Το Γρίμποβο, το 1897 και τα διδάγματά του

Οι πρόσφατες εκδηλώσεις μνήμης για τις πολύνεκρες μάχες του Γριμπόβου φέρνουν στη μνήμη μας μια σχετικά άγνωστη πτυχή της νεώτερης ελληνικής ιστορίας αλλά και εξόχως τιμητική για τον τόπο μας.

Πρόκειται για τον πόλεμο του 1897. Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 (γνωστός και ως Ατυχής πόλεμος) ήταν ο πόλεμος μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ελλάδας. Έληξε με στρατιωτική νίκη των Οθωμανών και ανέδειξε τις ατέλειες του πολεμικού μηχανισμού της χώρας. Ο πόλεμος άρχισε τον Απρίλιο του 1897 και έληξε με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων το Μάιο, αφού οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία. Η τελική συνθήκη υπογράφηκε στις 22 Νοεμβρίου / 4 Δεκεμβρίου 1897 και ακολούθησε η εκκένωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους και δέκα μήνες μετά η αυτονόμηση της Κρήτης.

Τον Ιούλιο του 1894 οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους Ευρωπαίους κατόχους ομολόγων του ελληνικού κράτους είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο και ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα ειδοποίησε την ελληνική κυβέρνηση ότι η μη ικανοποίηση των κατόχων ομολόγων ίσως να οδηγούσε στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών. Την εποχή εκείνη ήταν πρωθυπουργός ο Θ. Δηλιγιάννης ο οποίος δεχόταν τους μύδρους της παράφορης δημαγωγικής ρητορείας του αρχηγού της τότε αντιπολίτευσης Δ. Ράλλη. Έτσι διαμορφώθηκε σύγχυση και υποψίες ότι κυβέρνηση και βασιλιάς ακολουθούσαν πολιτική υποτέλειας στην Αγγλία, αφού η Ελλάδα δεν επιθυμούσε στη πράξη ν’ αναλάβει καμία άμεση αλλά και αποτελεσματική ενέργεια υπέρ του Κρητικού Αγώνα. Ωστόσο ο Ελληνικός Στρατός την εποχή εκείνη δεν ήταν σε επαρκή κατάσταση ετοιμότητας. Ακόμη και ο οπλισμός του υστερούσε, έχοντας ως βασικό όπλο το τυφέκιο Γκρα, ένα αργό οπισθογεμές όπλο, ενώ οι Οθωμανοί ήταν εξοπλισμένοι με επαναληπτικά τουφέκια τύπου Μάουζερ.

Στην Ήπειρο οι ελληνικές δυνάμεις είχαν σχηματίσει γραμμή άμυνας από την Άρτα στο Πέτα, ενώ οι Οθωμανοί βρίσκονταν στα Πέντε Πηγάδια και μπροστά από την Άρτα. Το πρωί στις 6 /18 Απριλίου 1897 ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες. Οι Έλληνες προχώρησαν μέχρι τα Πέντε Πηγάδια όπου είχαν οχυρωθεί οι Τούρκοι αλλά δεν μπόρεσαν να καταφέρουν κάτι περισσότερο αφού δεν έρχονταν ενισχύσεις. Το ελληνικό κέντρο επιτέθηκε στις 13 κοντά στην Στρεβίνα με σκοπό να καταλάβει και να κρατήσει μια αμυντική θέση, πράγμα που κατάφερε την επόμενη. Σε όλο το εύρος του μετώπου σε Ήπειρο και Θεσσαλία, η περιοχή μας ήταν η μόνη που δεν κατάφερε ο εχθρός να διασπάσει τα σύνορα και να εισβάλει στη χώρα. Τελικά οι Έλληνες οπισθοχώρησαν στην αρχική συνοριακή γραμμή στην Άρτα, στις 15 Μαΐου και με τη μεσολάβηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Ρωσίας, στις 20 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε ειρήνη. Η Ελλάδα αναγκάστηκε να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό σαν πολεμικές αποζημιώσεις, καθώς και να δώσει ένα μικρό κομμάτι της Θεσσαλίας στην Τουρκία. Για την εξόφληση του δημόσιου χρέους εκχωρήθηκαν στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο σχεδόν όλα τα έσοδα του ελληνικού κράτους και ο έλεγχος του μηχανισμού είσπραξης δημοσίων εσόδων. Η συνθηκολόγηση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ταπεινωτική για τους Έλληνες και το ελληνικό έθνος, αφού έχασαν προσωρινά (μέχρι το 1908) ορισμένες από τις ελευθερίες για τις οποίες αγωνίστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Τον πόλεμο του 1897 η ελληνική ιστοριογραφία, αλλά και γενικότερα η πολιτική και λοιπή ηγεσία δεν τον ανέδειξε όσο θα έπρεπε. Νομίζουμε, ως λαός, ότι θα πρέπει να θυμόμαστε περισσότερο τις νικηφόρες μας προσπάθειες διότι αυτές κολακεύουν το θυμικό μας και μας γεμίζουν χαρά και περηφάνια. Όμως, τα πραγματικά μαθήματα έρχονται μέσα από τις ήττες και ο πόλεμος του 1897 έχει να μας διδάξει πολλά. Δεν ήταν καθόλου «ατυχής», όπως χαρακτηρίστηκε. Δεν έφταιγε ούτε η κακιά η ώρα ούτε κάποια κακιά τύχη ούτε κάποια κακή μάγισσα. Δεν έφταιγαν καν οι Μεγάλες Δυνάμεις, δεομένου ότι αυτές, εξ ορισμού τα δικά τους συμφέροντα κοιτάζουν να εξυπηρετήσουν, πράγμα που εμείς θα έπρεπε να λαμβάνουμε υπόψη πριν αρχίζουμε να κατηγορούμε τους πάντες για ανθελληνισμό. Περισσότερο από ατυχής, ο πόλεμος αυτός ήταν ασχεδίαστος, χωρίς ουσιαστική προετοιμασία, δίχως διεθνείς συμμαχίες, με απειροπόλεμους ηγέτες (τους πρίγκηπες που ήθελαν να κάνουν το κομμάτι τους), με ημικαταρτισμένους αξιωματικούς, με πολιτική ηγεσία χωρίς συγκεκριμένο στόχο και εναλλακτική διέξοδο. Πώς να μην έφταναν μετά οι Τούρκοι ως τη Λάρισα;

Επιπλέον και πέρα από το στρατιωτικό σκέλος του ζητήματος, ο πόλεμος αυτός είναι παράδειγμα προς αποφυγήν ως προς το ποιο ρόλο μπορεί να παίξει το συναίσθημα, η υπερβολή, η έλλειψη ψυχραιμίας και η εμπλοκή εξωθεσμικών κέντρων (βλ. «Εθνική Εταιρεία») στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Αρκεί μόνο να πούμε ότι ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν προχώρησε σε βιαστικές ενέργειες για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας το 1910. Πρώτα εξασφάλισε επαρκή εξοπλισμό και κατάρτιση των αξιωματικών και διασφάλισε διεθνή υποστήριξη και συμμαχίες και μετά προχώρησε στην κήρυξη των βαλκανικών πολέμων. Γι’ αυτόν το 1897 ήταν πρόσφατο και τα παθήματα είχαν γίνει μαθήματα. Για εμάς μπορούμε να πούμε το ίδιο;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here