Ανασύρουμε από το δίχτυ της μνήμης κάτι μαγαζιά της νύχτας με πρόχειρες ασυντόνιστες ορχήστρες, πολλά μπάσα, ηλεκτρικό ήχο και ηχεία στη διαπασών για αμαρτωλά νυχτοπερπατήματα.


Μεγάλη η απόκλιση από την πραγματική έννοια της καλής μουσικότητας, σε σημείο να μην μπορούν να ξεγελάσουν για το αποτέλεσμα ούτε τους μεθυσμένους θαμώνες που τις τιμούσαν. Αυτό κάποιοι το χαρακτήρισαν σαν ομαδικό γαύγισμα συμπαθών τετράποδων, γι’ αυτό και τους έδωσαν το πασίγνωστο όνομα «σκυλάδικο».
Ένας όρος, ο οποίος απέδιδε πιστά το μουσικό είδος που έπνιγε κάθε αισθητικό κανόνα μέσα σε ένα κλίμα επίδειξης και επίπλαστης ευφορίας. Ήταν κι αυτό ένα σύμπτωμα απομάκρυνσης της Ελλάδας από τον πολιτισμό της, που την οδήγησε να αιωρείται ανάμεσα σε δυτικές απομιμήσεις και την οθωμανική κληρονομιά.
Διαφημίζονταν ως «καλλιτεχνικά» στέκια που ξεφύτρωναν σαν τα σουβλατζίδικα τη δεκαετία του ογδόντα, κυρίως στην επαρχία. Στέκια όπου η ζωή εκφραζόταν, κρυβόταν, χόρευε. Ήταν οι εποχές που άρχισε να ρέει το χρήμα ποτάμι με τις ευλογίες των τότε κυβερνήσεων. Αλόγιστα σκορπίστηκαν ευρωπαϊκά προγράμματα ανόρθωσης της χώρας, πακέτα Ντελόρ και άλλες ενισχύσεις που διέλυσαν θεσμούς και συνειδήσεις.
Η άνθηση της βιοτεχνίας (βλέπε Leader), οι επιδοτήσεις γεωργίας και κτηνοτροφίας, η εξάπλωση της μεταπρατικής οικονομίας, το μαύρο χρήμα, η τεράστια φοροδιαφυγή, ανέδειξαν την κατηγορία των νεόπλουτων που μπορούσαν να ξοδεύουν εκατο- ντάδες χιλιάδες δραχμές τη βραδιά. Έπρεπε να βρεθεί τρόπος να ποτιστεί ο κήπος του παρασιτισμού ναρκώνοντας τις αισθήσεις με βαριά αρώματα και πολλή καψούρα. Και βρέθηκε.
Εκτός πόλης στημένα με μεγάλες φωτεινές επιγραφές, έλαμπαν από αράδες «καλλιτεχνών» χωρίς καμία εμπορική ισχύ. Η ανθρώπινη ματαιοδοξία σε πρώτο τραπέζι πίστα για επιδεικτική κατανάλωση και ακραία έκσταση.
Μέσα στον γυάλινο πύργο του παραμυθιού της μιας βραδιάς, γύρω στα μεσάνυχτα ξεκινούσε η παράσταση. Λούστρο, φτηνά εφέ, ποτά, τσιγάρα, πούρα, ουσίες, ένταση, πυκνή ομίχλη, εθισμός, ακραία αφέλεια, γκαρσόνια καλοντυμένα. Ένας καυτός αέρας κάλυπτε το χώρο από δεκάδες εκατοντάδες εμπρηστικές αναπνοές.
Στη σκηνή άντρες έτοιμοι να δείξουν τα χορευτικά προτερήματά τους και κορίτσια όρθια να λικνίζονται μόνα για να επιβάλουν τα κάλλη τους. Δεν είχε τόση σημασία αν το μικρόφωνο που κρατούσαν στο χέρι οι «τραγουδίστριες» ήταν κλειστό ή ανοικτό. Ήταν αρκετός ο πλούτος της καμπυλότητας του σώματος και η οικονομία των ρούχων και των εσώρουχων. Η επίδειξη της σάρκας ήταν το βασικό τμήμα του προγράμματος.
Τα «σουξέ» έφερναν ζημιές και φασαρίες. Βουνά τα σπασμένα πιάτα, ποτάμια φουσκωμένα οι σαμπάνιες με ακαθόριστο περιεχόμενο, που γέμιζαν την πίστα με αφρούς. Ο πελάτης έπρεπε να «φτιαχτεί», έτσι ώστε ξοδεύοντας τα λεφτά του να ζήσει μια προσωρινή φαντασίωση και μια πλαστή ερωτική ευχαρίστηση.
Όλες οι απόκρυφες επιθυμίες έπρεπε να ζωντανέψουν, να παραδοθούν στη λαγνεία, να καταθέσουν το «φαίνεσθαι». Τα προσχήματα έπεφταν, τα τραπέζια έτριζαν από τα τσιφτετέλια χωρίς κώδικες καλής συμπεριφοράς. Μια θολή ατμόσφαιρα, αλλά και εκρηκτική από επευφημίες, επιδοκιμασίες, σπατάλες και απανωτές παραγγελίες.
Τα κορίτσια της πίστας, όταν ολοκλήρωναν τα «άσματα», δεν πήγαιναν στα καμαρίνια, όπως συνηθίζεται, αλλά στα τραπέζια των πελατών, γιατί έτσι προστάζει η ιδεολογία της κονσομασιόν. Εκεί θα άκουγαν εξομολογήσεις και αυτά με τη σειρά τους θα μοίραζαν παρηγοριές και ελπίδες. Το κλειδί μιας πετυχημένης βραδιάς, άνοιγε εξίσου καλά και καρδιές και τσέπες. Το σπέρμα φέρνει ζωή τις μικρές ώρες και όχι οι… πελαργοί.
Κι αφού ξημέρωνε, όλα τα έβλεπε η μέρα και γελούσε. Ο κόσμος της βιομηχανίας των ψευδαισθήσεων θα πήγαινε αποκαμωμένος για ύπνο και ανασύνταξη. Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω.
Άτιμη η νύχτα στα μπουζούκια – σκυλάδικα. Περιουσίες ολόκληρες εξανεμίζονταν φύλλο φτερό, αγρίευαν οι «πιστοί» θαμώνες, χάρη της εκλεκτής τους που γνώρισε τον έρωτα με συστάδες άλλων ανδρών. Πότε σαν όνειρο και πότε σαν εφιάλτης όλα αυτά, μια και οι αιώνιοι όρκοι αγάπης και αφοσίωσης διαρκούσαν μέχρι το χάραμα. Τα «σκυλάδικα» σαν Σειρήνες θα είναι πάντα παρόντα κι αθώα κι αμαρτωλά και ζωντανά…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here