Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,/ η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου./ Τι να σου στείλω, ξένε μου, αυτού στα ξένα που είσαι;/ Σου στέλνω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει,/ σου στέλνω και το δάκρυ μου σ’ ένα χρυσό μαντίλι./ Το δάκρυ μου είναι καυτό και καίει το μαντήλι./ Μωρέ ξένε μου!
Το «Ξενιτεμένο μου πουλί» είναι το πιο γνωστό τραγούδι σε 4σημο ρυθμό, που αναφέρεται στον ξενιτεμένο νέο. Το άκουσμά του σκορπάει ρίγη συγκίνησης. Το τραγουδούν σε πολλές περιοχές της Ηπείρου, καθώς και στην ορεινή μας πατρίδα, για να εκφράσουν το μεγάλο τους πόνο γι’ αγαπημένα τους πρόσωπα που βρίσκονται μακριά. Η λαϊκή μούσα παρομοιάζει τον ξένο με αποδημητικό πουλί, που έφυγε και βρίσκεται μόνος κι έρημος, με το παράπονο να τον πνίγει κάθε μέρα.
Η ξενιτιά χαίρεται τα νιάτα του, ρουφώντας τα μέρα με τη μέρα, κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά της και πίνοντας καθημερινά τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου του, ενώ οι δικοί του πίσω λιώνουν απ’ τον καημό του γυρισμού.
Αυτά που θέλουν να του στείλουν για να του δείξουν πως τον σκέφτονται και πως πονούν γι’ αυτόν, δεν φτάνουν γιατί είναι μακριά. Το μόνο που μπορούν να του στείλουν νοερά είναι ο πόνος, το δάκρυ της ψυχής, η σκέψη και η αμέριστη αγάπη τους, που είναι πολύτιμη σαν χρυσοκέντητο μαντήλι. Μα το μαντήλι καίγεται απ’ το μεγάλο πόνο, που σαν το δάκρυ είναι καυτός και καίει.



