μικρό, αλλά άκρως διδακτικό και επίκαιρο απόσπασμα από τα επιλεγόμενα: «Έχει τις παραξενιές της η ιστορία. Και τις υπόγειες διαδρομές της. Η αντίσταση του 1941-1944 ήταν η συνέχεια τη επανάστασης του 1821. Το κατεστημένο του 1940 δεν είχε προβλήματα και διαφορές με τους εισβολείς Γερμανούς και Ιταλούς, όπως δεν είχε και το κατεστημένο του 1821 με τους Οθωμανούς και τα στηρίγματά του. Προβλήματα και διαφορές είχε με τον λαό και τους ηγέτες του. Καμιά ανησυχία δεν του ενέπνεε η ξενική κατοχή της χώρας, αντιθέτως το εξυπηρετούσε η προστασία που του προσέφεραν τα όπλα των κατακτητών. Ανησυχία του ενέπνεε η εξέγερση και η αντίσταση του λαού. Δεν ήταν οι κατακτητές που φοβόταν και μισούσε. Ο λαός ήταν». (Σελίδα 334). Ποιος δεν το θα συνυπέγραφε;
* Ο Νίκος Φαλαγκάρας είναι
δικηγόρος, συγγραφέας



