Η βδομάδα του Πάσχα (της Λαμπρής) ήταν η πιο γιορτινή του χωριού. Όλες οι άλλες, ακόμη και τα Χριστούγεννα, ήταν απλές γιορτές και περισσότερο γι’ αυτούς που γιόρταζαν.

Πρωτοχρονιά κανένας δεν γιόρταζε, αποκριές μόνο την τελευταία Κυριακή το βράδυ κάποιο κρέας στο τραπέζι. Καρναβάλια άγνωστα, κούλουμα Καθαράς Δευτέρας το ίδιο. Όλες οι άλλες ημέρες βουβές με ελάχιστες εξαιρέσεις κάποια μικρά πανηγύρια σε κάτι ξωκλήσια. Η εβδομάδα περί το Πάσχα ήταν όλες οι γιορτές μας.
Μέρες δύσκολες, που μόλις βγαίνουμε από την πανδημία και με σύννεφα πολέμου στο βάθος, είναι εσωτερική η ανάγκη για μία απόδραση στα μικράτα μας, σ’ έναν κόσμο ξεχασμένο.

Πασχαλιάτικα κάλαντα
Κάλαντα στο χωριό εμείς είχαμε τις ημέρες του Πάσχα. Αυτά που γνωρίζει όλη η Ελλάδα παραμονή Χριστουγέννων «Καλήν ημέραν άρχοντες», παραμονή Πρωτοχρονιάς «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά», κάποτε και τα Φώτα «Σήμερα τα Φώτα και ο Φωτισμός», τα μάθαμε όταν αστικοποιηθήκαμε.
Τα δικά μας κάλαντα ήταν λυπητερά και τα λέγαμε του Λαζάρου και την Μεγάλη Παρασκευή. Καθένα είχε το δικό του τραγούδι με πιο λυπητερό αυτό της Μεγάλης Παρασκευής. Του Λαζάρου γυρίζαμε το χωριό και τραγουδούσαμε «Σήμερα έρχεται ο Χριστός», τραγούδι με πολλούς στίχους που περιέγραφε το θάνατο και την ανάσταση του Λαζάρου.
Την Μεγάλη Παρασκευή «Σήμερα μαύρος ο ουρανός σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται, σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά και τρισκαταραμένοι για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντα βασιλιά μας» και αυτό τραγούδι με πολλούς στίχους που αναφερόταν στα πάθη του Χριστού.
Σε παρέες 2 έως 3 παιδιών, «τα λαζαρούδια», γυρίζαμε το χωριό. Το συνηθισμένο δώρο από κάθε σπίτι ένα έως δυο αυγά, σπάνια μισή ή μία δραχμή. Απαραίτητος εξοπλισμός κάθε παρέας ένα καλάθι για τα αυγά που το στόλιζαν με δαφνόφυλλα, και από ένα ραβδί για τα σκυλιά.
Το Δίστρατο, όπως όλα τα χωριά της ακροποταμιάς, ήταν πολύ αραιοκατοικημένο. Τεράστιες αποστάσεις έπρεπε να διανυθούν με τα πόδια σε δύσκολα μονοπάτια. Για να επισκεφθούμε όλους τους συνοικισμούς την ίδια μέρα ξεκινούσαμε χαράματα και επιστρέφαμε νύχτα. Μεγάλο καψώνι, όταν σε κάποια απομακρυσμένα σπίτια δεν τους βρίσκαμε, είτε μας βλέπαν και κρυβόντουσαν για να μην δώσουν το αυγό.
Προς το βράδυ είχαμε μια μέση συγκομιδή 60 έως 80 αυγά, αρκετά από τα οποία έσπαγαν και έτρεχαν τα ζουμιά από το καλάθι. Απώλειες υπήρχαν και όταν τα μοιράζαμε, επειδή συνήθως δεν τα βρίσκαμε στη μοιρασιά.

Επιτάφιος απ’ όλο το χωριό
Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η πιο συμμετοχική από τις πασχαλινές ημέρες.
