Μέρος Α’

Βιογραφικά στοιχεία του Νικολάου Χ. Αμβράζη

Ο Νικόλαος Χ. Αμβράζης (1854 – 1926) υπήρξε διακεκριμένη μορφή της νεότερης Ορθόδοξης γραμματείας. Καταγόταν από την Άρτα της Ηπείρου, ανατραφείς σε οικογενειακό περιβάλλον που διακρινόταν για τη βαθιά ευσέβεια και την προσήλωση στην εκκλησιαστική παράδοση, παρά τις πενιχρές οικονομικές δυνατότητες των γονέων του, οι οποίοι περιγράφονται ως πιστοί και πτωχοί.
Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση των εγκύκλιων γυμνασιακών σπουδών του, ο Νικόλαος Αμβράζης μετέβη στο βυζαντινό και διοικητικό κέντρο της Ορθοδοξίας, την Κωνσταντινούπολη. Εκεί εισήχθη στη περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου έλαβε συστηματική θεολογική και παιδαγωγική κατάρτιση, η οποία διαμόρφωσε το μετέπειτα συγγραφικό, δογματικό και ιεραποστολικό του έργο. Εκεί είχε τη φωτισμένη καθοδήγηση σπουδαίων δασκάλων, όπως ο καθηγητής Φιλοσοφίας Δ. Ι. Χατζερής, από τον οποίο διδάχθηκε την Ιστορία της Φιλοσοφίας. Απελάθηκε την 24η Σεπτεμβρίου 1901 από τις Τουρκικές αρχές, επειδή κατόρθωσε με τα κηρύγματά του να προσελκύσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολλούς, όχι μόνο Έλληνες, αλλά και Καθολικούς και Εβραίους. Κατηγορήθηκε δε, ότι με τη γλαφυρή και πατριωτικώτατη διδασκαλία του υποκινεί δήθεν τους Έλληνες εναντίον του καθεστώτος. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ενεγράφη ως φοιτητής στη Θεολογική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου. Υπηρέτησε στη συνέχεια καθηγητής του Βαρβακείου Λυκείου.
Ο Νικόλαος Αμβράζης συνδεόταν με τον Μητροπολίτη Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλο με δεσμούς βαθιάς πνευματικής υιοθεσίας, ευγνωμοσύνης και ευεργεσίας. Επειδή προερχόταν από φτωχή οικογένεια, ο Μητροπολίτης Σεραφείμ ανέλαβε την προστασία του, στηρίζοντάς τον στις σπουδές του και γινόμενος ο πνευματικός του πατέρας που τον «εξέθρεψε εν Χριστώ διά του Ευαγγελίου». Σε ένδειξη δια βίου ευγνωμοσύνης για τις ευεργεσίες που έλαβε, ο Αμβράζης αφιέρωσε στον Μητροπολίτη Σεραφείμ το πρώτο του θεολογικό σύγγραμμα, «Ο Προτεσταντισμός και αι ασχήμιαι αυτού» (1876). Στην επίσημη αφιέρωση του βιβλίου, αποκαλεί τον Σεραφείμ «ζηλωτή και πρόμαχο της Ορθοδοξίας, σεβαστό εν Χριστώ Πατέρα και ευεργέτη», ζητώντας την ιεραρχική του ευλογία και πατρική ενθάρρυνση για τις πρώτες θεολογικές του προσπάθειες.
Επίσης, οικονομικός χορηγός στις σπουδές του Ν. Αμβράζη υπήρξε, σύμφωνα με ιστορικές πληροφορίες και η ανδρική αδελφότητα της Ιεράς Μονής Κάτω Παναγιάς.

Επισκόπηση του συγγραφικού έργου του Ν. Αμβράζη
Το συγγραφικό σώμα του Νικολάου Αμβράζη εκτείνεται σε ευρύ θεματικό φάσμα, καλύπτοντας πεδία της απολογητικής, της συγκριτικής θεολογίας, της ετεροδοξολογίας και της χριστιανικής βιογραφίας.
Το πρώιμο πόνημα «Φιλόθεος Αθηναΐδης» αποτελεί μέρος της αρχικής εργογραφίας του συγγραφέα, ενώ η απολογητική και ετεροδοξολογική μελέτη «Ο Προτεσταντισμός και αι ασχήμιαι αυτού» δημοσιεύθηκε το 1876 και στηλιτεύει τις δογματικές και πρακτικές εκτροπές της Διαμαρτυρήσεως. Επιπλέον, η συγκριτική θεολογική πραγματεία «Η ορθόδοξος εκκλησία εν σχέσει προς όλας τας άλλας χριστιανικάς εκκλησίας» εστιάζει στην αυθεντικότητα και τη δογματική υπεροχή της Ορθοδοξίας έναντι των λοιπών ομολογιών, και τέλος, το έργο «Ο Ραββίνος Ισαάκ Μ.» αποτελεί βιογραφική αφήγηση της μεταστροφής ενός Εβραίου Ραββίνου από την Άρτα στην Ορθόδοξη Πίστη.

