Το δρώμενο εξελίσσεται μέσα στο κατακαλόκαιρο, όταν η ξηρασία αγωνίζεται να ρουφήξει και το τελευταίο στρώμα δροσιάς απ’ τα φύλλα των δένδρων. Δυο γειτονόπουλα απ’ τα ορεινά του νομού μας σκαρφίστηκαν, κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, να φτιάξουν έναν αυτοκινητόδρομο σε μικρογραφία. Πάνω του να κάνουν τα δρομολόγια της καρδιάς τους και να ξοδέψουν τις μέρες και τις ώρες τους. Ήταν παιδιά και είχαν πολλούς χρόνους μπροστά τους. Δυο ταξιδιάρικα πουλιά με φτερά στην ψυχή και το σώμα στη γη. Έχτισαν μια ολόκληρη σχέση γύρω από αυτό το παιγνίδι.
Σε μια γλυκιά πλαγιά που τη σκίαζαν μερικά ψηλά δένδρα και κολλητά στον πραγματικό χωμάτινο αυτοκινητόδρομο, έβαλαν τα μεγάλα σχέδια για ένα πάρκο κυκλοφοριακής απόλαυσης. Καθώς ούτε βοσκοτόπι ήταν ούτε μπαχτσές κι ούτε μια χαρακιά μονοπατιού που έσερνε εκεί ανθρώπου βήμα, τους βόλεψε μια χαρά. Φορώντας τα κοντά παντελονάκια, τα μακό μπλουζάκια και τα πλαστικά πέδιλα στα πόδια, άρπαξαν τα απαραίτητα εργαλεία. Τη σκαπάνη του παππού, το φτυάρι, το σκαλιστήρι και το σκεπάρνι για… προχωρημένες χαράξεις.
Με φαντασία και μεράκι, αγκομαχώντας, άνοιγαν φιδίσιες διαδρομές που στα μάτια τους έμοιαζαν μεγάλες λεωφόροι μέσα στην παρθένα φύση. Είχε μικρές ευθείες, κοδέλες, φουρκέτες, ανηφοριές, απότομες κατηφοριές, περάσματα μέσα από ρέματα, αλλά και γεφύρια. Τα γεφύρια ήταν μια δύσκολη δουλειά, γιατί ήθελαν μαστοριά για να αντέξουν στη μανία της φύσης! Η θεμελίωση γινόταν με ευχές και προσευχές κι όχι με παγανιστικά τελετουργικά. Στη συνέχεια έπρεπε να γένει το χτίσιμο και να μπουν τα κλειδιά με την δεξιοτεχνία του αρχιμάστορα. Επί μέρες μάχονταν με το χώμα και τις πέτρες. Έσκαβαν, έσκαβαν και δώσ’ του καινούργιες επεκτάσεις. Η συγκίνηση κα το πάθος τους όλο και μεγάλωναν. Ο δρόμος έπρεπε να περάσει μέσα από πολλά χωριά για να εξυπηρετήσει πολύ κόσμο.
Το έργο ολοκληρώθηκε στην ώρα του. Έλειπαν όμως τα οχήματα. Σιγά το δύσκολο! Ούτε αγορές με γραμμάτια και δόσεις χρειάστηκε, ούτε τίποτα άλλες γραφειοκρατικές υποχρεώσεις . Μερικές σμιλεμένες πέτρινες μινιατούρες από τη φύση έδωσαν τη λύση. Με σύμμαχο το αισθητικό ένστικτο και με ευφυείς αυτοσχεδιασμούς έκαναν το δικό τους θαύμα. Γλιστρούσαν όμορφα πάνω στο χώμα οι κατασκευές τους, χλιμιντρίζοντας και στέλνοντας μηνύματα στη γη και την ψυχή. Ο Γιώργος και ο Λάκης δεν αποφάσισαν να κινήσουν ένα ομοίωμα αυτοκινήτου εποχής, αλλά να υψώσουν ψηλά μια σημαία, την παλιά Ελλάδα της ελπίδας και της αισιοδοξίας.
Μεγάλη λατρεία τους και έρωτας τα λεωφορεία-καρνάβαλοι. Και τι αυτοκίνητα; Καλλονές! Οι μικροί μας φίλοι υποκρίνονταν τους σοφέρ σε δεξιοτίμονα και αριστεροτίμονα. Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά από ενθουσιασμό, καθώς έσερναν τα πέτρινα αυτοκινητάκια λες και ήταν αληθινά. Η αυτοκίνηση τους έγινε πάθος ισχυρό. Η πίστα έγινε η ελευθερία τους και το μέσο για τα μικρά μεγάλα ταξίδια. Έκαναν τα καλοκαίρια τους χαρά και ξενοιασιά.
Πριν από κάθε δρομολόγιο γινόταν -τάχα μου- ο απαραίτητος έλεγχος. Έπρεπε να ελέγξουν τα φρένα, το τιμόνι, τα λάστιχα, τα φώτα, τα λάδια. Όλα. Άγγελοι παραστάτες ο Νώντας, ο Ντίνος, ο Αλέκος, ο Σταύρος, ο Σιαφαρίκας, ο Μπαλάσκας, ο Λεμονιάς και άλλοι πολλοί οδηγοί της μεταπολεμικής εποχής. Όλο γκάζι, φρένο και γκαζόφρενο. Χωρίς… υδραυλικό τιμόνι πώς να αντέξουν τα χεράκια τους. Όλο πρώτη, δευτέρα ταχύτητα. Η κόρνα με το στόμα ήταν όλα τα «λεφτά», λες και πέρναγε η νύφη! Λαχανιασμένοι στις ανηφόρες, χαμήλωναν πολύ την ταχύτητα. Κι αν είχαν και βαρύ φορτίο, άστα να πάνε.