Από το πρωί στην κεντρική εκκλησία της Αγίας Τριάδας, κορίτσια περισσότερο, αναλάμβαναν το στόλισμα του Επιταφίου. Αγαπημένα τα λουλούδια από φράξο με μια μεθυστική ευωδία που πλημμύριζε ολόκληρη την εκκλησία. Προς το μεσημέρι γινόταν το προσκύνημα, κάποιοι με γονυκλισία και σταυρωτό πέρασμα στα πόδια του Επιταφίου.
Όλη την ημέρα η καμπάνα χτυπούσε λυπητερά. Κάποιοι νεαροί το είχαν χόμπι να χτυπάνε την καμπάνα και να τραμπαλίζονται από την αλυσίδα της. Κάποτε έσπασε η αλυσίδα, άλλη φορά κόπηκε το γλωσσίδι της καμπάνας, ευτυχώς χωρίς ατυχήματα.
Προς το απόγευμα είχε καθιερωθεί ένα παιχνίδι στην πλατεία, «γκύλι» το λέγαμε. Από μια κεκλιμένη πλάκα αφηνόταν ένα νόμισμα να κυλίσει στην επιφάνεια της πλατείας. Κέρδιζε αυτός που το νόμισμά του πήγαινε μακρύτερα και μάζευε όλων των άλλων.
Μοναδική εξαιρετική συνήθεια να ψέλνεται ο Επιτάφιος απ’ όλο το χωριό. Τα τροπάρια «Η ζωή εν τάφω», «Άξιον εστί», «Αι γεννεαί αι πάσαι» δεν τα ψέλναν οι ψαλτάδες, όπως παντού, αλλά το χωριό. Κρατώντας βιβλιαράκι με τα τροπάρια, που το αγόραζαν ή το έδινε η εκκλησία, παρέες από 2 έως 3 ή και ατομικά ψέλναν με την σειρά τα πάθη. Γινόταν ένας κύκλος μέχρι που ερχόταν ξανά η σειρά στην ίδια παρέα και συνεχιζόταν μέχρι που τελείωναν όλα τα εδάφια. Οι επιδόσεις στην ψαλμωδία ποικίλαν, πάντως όλοι το πάλευαν.
Στη συνέχεια έξοδος και τρεις φορές ο γύρος της εκκλησίας. Μπροστά ο παπάς με τους ψαλτάδες και πίσω το εκκλησίασμα σε παρέες να ψέλνει «Κύριε ελέησον». Λίγο πριν την είσοδο στην εκκλησία μνημόσυνο όλων των νεκρών. Τελευταίες χρονιές, πριν την είσοδο, γινόταν και το «άρατε πύλας» με κάποιο μικρό θέατρο για το άνοιγμα της πόρτας.
Μετά το πέρας της λειτουργίας, κατά τις 10 το βράδυ, γινόταν κάτι σαν συνέλευση του χωριού στην εκκλησία με επικεφαλής τον παπά, για το πότε θα «κραινόταν η Ανάσταση». Ακούγεται περίεργο αλλά στο χωριό ουδέποτε γινόταν η Ανάσταση στις 12 τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου όπως παντού. Κανονιζόταν 2:30 έως 3:00 το πρωί ώστε να πάει συνέχεια η λειτουργία της Κυριακής της Ανάστασης. Ο λόγος ήταν οι μεγάλες αποστάσεις, πάνω από 1 ώρα με το πόδι, που δυσκόλευαν διπλή μετάβαση, στις 12 για την Ανάσταση και το πρωί για την λειτουργία. Κάποιες χρονιές γινόταν μια εξαίρεση για τον μακρινό νότιο συνοικισμό του Σινιάγκου, ο οποίος έκανε δική του Ανάσταση περί τις 12:00.

Κραίνουμε την Ανάσταση
«Κραίναμε την Ανάσταση» (έλεγε ο παπάς το «Χριστός Ανέστη») 2:30 έως 3:00 το πρωί της Κυριακής, όπως είχε κανονιστεί από το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής.
Από τους μακρινούς συνοικισμούς έπρεπε να ξεκινήσουμε μιάμιση ώρα νωρίτερα. Τα πιο απομακρυσμένα σπίτια έπαιζαν και ένα ρόλο θαλαμοφύλακα. Ξεκινούσαν ακόμα νωρίτερα και σφύριζαν δυνατά σε όλα τα σπίτια, μήπως και κάποιους τους πήρε ο ύπνος.