Αναλυτική παρουσίαση των κυριότερων συγγραμμάτων
«Φιλόθεος Αθηναΐδης». Το έργο αυτό αποτελεί υποδειγματικό δείγμα ορθόδοξης ιεραποστολικής διηγηματογραφίας, παρουσιάζοντας την περιπετειώδη πορεία ενός νέου επιστήμονα θεολόγου.
Η υπόθεση του συγγράμματος διαρθρώνεται ως εξής: «Ένας νεαρός ιεραπόστολος, απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, αναχωρεί από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό τις Ινδίες, προκειμένου να στελεχώσει το εκεί ιεραποστολικό έργο. Το πλοίο στο οποίο επιβαίνει ναυαγεί στη μέση του Ινδικού Ωκεανού, και ο ίδιος, ως ο μοναδικός επιζών, εκβράζεται σε ένα από τα τροπικά νησιά του Αρχιπελάγους Τσάγκος.
Στο απομονωμένο αυτό νησί, ο ιεραπόστολος έρχεται αντιμέτωπος με ανθρωποφάγους ιθαγενείς. Υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, με πνευματική καρτερία και σοφία, κατορθώνει να κατηχήσει την άγρια αυτή φυλή και να τη βαπτίσει στο όνομα της Αγίας Τριάδας» (αναλυτική παρουσίαση του περιεχομένου του βιβλίου έγιναν σε τέσσερις δημοσιεύσεις στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΌΜΟΣ και υπάρχουν στο site της εφημερίδας. https://www.taxydromosartas.gr)

