Συζητούσαμε προχτές στο πλαίσιο της αποκριάς και εγώ και όλοι οι συγχωριανοί μου στην αίθουσα του Πολιτιστικού Συλλόγου για τα δρώμενα του καρναβαλιού.
Για το πως θα το οργανώσουμε, ποιοι θα αναλάβουν πως και τί θα φορέσουμε. «Τί θα φορέσουμε;» πετάχτηκε ο Μήτσος της Κωνστάντως ως πορδή αδέσποτη και κλούβια. «…Καρνάβαλοι δεν είμαστε; Θα φορέσουμε τα δικά μας τα καθημερινά να μην πω και τα καλά μας. Θα λέμε ρεκάζοντας και καμιά μαλακία απ’ αυτές δηλαδή που λέμε και κάνουμε κάθε μέρα. Θα κατεβάζουμε κάπου – κάπου και τα παντελόνια μας και θα ξεκαρδίζονται στα γέλια οι… βρακομένοι αντικρύζοντας τα δικά μας βρακιά που από την πολλή χρή- ση έχουν μείνει σαν πλισέ φουστίτσες 14 χρονών κοριτσιών. Θα μασκαρευτούμε, θα φορέσουμε τις αλήθειες μας ξεγυμνωμένες και θα τις περιφέρουμε στις πλατείες μας, στα μαγαζιά μας, στα σοκάκια, στις λεωφόρους μας και στις χωμάτινές μας τις στράτες της κατεύθυνσης, της μασκαρεμένης σε ίσιο δρόμο που στους όχτους της καρνάβαλοι σωτήρες μας στήνουνε τα βέλη της υποχρεωτικής πορείας.
Θα γεμίσουμε με κουρέλια την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς κατά το μεσημεράκι τις πλάτες του Αποστόλη της Μαρίας. Θα του φτιάξουμε τεχνητή καμπούρα μεγάλη, πολύ μεγάλη και θα του βάλουμε φωτιά κι όσο εκείνος Εβραίος απελπισμένος θα παλεύει κατάχαμα (αρκεί να μη βρέχει) να σβήσει τη φωτιά, μαζί εμείς αγέρωχοι θα απολαμβάνουμε το πούρο μας και την επιβράβευση της ευφυίας μας». «Και μετά;». «Μετά τυφλωμένος απ’ το παρανάλωμα κι αφού σβή-σει τη φωτιά με το ίδιο μας το σπίρτο θα κυνηγάει να κάψει εμάς αθώους και ενόχους και όσο εμείς αλαλιασμένοι θα τρέχουμε να σωθούμε γύρω – γύρω από τους άλλους μασκαράδες και εκείνοι απορημένοι που μας κυνηγάει και εκστασιασμένοι θα σβήνονται στα γέλια, θα μας βάζουν και τρικλοποδιές για να μας προλάβει, αναγκάζοντάς μας να ζητιανέψουμε τον οίκτο τους. Τέλος θα κλείσουμε το μεσημεριανό το δρώμενο με την διαμεσολάβηση του Κώστα – Λένη, τ’ Αμερικάνου, στην ταβέρνα του μπάρμπα Χρήστου Νίτσα.
Ύστερα λέω το απόβραδο κατά τις εξίμιση σε ένδειξη διαμαρτυρίας να βγάλουμε τα τραχτέρια μας στην πλατεία Συντάγματος και ας υποσχέθηκε ο πολιτικός πως θα ευθυ@μμίσει τα προβλήματά μας με τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.
«Άστο» φώναξε ο Κοσμάς σε κείνο το σημείο. «Ξέρουμε που το πας, θα στήσουμε πίσω από τον πλάτανο το Maxim. Οι καρναβαλιστές μας θα παριστάνουνε τις στριπτιζούδες κι εμείς θα πίνουμε τ’ αγροτικό μας, θα γ@μει όλη νύχτα και με την αρωγή της πράσινης φρουράς φυσικά, μια και η πράσινη ενέργεια που μας παρείχε τότε είναι… ανεξάντλητη. Θα… θα». «Α, δεν αντέχω εγώ όλη νύχτα αυτή τη δουλειά…» πετάχτηκε ο Πάνο Βάσιος «Και λέω να αποχωρήσουμε σχετικά νωρίς μια και θάμαστε εξαντλημένοι, να μην απωλέσουμε και την οικονομική και δικονομική μας υπόσταση καθώς ακόμα και αρθρογραφώντας την στηρίζουν οι απανταχού επίτιμοι και πρώην δικολάβοι της χώρας.
Όσο για την δεύτερη Κυριακή…». «Α, ούτε εγώ θα αντέξω δεύτερη ολονύχτια… διαμαρτυρία» πετάχτηκα εγώ ο Ση-Μα (Σήφης Μάγδα). «…Ας πάμε να πέσουμε ξεροί».
ΥΓ: Τελικά το μόνο που καταφέραμε να κάνουμε ήταν να μην κάνουμε τίποτα διότι η πρόταση… μειοψήφησε.
Ανάμεσα σε μια αρκετά μεγάλη σιωπή και ενώ εγώ έγραφα το υστερόγραφο, έπεσε… δεν ξέρω από ποιόν στο τραπέζι η τεχνητή νοημοσύνη. Τώρα τι δουλειά έχουν οι μηχανές με τους μασκαράδες δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω. Εκτός κι αν γίνουν οι μασκαράδες μηχανές (όχι πως δεν είμαστε δηλαδή) απ’ αυτές τις αποκριάτικες, τις μπόσικες π΄ άλλα τις ρωτάς και άλλα σ΄ απαντάνε, όπως δηλαδή: Θα μπορούσε η τεχνητή νοημοσύνη να συμβάλλει στην ανάπτυξη της ιδεολογικής πρω- τοβουλίας των εργαζομένων, δηλαδή της ικανότητάς τους να δώσουν πολιτικό διέξοδο στο σύγχρονο κοινωνικό δράμα του τόπου μας;
«Α! Δεν με προγραμμάτισαν να δίνω απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις», ανέλαβε το λόγο για λογαριασμό της ο Λιζ-Άκης ο μηχανολόγος που καθότανε στο βάθος της αίθουσας. «Εξάλλου, οι άνθρωποι βρίσκουν ευχαρίστηση στο να εξαπατώνται και να ενεργούν με παραπλανημένη κρίση επηρεασμένοι κατά πολύ από μια διαδεδομένη τέχνη που αναπτύσσεται με έντεχνη και παραστατική χρήση των λέξεων και που την έχει επινοήσει η ευγλωττία με μοναδικό σκοπό να υποδηλώνονται λαθεμένες ιδέες και να υποκινούνται τα πάθη.
«Α, γι’ αυτό εγώ όταν σιάζονταν ο πατέρας μου με τη μάνα μου και εκείνη πάνω στην κορύφωση έβγαζε κραυγές και αναστεναγμούς νόμιζα πως την κακοποιούσε και ήθελα να τον σκοτώσω». Σκίστηκε η αίθουσα στο ερώτημα του παλαβού του Θυμίου του μοναχικού και εκστασιασμένη περίμενε την απάντηση της τεχνολογίας. «Μασκαράς είσαι και συ καημένε μου ξεγυμνωμένος, αλλά με συγκινεί και συναρπάζει η αιώνια αθωότητά σου» απάντησε η μηχανή με την βαθιά ανθρώπινη φωνή του μηχανολόγου της αποκριάς.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