Το 1939, η Αλβανία έγινε ιταλικό προτεκτοράτο και αποτέλεσε βάση για στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Ελλάδας. Η ιταλική επίθεση, που ξεκίνησε στις 28 Οκτωβρίου 1940, αποκρούστηκε γρήγορα από τις ελληνικές δυνάμεις.
Ο ελληνικός στρατός αντεπιτέθηκε και τον Νοέμβριο κατάφερε να εισέλθει στη Βόρειο Ήπειρο. Η Βόρεια Ήπειρος έγινε έτσι ο τόπος της πρώτης ξεκάθαρης ήττας για τις δυνάμεις του Άξονα.
Μετά την συνθηκολόγηση της Ελλάδας, η Βόρεια Ήπειρος έγινε και πάλι μέρος του αλβανικού προτεκτοράτου που κατείχε η Ιταλία. Πολ- λοί Βορειοηπειρώτες δημιούργησαν αντιστασιακές ομάδες και οργανώσεις στον αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος και οι κομμουνιστές ανέκτησαν την εξουσία στην Αλβανία, ψήφισμα της Γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών απαιτούσε την παραχώρηση της περιοχής στο ελληνικό κράτος, αλλά σύμφωνα με τις ακόλουθες μεταπολεμικές διεθνείς συνθήκες ειρήνης, παρέμεινε μέρος του αλβανικού κράτους.
Τόσο κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου όσο και της περιόδου μεταξύ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της εγκαθίδρυσης του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, σημειώνεται κύμα μετεγκαταστάσεων Ελλήνων και Αλβανών Χριστιανών από τη νότια Αλβανία στην ελληνική Ήπειρο, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως «Βορειοηπειρώτες», δηλαδή Έλληνες που κατάγονται από το τμήμα της Ηπείρου που παραδόθηκε στην Αλβανία. Αντίθετα, οι μουσουλμάνοι που έχουν αναπτύξει αλβανική εθνική συνείδηση ή που δεν ήθελαν να ταυτιστούν με Έλληνες ή Τούρκους φεύγουν από την Ελλάδα για την Αλβανία, την οποία επιλέγουν λόγω εθνικότητας και γλώσσας.
Στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι σχέσεις των δυο χωρών παρέμειναν σε εμπόλεμη κατάσταση μέχρι το 1987. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη μεταχείριση της ελ- ληνικής μειονότητας. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αλβανία εντάχθηκε στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης ενώ η Ελλάδα στη ζώνη του ΝΑΤΟ, με αποτέλεσμα οι σχέσεις των δυο χωρών την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου να είναι ιδιαίτερα τεταμένες.
Η Αλβανία υπήρξε απομονωμένη όλο αυτό το διάστημα, και οι ποινές για όσους επιχειρούσαν να διαφύγουν στην Ελλάδα ήταν σκληρές και έφταναν μέχρι και τους συγγενείς τους. Επίσης, στο διάστημα αυτό μεταφέρθηκαν έποικοι από άλλες περιοχές – κυρίως μουσουλμανικής θρησκείας – και δημιουργήθηκαν οικισμοί μεταξύ της ‘μειονοτικής ζώνης’ και περιοχών με περιορισμένη αλβανική εθνική συνείδηση.
Το αλβανικό κράτος από το 1967 κατάργησε επισήμως όλες τις θρησκείες. Οποιαδήποτε θρησκευτική εκδήλωση, είτε δημόσια είτε σε ιδιωτικό χώρο, απαγορεύτηκε αυστηρά. Όλες οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και γενικά η εκκλησιαστική ακίνητη περιουσία μετατράπηκε σε αποθήκες, εργοστάσια ή γυμναστήρια. Ο κλήρος διώχτηκε και η κατοχή θρησκευτικής εικόνας αποτελούσε αδίκημα για τον αλβανικό νόμο. Ο ελληνικός πληθυσμός που η παράδοσή του ήταν στενά συνυφασμένη με τη θρησκεία δέχτηκε δυσανάλογο πλήγμα, αποκομ- μένος από τις πολιτιστικές του ρίζες.
Από την άλλη πλευρά, ο Εμβέρ Χότζα ως μέρος της πολιτικής του προσέγγισε μεμονωμένους αντιπρόσωπους των Βορειοηπειρωτών, τους οποίους και ανέδειξε πολιτικά. Ωστόσο, όταν το 1960 ο Σοβιετικός Γενικός Γραμματέας Νικίτα Χρουστσώφ, του ζήτησε να παραχωρήσει αυτονομία στην περιοχή, απέρριψε πάραυτα το αίτημα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, πηγές από την ελληνική μειονότητα έχουν υποστηρίξει ότι υπήρχαν ως και 500.000 Έλληνες στην Αλβανία που αντιστοιχούσε στο 12% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Σε μια εθνολογική μελέτη του 1995, ο αριθμός των Ελλήνων στη Βόρειο Ήπειρο μόνο, υπολογίζεται σε 40.000, ενώ στην υπόλοιπη χώρα υπήρχαν ακόμη 20.000 Έλληνες. Η οργάνωση εθνών και λαών υπολογίζει την ελληνική μειονότητα σε 70.000 περίπου άτομα. Σε αυτούς τους αριθμούς πρέπει να προστεθούν και περίπου 250.000 Έλληνες της βόρειου Ηπείρου που κατοικούν σήμερα στην Ελλάδα.