«Ο Ραββίνος Ισαάκ Μ. πιστεύσας εις τον Χριστόν…»
Ο πλήρης τίτλος και ο υπότιτλος του πονήματος είναι: «Ο Ραββίνος Ισαάκ Μ. πιστεύσας εις τον Χριστόν και χειροτονηθείς πρεσβύτερος της Εκκλησίας – Ιστορία πλήρης ενδιαφέροντος και ποικίλων περιπετειών και έκθεσης πασών των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης.
Το σύγγραμμα συνδυάζει οργανικά τη γλαφυρή και συναρπαστική ιστορική εξιστόρηση της εκκλησιολογικής μεταστροφής ενός πρώην Εβραίου Ραββίνου με μια εμβριθή θεολογική έκθεση και ερμηνευτική ανάλυση όλων των μεσσιακών προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης που εκπληρώθηκαν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Η μεταστροφή του Ραββίνου Ισαάκ Μ.
Στο έργο «Ο Ραββίνος Ισαάκ Μ.», ο Νικόλαος Αμβράζης συνδέει οργανικά τη συγγραφική του δράση με την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Άρτα.
Πρόκειται για μια σπάνια ελληνορθόδοξη αφήγηση μεταστροφής, η οποία συνδυάζει την τοπική εσπερία γεωγραφία με την ποιμαντική απολογητική. Ο Ισαάκ Μ. καταγόταν από την Άρτα της Ηπείρου. Ήταν λογιότατος, εγκρατής της ελληνικής γλώσσας ως τελειόφοιτος του Γυμνασίου Ιωαννίνων, και κατείχε άριστα την Εβραϊκή γλώσσα. Μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, για να σπουδάσει στην Εβραϊκή Σχολή Χάσκιοϊ την Εβραϊκή Φιλολογία και την Τορά.
Ήταν θερμός ζηλωτής των ραββινικών παραδόσεων και του Ταλμούδ, διακατεχόμενος αρχικά από έντονη αντιπάθεια προς τον Χριστιανισμό. Στην Κωνσταντινούπολη συνδέθηκε με στενή φιλία με τον συμπατριώτη του Νικόλαο Αμβράζη, ο οποίος σπούδαζε τότε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Οι δύο φίλοι είχαν πυκνές και έντονες συζητήσεις για τη θρησκεία. Παρά τις αρχικές διαφωνίες, ο Ισαάκ είχε καλοπροαίρετη καρδιά και αναζητούσε ειλικρινά την αλήθεια. Μελετώντας εις βάθος τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για το πρόσωπο του Μεσσία, οδηγήθηκε στην αποδοχή της Χριστιανικής πίστης, βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός και έλαβε το όνομα Ιωάννης.
Χειροτονήθηκε ιερέας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Εργάστηκε με ζήλο, αφοσίωση και ανιδιοτέλεια για τη μετάδοση του Ευαγγελίου ανάμεσα στους ομοεθνείς του Εβραίους στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στη Ρουμανία. Χάρη στη βαθιά θεολογική του κατάρτιση και την αγιότητα του βίου του, πέτυχε να μεταστρέψει στην Ορθοδοξία ομάδα Ρωμαιοκαθολικών κληρικών μαζί με τον παπικό επίσκοπό τους.
Ο συγγραφέας εξαίρει τη χριστιανική βιοτή, που ακολούθησε ο Ισαάκ μετά το άγιο Βάπτισμα, προβάλλοντας τις έξοχες αρετές του, τον αδιάπτωτο ζήλο, την απόλυτη αφοσίωση, την αγωνιστικότητα, την ανιδιοτέλεια, την αυταπάρνηση, την υπακοή, την υπομονή και την έμπρακτη αγάπη. Το πόνημα αυτό λειτουργεί όχι μόνο ως ζώσα απόδειξη της μεταμορφωτικής χάριτος του Ευαγγελίου, αλλά και ως οικοδομητικό πρότυπο Χριστιανικού βίου απέναντι στην πνευματική νάρκη της εποχής.
Ακολουθώντας τον πρώτο Ορθόδοξο ιεραπόστολο της Ιαπωνίας, τον Ρώσο Επίσκοπο Νικόλαο (Κασάτκιν), μετέβη στην Ιαπωνία για να συνδράμει στο εκεί ιεραποστολικό έργο. Εργάστηκε ως συνετός και αφοσιωμένος ιεραπόστολος, ξεχωρίζοντας για την πατερική ευσέβεια, την ανιδιοτέλεια και τη βαθιά θεολογική του κατάρτιση [77 – 79]. Στην Ιαπωνία ολοκλήρωσε την πολυκύμαντη ζωή του, παραδίδοντας το πνεύμα του εν Κυρίω ως ιεραπόστολος. Η πνευματική του ακτινοβολία και αγιότητα υπήρξαν τόσο έντονες, ώστε κατάφερε να μεταστρέψει στην Ορθοδοξία ακόμη και ομάδα Ρωμαιοκαθολικών κληρικών με επικεφαλής έναν παπικό επίσκοπο.

