Αμφιβολίες το μυαλό μου βασανίζουνε πολλές, Αμφιβολίες τρελές.
Την πατούσα κάθε χρόνο. Για περίπου δύο δεκαετίες, έπεφτα θύμα της ίδιας ακριβώς φάρσας. Και θύτης η μάνα μου. Ίσως γιατί ήταν απλή μεν, αλλά καλοσχεδιασμένη φάρσα.
Κάθε πρωινό, λίγο μετά τις 7 το πρωί, η μητέρα μου έμπαινε στο δωμάτιό μου για να με ξυπνήσει για το σχολείο. Κάθε πρωινό της 1ης Απριλίου, έμπαινε μέσα ξαφνιασμένη και μου έλεγε: «Πω, πω, σήκω γρήγορα. Χιόνιζε όλο το βράδυ και έξω το έχει στρώσει». Αμέσως πεταγόμουν έξω από τα ζεστά σκεπάσματά μου και άνοιγα τα ρολά για να δω το κάτασπρο τοπίο. Και πάντα έβλεπα την αυγή της άνοιξης. Λέγεται ότι το έθιμο με τις Πρωταπριλιάτικες φάρσες προέρχεται από την Ευρώπη, ενώ υπάρχουν διάφορες εκδοχές αναφορικά με τον τόπο και το χρόνο που γεννήθηκε το έθιμο. Ωστόσο, μόλις δύο είναι οι επικρατέστερες.
Η πρώτη εκδοχή θέλει το έθιμο του να λέμε ψέματα την πρωταπριλιά να έχει ξεκινήσει από τους Κέλτες, οι οποίοι ήταν δεινοί ψαράδες. Η εποχή του ψαρέματος ξεκινούσε την 1η Απριλίου. Όσο καλοί ψαράδες όμως και να ήταν, την εποχή αυτή του χρόνου τα ψάρια πιάνονται δύσκολα. Έτσι και αυτοί, όπως προστάζει ο «κώδικας δεοντολογίας των ψαράδων» όλων των εποχών, έλεγαν ψέματα σχετικά με τα πόσα ψάρια είχαν πιάσει. Αυτή η συνήθεια, έγινε με το πέρασμα του χρόνου έθιμο.
Η δεύτερη εκδοχή, η οποία ιστορικά θεωρείται και πιο βάσιμη, θέλει γενέτειρα του εθίμου την Γαλλία του 16ου αιώνα. Μέχρι το 1564 η πρωτοχρονιά των Γάλλων ήταν η «1η Απριλίου», ώστε να είναι κοντά στο Πάσχα, αλλά και να ταυτίζεται με την αναγέννηση της φύσης, την άνοιξη. Τη χρονιά αυτή, όμως, και επί βασιλείας Καρόλου του 9ου, αυτό άλλαξε και Πρωτοχρονιά θεωρούνταν πλέον η 1η Ιανουαρίου, ώστε να συμβαδίσει με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Στην αρχή αυτό δεν το δέχτηκαν όλοι οι πολίτες. Οι αντιδραστικοί συνέχιζαν να γιορτάζουν, την παλαιά πλέον, πρωτοχρονιά τους την 1η Απριλίου, ενώ οι υπόλοιποι τους έστελναν πρωτοχρονιάτικα δώρα για να τους κοροϊδέψουν. Το πείραγμα αυτό μετατράπηκε με τον καιρό σε έθιμο.
Το έθιμο ταξίδεψε και στην Ελλάδα και διαφοροποιήθηκε αποκτώντας μια ελληνική χροιά. Η βασική ιδέα, βέβαια, παρέμεινε ίδια. Λέμε αθώα ψέματα με σκοπό να ξεγελάσουμε το «θύμα» μας. Σύμφωνα με λαογράφους, τα ψέματα, έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα. Ξορκίζουν δηλαδή το κακό και τις βλαπτικές δυνάμεις, όπως αναφέρει ο λαογράφος Λουκάτος. Πολλοί πιστεύουν ότι εκείνος που θα σκαρώσει μια επιτυχημένη φάρσα, θα είναι τυχερός για τον υπόλοιπο χρόνο, ενώ αντίθετα, όποιος πέσει θύμα, θα συνοδεύεται από γρουσουζιά.
Βέβαια, όλα τα ψέματα που λέγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, δεν έχουν σαν κίνητρο την τύχη ή την γρουσουζιά. Μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιες υπερβολές ή ψεματάκια των διαφημιστών. Προσπαθούν να μας δημιουργήσουν μία ανάγκη εκεί που δεν υπάρχει. Ακόμα – ακόμα καταλαβαίνουμε κάποια ψέματα των δικηγόρων, κατά την άσκηση του επαγγέλματος, προσπαθώντας να ελαφρύνουν τη θέση του πελάτη τους.
Δεν προβλέπεται, όμως, κανένα ψέμα κατά την άσκηση καθηκόντων των πολιτικών ή των δικαστικών λειτουργών. Είναι γνωστή η ρήση του Γερμανού καγκελάριου Οττο Φον Μπίσμαρκ «Οι άνθρωποι ποτέ δεν λένε τόσα ψέματα, όσα μετά το κυνήγι, στη διάρκεια του πολέμου και πριν τις εκλογές». Αλλά οι περισσότεροι από εμάς έχουμε συμφιλιωθεί με την ιδέα των προεκλογικών ψεμάτων. Αυτό με το οποίο δυσκολευόμαστε ακόμα να συμφιλιωθούμε είναι οι μισές αλήθειες. Που επειδή περιέχουν λίγη αλήθεια φαίνονται άκακες, αλλά δουλεύουν κάτω από την επιφάνεια, πολύ πιο ύπουλα.
Για παράδειγμα, όταν μία κυβέρνηση λέει ότι πρέπει να απεξαρτηθούμε από τα ορυκτά καύσιμα, δεν είναι αυτονόητο ότι το προνόμιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος θα το έχουν μόνο μεγάλες εταιρείες. Επίσης, όταν ένας πρωθυπουργός λέει νομιμότητα παντού, δεν είναι αυτονόητο ότι ο νόμος ισχύει παντού στην επικράτεια εκτός του Μεγάρου Μαξίμου.
Και όταν κάτι που μας είπαν αποδεικνύεται τελικά «μισή αλήθεια», ας έχουμε τουλάχιστον Αμφιβολίες πολλές, Αμφιβολίες τρελές για τον ψεύτη. Γιατί ας μη γελιόμαστε «Η μισή αλήθεια είναι ολόκληρο ψέμα».
Ένοχος, υπεράνω πάσης Αμφιβολίας



