Ο λαϊκισμός ως λέξη «populist» έκανε την εμφάνισή της για πρώτη φορά το 1887 στο κοινωνικό-πολιτικό λεξιλόγιο των ΗΠΑ.


Την εποχή εκείνη, μετά την κατάρρευση των τιμών των αγροτικών προϊόντων το 1873 στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και τον πανικό που προκλήθηκε, έκανε την εμφάνισή του στο πολιτικό προσκήνιο ως κίνημα λίγα χρόνια αργότερα, το «κόμμα του Λαού» προκειμένου οι οικονομικά πληττόμενοι αγρότες να υπερασπιστούν ενεργά τα συμφέροντά τους μέσα από ένα δικό τους πολιτικό φορέα.
Το κόμμα δημιουργήθηκε και πλαισιώθηκε κυρίως από αγρότες και ως λαϊκό κόμμα αποσκοπούσε στην αναβάθμιση γενικά του λαού και την συμμετοχή του στα κοινωνικά και πολιτικά συμβαίνοντα. Αμφισβητούσε το σύστημα αξιών της άρχουσας τάξης, η οποία προς στήριξη των συμφερόντων της και για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο του «κόμματος του Λαού» κατηγορούσε τους εκπροσώπους του ως ψεύτες και δημαγωγούς, που χειραγωγούσαν τα αγροτικά και λαϊκά στρώματα για το δικό τους ατομικό όφελος και τους ονόμασε λαϊκιστές και το πρόγραμμά τους λαϊκίστικο και εξωπραγματικό σε αντίθεση προς το γνήσιο λαϊκό συμφέρον, που το αντιπροσώπευαν στα κοινοβουλευτικά σώματα οι δικοί της εκλεγμένοι άνθρωποι.
Έτσι η άρχουσα τάξη των ΗΠΑ έδωσε στη λέξη «populist» αρνητική χροιά, η οποία και επικράτησε. Όμως από τους προοδευτικούς πολιτικούς κύκλους, οι οποίοι αμφισβητούσαν και αμφισβητούν γενικά την ανισότητα στην κοινωνία, η λέξη «λαϊκισμός» ως έννοια χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται με θετικό πρόσημο ακόμη και σήμερα.
Στην εποχή μας από πολλούς φιλοσόφους και κοινωνιολόγους μέσα από την έννοια του λαϊκισμού επιχειρείται να επεξηγηθούν οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές παγκόσμιες εξελίξεις. Πάντως επιστη- μονικά, από τους περισσότερους, ως έννοια ο λαϊκισμός θεωρείται ουδέτερος και αξιολογικά ως πολιτική θεωρία ή ιδεολογία δεν είναι εκ των προτέρων ούτε καλός ούτε κακός.
Ο λαϊκισμός ως κυρίαρχη έννοια στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα έχει δυο αντίθετες εκ διαμέτρου προσεγγίσεις. Αυτό που για τον έναν είναι λαϊκό (θετικό) και ωφελεί τον λαό, για τον άλλον είναι λαϊκίστικο (αρνητικό) και αντίστροφα.
Στην θετική του θεώρηση ως πολιτική παράδοση «αποτυπώνει την πεποίθηση, πως οι ανάγκες και οι προσδοκίες του λαού δίνουν τον βασικό θεμιτό οδηγό πολιτικής δράσης. Οι λαϊκιστές πολιτικοί ως φίλοι του λαού απευθύνονται απευθείας στο λαό και πιστεύουν πως εκφράζουν τους φόβους, αλλά και τις βαθύτερες επιθυμίες και ελπίδες του». Το λεξικό Cambridge ορίζει τον λαϊκισμό ως «πολιτική ιδέα και δράση που στοχεύει στην αντιπροσώπευση των επιθυμιών και των αναγκών του απλού λαού».
Στην αρνητική του προσέγγιση ως λαϊκισμός «θεωρείται η υιοθέτηση από τους πολιτικούς θέσεων, που ευχαριστούν και κολακεύουν τον λαό, χωρίς όμως και να τον ωφελούν. Τον παρασύρουν σε επιλογές, που στο τέλος αποβαίνουν σε βάρος των συμφερόντων του». Σε αυτή την αρνητική του εκδοχή διακρίνεται στον αριστερό και στον δεξιό λαϊκισμό, που και οι δύο φουντώνουν, κυρίως, όταν οι Δημοκρατικοί θεσμοί υποχωρούν από κατάχρηση εξουσίας και έλλειψη Δικαιοσύνης.