Οι εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών στο θέμα της ελληνικής μειονότητας διατηρήθηκαν και επίσημα η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των δύο χωρών ήρθη το 1987. Οι σχέσεις πέρασαν για ένα σύντομο διάστημα ιδιαίτερη κρίση μετά από την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, το 1991.
Έκτοτε και με διακυμάνσεις οι σχέσεις των δύο χωρών εξελίσσονται καθώς στην Ελλάδα μετανάστευσαν και διαμένουν εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί. Τα 99 χωριά της «ελληνικής μειονοτικής ζώνης» στη βόρειο Ήπειρο χρησιμοποιούν επισήμως τα ελληνικά ως κύρια γλώσσα. Έχουν υπάρξει όμως, διάφορα ζητήματα μεταξύ ελληνικής μειονότητας και αλβανικών αρχών όπως:
Ο βαθμός συμμετοχής των ατόμων της ελληνικής μειονότητας στις δημόσιες και τοπικές υπηρεσίες της Αλβανίας. Η χρήση της ελληνικής σημαίας και συμβόλων στο αλβανικό έδαφος. Ο βαθμός και η ένταση στην οποία πρέπει να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα στους Βορειοηπειρώτες εντός και αλλά και εκτός μειονοτικής ζώνης.
Στη Αλβανία σήμερα υπάρχουν νομοθεσίες για την διατήρηση και την προστασία της ελληνικής μειονότητας της Βόρειας Ηπείρου που ανάλογα με την πηγή κυμαίνεται από 135.000 ως 400.000 άτομα, αλλά φυσικά όπως δείχνει και η περίπτωση Μπελέρη δεν τηρούνται πάν- τα. Ο πολιτισμός της Βορείου Ηπείρου έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την Ελλάδα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σχεδόν κάθε χωριό είχε το δικό του ελληνικό σχολείο. Και φυσικά η εκπαίδευση στην περιοχή ως το 1914 ήταν σχεδόν αποκλειστικά ελληνική υπόθεση.
Τα πρώτα βήματα για την ίδρυση σχολείων και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων έγιναν ήδη από τον 17ο αιώνα. Τον 18ο αιώνα ο Κοσμάς ο Αιτωλός πραγματοποιεί εκτεταμένες περιοδείες στην περιοχή και ιδρύει μεγάλο αριθμό σχολείων σχεδόν σε κάθε χωρίο που επισκέπτεται μέχρι τον βίαιο θάνατο του από Μουσουλμάνους.
Στην Μοσχόπολη λειτουργούσε η Νέα Ακαδημία που επί πολλές δεκαετίες υπήρχε ως αλληλοδιδακτικό σχολείο. Εκεί λειτούργησε το μοναδικό τυπογραφείο στην Βαλκανική χερσόνησο (με εξαίρεση την Κωνσταντινούπολη) και εκδόθηκε μεγάλος αριθμός βιβλίων. Όμως η Μοσχόπολη καταστράφηκε διαδοχικά από τον φανατισμό των Μουσουλμάνων του Αλή Πασά.
Στο Αργυρόκαστρο λειτουργούσε σχολείο από το 1663, που το 1821 λόγω της Επανάστασης έκλεισε και επαναλειτούργησε το 1830.
Αξιόλογη ήταν και η σχολή του Δέλβινου που είχε ιδρυθεί το 1537 επί Ενετοκρατίας.
Στην περιοχή Δρυϊνουπόλεως το 1874, σύμφωνα με έκθεση του «Ηπειρωτικού Εκπαιδευτικού Συλλόγου» λειτουργούσαν σε σύνολο 157 χωριών, 78 σχολεία.
Το 1874 ιδρύθηκαν στο Κεστοράτι – χωριό βόρεια του Αργυροκάστρου – τα «Ζωγράφεια Διδασκαλεία» από τον Χρηστάκη Ζωγράφο. Τα διδασκαλεία αυτά είχαν σκοπό την μόρφωση δασκάλων για την δημοτική εκπαίδευση. Τα διδασκαλεία αυτά στα 18 χρόνια λειτουργίας τους εκπαίδευσαν πάνω από 400 δασκάλους.
Με την επιχορήγηση του Ζωγράφου ανεγέρθηκαν μεγαλοπρεπή διδακτήρια, παρθεναγωγείο και νηπιαγωγείο.
Ουσιαστική ήταν και η συμβολή των «Ζάππειων Σχολείων» στο Λάμποβο. Στο ίδιο χωριό λειτουργούσαν παρθεναγωγείο και υφαντήριο, ενώ είχε συγκροτηθεί και βιβλιοθήκη με 400 τόμους Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων.
Στην περιοχή Κορυτσάς το 1870 σε σύνολο περίπου 27.000 κατοίκων λειτουργούσαν 92 σχολεία με περισσότερους από 3.000 μαθητές.
Με την δημιουργία του Ελληνικού κράτους το 1830, αριθμός εύπορων Βορειοηπερωτών συνδράμει στην ανοικοδόμησή του. Οικοδομήματα και ιδρύματα όπως το Αστεροσκοπείο Αθηνών, τα Αρσάκεια εκπαιδευτήρια, η Ακαδημία Αθηνών, το Ζάππειο Μέγαρο αναγέρθηκαν από δωρεές Βορειο-Ηπειρωτών.
Ιδιαίτερα η ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων ξεκίνησε με ενέργειες του Ευάγγελου Ζάππα από τα μέσα του 19ου αιώνα.
* Ο Κώστας Παπαθεοδώρου είναι δημοσιογράφος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