Από τον βορειότερο συνοικισμό, το Τραπεζάκι, είχαμε ένα δίλημμα. Να πάρουμε τον αμαξιτό χωματόδρομο που ήταν πιο ομαλός, όμως γεμάτος λάσπες και λακκούβες με νερό από κάποια πρόσφατη βροχή ή κάποιο από τα μονοπάτια, τα οποία ήταν πιο δύσκολα την νύχτα, ήταν όμως στεγνά. Τελικά προτιμούσαμε τον αμαξιτό δρόμο, αλλά όταν φθάναμε στην εκκλησία συνήθως ήμασταν ως τα γόνατα στη λάσπη.
Στην εκκλησία γινόταν ένα προσκλητήριο, φώναζαν ονόματα οικογενειών και κάποιος απαντούσε «παρών». Κάποιες φορές το προσκλη- τήριο περιλάμβανε και τον παπά, ο οποίος είχε πάει στον Σινιάγκο για την δική τους Ανάσταση και ερχόμενος μ’ ένα μουλάρι σε ένα μονοπάτι μέσα στη νύχτα, καμιά φορά αργούσε.
Οι μεταπολεμικές γενιές, παπά θυμηθήκαμε τον παπά-Βασίλη Σκαλτσογιάννη από την γειτονική Ανεμορράχη (Μπούγα). Έλεγε ότι έκανε παπάς στο Δίστρατο 33 χρόνια και 33 ημέρες. Αγαπητός παπάς, παρά τις μικρές κακίες που συνήθως έβγαιναν, με χιούμορ και με ψαλμωδία που λέγαμε ότι συγκρινόταν με της Μητρόπολης των Αθηνών.
Στην εκκλησία, όπως σε κάθε λειτουργία, από τη μέση και πίσω οι γυναίκες και μπροστά οι άνδρες. Στα αριστερά στασίδια οι κάπως πιο σεβαστοί, στα δεξιά οι υπόλοιποι και τα παιδιά.
«Δεύτε λάβετε φως» και όλοι έξω στην πλατεία γύρω από ένα αιωνόβιο δρυ-βελανιδιά («Δένδρο» το λέγαμε) σήμα κατατεθέν του χωριού. Στα χέρια κεριά και λαμπάδες, παλαιότερα από κερί μέλισσας που το μαλάκωναν και το πλάθαν γύρω από ένα σκοινί.
Ο παπά-Βασίλης ύψωνε ψηλά την εικόνα με το δεξί κι έψαλλε το «Χριστός Ανέστη», πολλές φορές με συνοδεία κάτι αυτοσχέδιες χορωδίες του χωριού. Αμέσως το πρώτο τσούγκρισμα με κόκκινα αυγά που κουβαλούσαμε στις τσέπες. Όσοι δεν καθόμαστε για την λειτουργία της Ανάστασης, ίδια Οδύσσεια για την επιστροφή στα σπίτια μέσα στη νύχτα.
Το πασχαλινό τραπέζι που θέλαμε να το λέμε «πλούσιο», συνήθως ήταν κάποιο κατσίκι από τα πρώιμα. Οι περισσότερες οικογένειες έσφαζαν ένα κατσίκι που είχε γεννηθεί αρκετά πριν τα Χριστούγεννα ώστε να ήταν κάπως μεγάλο, τα προτιμούσαν από τα αρνιά που τα άφηναν να γίνουν γαλακτερές προβατίνες.
Το ψήσιμο κατά κανόνα στη γάστρα. Ο οβελίας ήταν άγνωστος, τον είδαμε πρώτη φορά όταν μετοικήσαμε στις πόλεις. Άγνωστοι οι χοροί, τα τραγούδια και τα τουφέκια στο πασχαλινό τραπέζι, όπως άγνωστα τα βαρελότα στην Ανάσταση. Όλα αυτά τα διαβάζαμε στα βιβλία, αν υπήρχε κανένα, και τα είδαμε στις πόλεις.