Ο αριστερός λαϊκίστικος λόγος ως περιεχόμενο έχει την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων και προκρίνει για πολιτικούς αγώνες ζητήματα οικονομικής ανισότητας και έτσι αντιπαραθέτει τους «από κάτω» στους «από πάνω» με όρους πολιτικούς και κοινωνικούς, και σε ορισμένες περιπτώσεις επαναστατικούς.
Ο δεξιός λαϊκισμός υποδιαιρείται στον έθνο-λαϊκισμό και στον νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό, ο οποίος ξεπήδησε από τις ΗΠΑ. Ο έθνο-λαϊκισμός συνδυάζει την δεξιά και την εθνικιστική ρητορική. Πρόκειται για μια ρητορική που χρησιμοποιεί τα αρνητικά συναισθήματα της κοινωνίας κατά του κατεστημένου και που επικροτεί και υιοθετεί τις απαιτήσεις του λαού, τον οποίο ορίζει με όρους εθνότητας, ιθαγένειας ή φυλής. Αντιπαρατίθεται όχι μόνο προς τις πολιτικές ελίτ, δηλαδή στους «από πάνω», αλλά και προς στους «από κάτω», όταν δεν ανήκουν στο δικό του καθορισμένο ιδεολογικό πλαίσιο, όπως αριστεροί, εθνοτικά ξένες ή κατώτερες, κατά αυτούς, ομάδες πχ οι μετανάστες.
Ως πολιτικό φαινόμενο πήρε επικίνδυνη μορφή μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, του οποίου η επίκληση στην αυθεντία της μάζας οδήγησε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στο Ολοκαύτωμα. Τις τελευταίες δεκαετίες ως κίνημα το βλέπουμε να αυξάνει, και πάλι επικίνδυνα, σε πολλά κράτη της Ευρώπης και αλλαχού μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου στις Δημοκρατίες του ελεύθερου λεγόμενου κόσμου Ανατολής και Δύσης ως σύστημα διακυβέρνησης σιγά-σιγά με τη βοήθεια και την καθοδήγηση των ΗΠΑ άρχισε να επικρατεί και στο τέλος επικράτησε πλήρως, μετά τη δεκαετία του ’80, ο νεοφιλελευθερισμός, τον οποίο χαρακτηρίζει η ροπή προς την ολιγαρχία και που αμφισβητεί ευθέως από θέσεως οικονομικής ισχύος την λαϊκή κυριαρχία υποτιμώντας τον λαό. Δαιμονοποιείται κάθε τι που διαχειρίζεται το κράτος και αγιοποιούνται οι αγορές. Οι αρχηγεσίες του, αυθαίρετα βάζουν τον εαυτό τους στην πλευρά των «αντιλαϊκιστών» και κατηγορούν τους ηγέτες των λαϊκών κινητοποιήσεων ως «ανεύθυνους λαϊκιστές». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί ανήκουν στο ιδεολογικό – πολιτικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ και υιοθετήθηκαν με τον καιρό από όλες τις συμμαχικές προς τις ΗΠΑ χώρες, για να αποτρέπουν επανα-εθνικοποιήσεις των πλουτοπαραγωγικών πηγών της κάθε χώρας, ώστε αδιάκοπα ο πλούτος να ρέει στα σεντούκια της άρχουσας τάξης (ελίτ). Ακολουθούν τον κανόνα: Αν κατέχεις τις πλουτοπαραγωγικές πηγές κατέχεις τον πλούτο και την εξουσία.
Οι ηγέτες και οι σταυροφόροι του νεοφιλελευθερισμού είναι γνωστό πως κατέλαβαν την εξουσία με την υπόσχεση της γενικής ευημερίας κάνοντας και αναφορά στην έννοια της ισότητας. Με τα σημερινά, όμως, δεδομένα- υπάρχουν πλέον φανερά πραγμα- τολογικά στοιχεία – οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές βύθισαν και βυθίζουν όλο και περισσότερο τις κοινωνίες, κατά το μεγαλύτερο μέρος, στη φτώχεια. Συνεπώς ο λαϊκισμός, ως αρνητική έννοια, ενυπήρχε και ενυπάρχει στον πολιτικό λόγο όλων εκείνων που υποστήριξαν και υποστηρίζουν το νεοφιλελευθερισμό.
