Οι άνθρωποι από τους προϊστορικούς χρόνους επικοινωνούσαν μεταξύ τους με δύο κυρίως τρόπους: με τον προφορικό λόγο και με γραπτά σύμβολα.
Με την εξέλιξη των εργαλείων τους και του πολιτισμού τους, εφηύραν τον γραπτό λόγο. Ο γραπτός λόγος έκανε τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα όντα επί γης και ουρανού. Τον βελτίωνε και τον προσάρμοζε στο χρόνο σύμφωνα με τα μέσα που διέθετε η κάθε εποχή.
Η τεράστια ηλεκτρονική επανάσταση που βιώνουμε σήμερα, κατάφερε να παραμερίσει τον γραπτό λόγο όπως τον ξέραμε με την παραδοσιακή του μορφή. Το μολύβι και το στυλό έγιναν ασήκωτο βάρος στα χέρια ενός παιδιού. Το κομπιούτερ και η οθόνη κυριάρχησαν από άκρη σε άκρη του πλανήτη μας. Το χειρόγραφο – ένα κείμενο γραμμένο με ανθρώπινο χέρι στο χαρτί – κατάντησε απευκταία πράξη κι ακραίος αναχρονισμός.
Ευτυχώς, που υπάρχουν ακόμα ανάμεσά μας μερικοί άνθρωποι που εξακολουθούν να αγαπούν και να χρησιμοποιούν το λατρεμένο τους BIC. Ένας από αυτούς – εκτός του «δικού μας» Βασίλη Παππά – είναι ο φιλόλογος, ερευνητής, λαογράφος και συγγραφέας Νίκος Καρατζένης, με καταγωγή από τα Πράμαντα.
Επέλεξε να επικοινωνήσει μαζί μου, με αφορμή το μικρό βιβλίο που κυκλοφόρησα υπό τον τίτλο «Στην Κύπρο του ’74, Ήμουν κι εγώ εκεί», μέσα σε τρεις καλογραμμένες κόλλες αναφοράς. Ορθογράφος, καλλιγράφος, δεινός χειριστής της γλώσσας, ρομαντικός και άμεσος. Με συγκλόνισε ο τρόπος γραφής του που κάνει τον Νίκο ξεχωριστό. Ήταν μια αποκάλυψη και μια υπενθύμιση ότι η γραφή μας στην παραδοσιακή μορφή της δεν θα πεθάνει ποτέ όσο υπάρχουν ανάμεσά μας άνθρωποι – υπηρέτες των γραμμάτων εκτός πληκτρολογίου.
Τον ευχαριστώ δημόσια για την εξαιρετική τιμή που μου έκανε, τόσο για τα θερμά του λόγια, όσο και για τον τρόπο γραπτής επικοινωνίας. Οι αναγνώστες της εφημερίδας ας μου επιτρέψουν να μοιραστώ μαζί τους την πρώτη σελίδα τού κειμένου, που έφτασε στη διεύθυνση του σπιτιού μου με γραμματόσημο, μέσω ταχυδρομείου.
Δημήτρης Ντάλας