Το πανηγύρι της Τρίτης της Λαμπρής
Η πασχαλιά του χωριού άρχιζε με τα πένθιμα της Μεγάλης Βδομάδας και τελείωνε με το πανηγύρι της Τρίτης της Λαμπρής, που ήταν το κεντρικό του χωριού.
Αργότερα το πανηγύρι μεταφέρθηκε στης Αγίας Τριάδας, που ήταν η κεντρική εκκλησία του χωριού. Η εκκλησία της Αγίας Τριάδας υπήρχε τουλάχιστον απ’ όταν απελευθερώθηκε η περιοχή από τους Τούρκους. Ο Σεραφείμ Ξενόπουλος το 1884 αναφέρεται «εις μικρόν τινα πεπαλαιωμένον ναόν της Αγίας Τριάδος λειτουργούμενον υπό ιερέων δύο».
Για την μεταφορά του πανηγυριού προέκυψε ανταγωνισμός από τον συνοικισμό του Τραπεζακίου. Οι Τραπεζακιώτες περί το 1950 έχτισαν δική τους εκκλησία, την Αγία Φανερωμένη και διεκδίκησαν το πανηγύρι της. Την ίδια ημερομηνία όμως, δηλαδή Πεντηκοστή και Αγίου Πνεύματος, θα γινόταν και της Αγίας Τριάδας, μεταφορά της Τρίτης της Λαμπρής. Δύο πανηγύρια σ’ ένα μικρό χωριό την ίδια μέρα δεν χωρούσαν.
Μεγάλη αντιπαλότητα. Για πολλά χρόνια ήταν το πρώτο θέμα συζήτησης του χωριού. Για την επίλυσή του επιστρατεύτηκε ακόμα και ο Δεσπότης, κάτι σαν … δικαστήριο της Χάγης. Σαν λύση καθιερώθηκε η Κυριακή για το πανηγύρι της Αγίας Τριάδας και η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος για της Αγίας Φανερωμένης. Τελικά το πρώτο επισκίαζε το δεύτερο, το οποίο σε μερικά χρόνια έσβησε.
Τα πανηγύρια τότε γίνονταν χωρίς την ανάγκη κάποιας οργάνωσης, σχεδόν αυτόματα. Ερχόταν οι «κομπανίες» χωρίς να τους καλέσει κάποιος, πιάναν θέση στην πλατεία, μεγάφωνα δεν υπήρχαν, δεν ενοχλούσε ο ένας τον άλλο. Άλλοι είχαν πελατεία, σ’ άλλους… «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν». Για μαγαζί ήταν καθιερωμένο το μαγαζί του χωριού. Προετοιμασία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη, τσίπουρα σέρβιρε.
Το πανηγύρι της Τρίτης της Λαμπρής την δεκαετία του ‘50 ήταν στις δόξες του. Επρόκειτο για το γεγονός της κοινωνικής ζωής του χωριού που το περίμεναν όλο το χρόνο. Η επίδειξη της κοινωνικής θέσης, τα ζοριλίκια, το νυφοπάζαρο, ο χορός. Θέμα ολόκληρης της χρονιάς ποιος χόρεψε και ποια τον έβλεπε. Η σειρά στο χορό, σε συνδυασμό με το τσίπουρο που είχε καταναλωθεί και με κάποιες προηγούμενες διαφορές, αποτελούσε αιτία για ομηρικούς καυγάδες.
Θυμάμαι σ’ ένα πανηγύρι ολόκληρη την πλατεία να συμπλέκεται! Ακόμα έχω την εικόνα του Διογένη Κοντού να κρατά υψωμένο ένα τεράστιο θυμονόξυλο πάνω από τους συμπλεκόμενους-ευτυχώς τον πρόλαβαν πριν το κατεβάσει!
Την εποχή του ‘50 το χωριό ήταν στην ακμή του. Στην απογραφή του 1951 καταγράφηκαν 619 άτομα, περισσότερα από ποτέ. Σήμερα με το ζόρι 100, στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα. Το πανηγύρι της Τρίτης της Λαμπρής τελείωσε μαζί με το χωριό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here