Ο λαϊκισμός με την αρνητική του εκδοχή δεν είναι μόνο πολιτικός. Τις τελευταίες δεκαετίες οι αρνητικές για τις κοινωνίες συμπεριφορές ατόμων και ομάδων έχουν απλωθεί και αφορούν όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. «Ο λαϊκισμός αφθονεί στους έμμισθους διανοούμενους και κονδυλοφόρους πάσης φύσεως που στοχάζονται ό,τι συμφέρει τον εργοδότη τους… Υπάρχουν συγγραφείς λαϊκιστές ακόμα περισσότερο αηδιαστικοί και από τους πολιτικούς. Τι κάνουν; Ακριβώς το ίδιο. Κολακεύουν το κοινό τους, γράφουν με τρόπο που εκτρέφει στερεότυπα και δεδομένες ιδέες, επιβεβαιώνουν κλισέ, αποκοιμίζουν τον αναγνώστη, πουλάνε ψευδαισθήσεις και απάτες». Νίκος Δήμου
Στις μέρες μας -με τη μίμηση των μεγάλης ακροαματικότητας τηλεοπτικών αφηγήσεων- οι πολίτες οδηγούνται να αγοράζουν βιβλία κατώτερης πνευματικότητας. Δεδομένου αυτού αυξήθηκε η βιβλιοπαρουσίαση και οι βιβλίο-παρουσιαστές αδιαφορούν για το αν ένα βιβλίο είναι αξιόλογο. «Αναπτύχθηκε ο παρακριτικός έπαινος σε βάρος της αξιολογικής κριτικής του βιβλίου». Στην όλη διαστρέβλωση τι σημαίνει αξιόλογη λογοτεχνία, τα ΜΜΕ συνέβαλαν κατά πολύ. Παραπλανούν τον δέκτη (ακροατής, θεατής) με προβολή προτύπων, αξιών και τρόπους ζωής της μαζικής κουλτούρας. Υπό τη μορφή αυτή ο λαϊκισμός είναι διαταξικός και διαπερνά όλα τα κοινωνικά, μορφωτικά και οικονομικά στρώματα.
Τα ΜΜΕ ασκούν προπαγάνδα μέσω ειδικής συνθηματολογίας, παραπληροφορούν και κινδυνολογούν. Ενδιαφέρονται για τα γεγονότα και όχι για τα προβλέψιμα συμβάντα. Ο θεσμικός λόγος είναι απρόσωπος και προβλέψιμος. Επομένως ειδησεογραφικά δεν προκαλεί το ενδιαφέρον. Ο αρνητικός «λαϊκίστικος» λόγος είναι πιο προσωπικός, απρόβλεπτος στην εκφορά του και έτσι δη- μιουργεί ψευδή γεγονότα. Τα ΜΜΕ ενδιαφέρονται μόνο γι’ αυτά και οι πληρωμένοι γραφιάδες της υποκουλτούρας έχουν κίνητρο να τα δημιουργούν. Ζούμε την εποχή του καθεστώτος των ΜΜΕ και τα κερδοσκοπικά συμφέροντα δεν είναι πια απαραίτητο να εγκαθιδρύουν δικτατορίες.
Στο όνομα του «αντιλαϊκισμού», ο λαϊκίστικος αρνητικός λόγος των ΜΙΝΤΙΑ, φαίνεται να είναι ο αναγκαίος μεσολαβητής για το πέρασμα σε ένα πιο ελιτίστικο μοντέλο δημοκρατίας. Προσπαθούν να απόνομιμοποιή- σουν το λαϊκό υποκείμενο ως ένα σύνολο μιας ανίδεης μάζας.
Στον καιρό που ζούμε η Δημοκρατία οδηγείται σε υπαρξιακή κρίση. Απαιτείται αναστοχασμός περί της υπαρκτής πραγματικό- τητας. Καμία καθεστηκυία τάξη δεν νομιμοποιείται μόνο και μόνο επειδή υπάρχει, αν είναι άδικη. Υπόψη πως ένα δημοκρατικό σύστημα επιζεί και προοδεύει, όταν η μεγαλύτερη δυνατόν πλειοψηφία δέχεται τους κανόνες λειτουργίας του και τους θεωρεί απαραίτητους εξίσου με την επίλυση των δίκαιων κοινωνικών αιτημάτων. Καμία φιλελεύθερη δημοκρατία δεν ανατρέπεται από ένα λαϊκό κίνημα ή λαϊκίστικο κόμμα, εκτός αν η Δημόσια διοίκηση και η Δικαιοσύνη πάσχουν χρονίως και, επιπλέον, από τους ηγήτορες επικρατεί πλήρης συσκότιση στη λήψη των αποφάσεων που κρίνουν το μέλλον ενός λαού, προς όφελος μιας προνομιούχας κρατικοδίαιτης τάξης.
*Ο Γιώργος Παπαδημητρίου
είναι ιατρός, διδάκτωρ Καρδιολογίας
Πανεπιστημίου Αθηνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here