Η… άδειά τους έγραφε για μεταφορά επτά ατόμων κι αυτοί έλεγαν ότι δεν έβαζαν λιγότερους από τριάντα. Στις περιπτώσεις που είχαν γάμο με πολλούς συμπεθέρους και προικιά, τούς έβγαινε η ψυχή να σπρώχνουν… Το Ταχυδρομείο, άλλη βιασύνη κι αυτή. Ευτυχώς που δεν είχαν στο δρόμο τους φανάρια και τροχονόμους! Πού και πού απολάμβαναν τον παχύ ίσκιο ενός αιωνόβιου δένδρου, που τα φύλλα του σχεδόν άγγιζαν το έδαφος. Αναψοκοκκινισμένοι έπρεπε να επανέλθουν οι χτύποι της καρδιάς τους στο φυσιολογικό και να κρυώσει και η μηχανή… Ο ιδρώτας έσταζε και η μυρωδιά του χανόταν μέσα από τις φυλλωσιές.
Ήταν να τους χαζεύεις όταν άκουγαν από μακριά να πλησιάζει ο πραγματικός καρνάβαλος. Έβγαιναν στη δημοσιά περιμένοντας να τον θαυμάσουν από κοντά και έμεναν ακίνητοι μέχρι να εξαφανιστεί από το οπτικό τους πεδίο. Νόμιζες ότι παρακολουθούσαν κάτι το εξωγήινο που προσγειωνόταν στο δικό τους κόσμο. Ο Νώντας, ο Νώντας… Είχαν τα δίκια τους, ήταν συνάδελφοι. Μετά την απομάκρυνση, οι μόνοι ήχοι που απέμειναν στο Βασίλειό τους ήταν των τηλεγραφικών συρμάτων που βούιζαν σαν μελισσάκι και των χελιδονιών το αδιάκοπο τιτίβισμα.
Περνούσε καμιά φορά από τα μέρη τους και ο συμμαθητής-πειραχτήρι Σωτήρης, που πετούσε τη φαρμακερή του με πονηρό βλέμμα. «Μάγκες, δεν μου λέτε; Με λάδωμα πήρατε το δίπλωμα οδήγησης; Πότε μάθατε εσείς να οδηγείτε; Σας ακούω που όλο μαρσάρετε, θα σκοτώσετε κόσμο». «Άντε φύγε, ρε, εσύ μην μπαίνεις μέσα. Να πας με τα πόδια. Γιατί “κόψαμε” κανέναν;». Ήταν κι άλλοι περαστικοί που έκαναν μια μικρή στάση για να θαυμάσουν τα αξιοζήλευτα κατορθώματά τους. «Σοφεράντζες σάς βλέπουμε όταν μεγαλώσετε με δικά σας επαγγελματικά αυτοκίνητα», τους έλεγαν. Οι δύο φίλοι έμειναν μόνο στο παιγνίδι, γιατί η ζωή είχε άλλα σχέδια γι’ αυτούς.
Η κ. Αθανασία, μαμά του Γιώργου, καθώς καθάριζε πατάτες και κρεμμύδια για τα γεμιστά του μεσημεριανού γεύματος, άρχιζε το καλοπιάσιμο και τα παρακάλια. «Μαζέψου τώρα, αγόρι μου, έχετε από το πρωί στο παιγνίδι και θα αρρωστήσετε». Μπορεί οι ήπιες φωνές της να έφερναν αναστάτωση, όμως το βλέμμα του Γιώργου πέτρωνε τις λέξεις της. Το δρομολόγιο αργούσε να φτάσει στον προορισμό του…
Ο μόνος σοβαρός και αμετάκλητος λόγος για να παρατήσουν τα δρομολόγια ήταν η αναμετάδοση των αγώνων ποδοσφαίρου. Ξεκινούσε το ματς και τα μυαλά στα κάγκελα! Με τις αθλητικές εφημερίδες, «το φως των σπορ» και την «ομάδα» στη μασχάλη οι φίλοι μας έπαιρναν το δρόμο για τα σπίτια τους. Και σαν έπεφτε το σκοτάδι, πράγμα που σήμαινε ότι δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα, τα νυχτοπούλια γίνονταν νυχτοφύλακες του ξέφραγου πάρκου τους. Οι κραυγές τους τρόμαζαν και τους περαστικούς ποδαράτους παραωρίτες, τύφλα κατά τα άλλα στο μεθύσι από τα πολλά τσίπουρα στα καφενεία.
Ξέμειναν οι καλοδουλεμένες πέτρες -σύμβολα στο χρόνο- που ίσως να έγιναν κάπου πεζούλες. Απέραντη αγάπη και ευγνωμοσύνη θα πρέπει να νιώθουν όσοι έζησαν σε τέτοιες εποχές. Δεν ήταν ψευδαίσθηση, ήταν οι αλήθειες τους οι συναρπαστικές. Αλώνιζαν όλη μέρα τον πραγματικό κόσμο και όχι τον εικονικό. Σήμερα η ζωή έδωσε στη θέση τού πάρκου την ακινησία και οι χαρούμενες παιδικές φωνές μετατράπηκαν σε μια ατέλειωτη σιωπή καλά κρυμμένη μέσα σε βάτους κι άβατο δάσος. Τα εμπνευσμένα ταπεινά παιγνίδια χάθηκαν στους καιρούς της σύγχρονης τεχνολογίας. Δεν χρειάζονται μήτε αφορισμοί, μήτε μελαγχολίες. Μόνο φόρος τιμής.
Ο αναγνώστης ελπίζω να το εκτιμήσει και να ταυτιστεί με τους ήρωες μας. Οι χρυσές από τον ήλιο πλαγιές πάντα θα συγκινούν.