Το βιβλίο «Ο Προτεσταντισμός και αι ασχήμιαι αυτού…» (1876)
Το σύγγραμμα αυτό εκδόθηκε το 1876 υπό τον πλήρη τίτλο «Ο Προτεσταντισμός και αι ασχήμιαι αυτού ή Αι προτεσταντικαί πλάναι αναιρούμεναι υπό τε της Αγίας Γραφής και της Καθολικής Εκκλησίας».
Όπως διακηρύσσει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου, ο αντικειμενικός σωτηριολογικός σκοπός του πονήματός του είναι η περιφρούρηση των ορθοδόξων πιστών από τις ετεροδιδασκαλίες: «Σκοπός της συγγραφής ημών ταύτης εστίν η προφύλαξις των αδελφών ημών εκ των πλεκτανών του ψεύδους και της απάτης. “Ιδού έρχομαι ταχύ”, κράζει η Αιωνία αλήθεια, “κράτει ο έχεις, ίνα μηδείς λάβη τον στέφανόν σου”. Κρατώμεν λοιπόν της ομολογίας εκείνης, ην ο μεν Σωτήρ ημών ωμολόγησεν επί Ποντίου Πιλάτου, επισφραγίσας διά του πολυτίμου και παναχράντου Αυτού αίματος, και υπέρ ής οι Άγιοι ημών Πατέρες μετά μυριάδων Μαρτύρων τα πάνδεινα υπέστησαν».
Ο Αμβράζης υποστηρίζει ότι ο Προτεσταντισμός δεν αποτελεί «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», αλλά είναι διασπασμένος σε δεκάδες αυτόνομες ομολογίες και αιρέσεις (Λουθηρανούς, Καλβινιστές, Αγγλικανούς, Πουριτανούς, Αναβαπτιστές, Μεθοδιστές, Κουάκερους κά). Αιτία αυτής της Βαβυλωνίας θεωρεί την αρχή της ατομικής ερμηνείας της Αγίας Γραφής, όπου ο καθένας ερμηνεύει το κείμενο κατά το δοκούν. Στηλιτεύει την προτεσταντική αρχή Sola Scriptura («μόνον η Γραφή») και την παραμελημένη θέση της Αποστολικής Παραδόσεως. Αποδεικνύει ότι η Αγία Γραφή γράφτηκε μέσα στην Εκκλησία και δεν μπορεί να κατανοηθεί ορθά χωρίς την καθοδήγηση των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων. Καταγγέλλει την απώλεια της Αποστολικής Διαδοχής και της έγκυρης Ιερωσύνης στις προτεσταντικές κοινότητες.
Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, κατακρίνει την άρνηση της πραγματικής Μετουσιώσεως (Transubstantiatio) του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, στηλιτεύοντας τις συμβολικές ή αλληγορικές παρερμηνείες των Μεταρρυθμιστών (Λουθήρου, Καλβίνου κλπ). Αποκρούει τις προτεσταντικές κατηγορίες περί «αγιολατρείας», εξηγώντας ότι η Εκκλησία τιμά τους Αγίους ως δούλους και φίλους Θεού και ζητά τις πρεσβείες τους. Ανασκευάζει τις αιτιάσεις περί «ειδωλολατρίας», υπογραμμίζοντας ότι η τιμή της εικόνος διαβαίνει στο πρωτότυπο, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Κατακρίνει την προτεσταντική κατάργηση των ευχών και μνημοσύνων υπέρ των κεκοιμημένων. Υποστηρίζει ότι η απόρριψη της εκκλησιαστικής αυθεντίας οδήγησε σταδιακά στον ακραίο ορθολογισμό, τον σκεπτικισμό και την αμφισβήτηση των θαυμάτων και της θεότητας του Χριστού από νεότερες γερμανικές σχολές (όπως η Σχολή της Τυβίγγης).

«Η ορθόδοξος εκκλησία εν σχέσει προς όλας τας άλλας χριστιανικάς εκκλησίας»
Το έργο αυτό συνιστά συστηματικό εγχειρίδιο Δογματικής Συγκριτικής Θεολογίας. Ο πλήρης τίτλος του, όπως παρατίθεται στην πηγή, είναι «Η ορθόδοξος εκκλησία εν σχέσει προς όλας τας άλλας χριστιανικάς εκκλησίας: εξεταζόμενη ήτοι την δυτικήν ή παπικοκαθολικήν, λουθηρανικήν, καλβινικήν, αγγλικανικήν, αρμενικήν, κοπτικήν… τουτέστι κοινά δογματικά σημεία και διαφέροντα των χριστιανικών εκκλησιών».
Ο συγγραφέας επιχειρεί μια ενδελεχή αντιπαραβολή της Ορθοδοξίας προς τις λοιπές χριστιανικές ομολογίες και ανατολικές εκκλησίες.

Ο Ν. Αμβράζης για την Ρωμαιοκαθολική «εκκλησία»
Ο Νίκος Αμβράζης αναγνωρίζει ότι η Δυτική Εκκλησία διατήρησε την ιστορική Ιερωσύνη, την Ιερά Παράδοση και τα Μυστήρια, αλλά τα «νόθευσε» περιβάλλοντάς τα με ανθρώπινες και αντικειμενικά εσφαλμένες προσθήκες.
Παρομοιάζει τη Δυτική Εκκλησία με αδάμαντα καλυμμένο από ράκη και σκουριασμένο σίδερο, εξαιτίας δογμάτων όπως το Παπικό Πρωτείο, το Αλάθητο, το Filioque, το Καθαρτήριο Πυρ και η χρήση αγαλμάτων. Εγκαθίδρυσε μια «αντίχριστη φιλαρχία» και δεσποτεία, θέτοντας ως αλάθητη κεφαλή της Εκκλησίας έναν θνητό και αμαρτωλό άνθρωπο (τον Πάπα) στη θέση του Χριστού.
Υποστηρίζει ότι ο Παπισμός υπήρξε ο ηθικός και δογματικός αυτουργός της εμφάνισης του Προτεσταντισμού. Οι καταχρήσεις, η διαφθορά και η δογματική παραχάραξη της Ρώμης ανάγκασαν τους Μεταρρυθμιστές (Λούθηρο, Καλβίνο) να επαναστατήσουν. Ωστόσο, αντί να επιστρέψουν στην καθαρή διδασκαλία των πρώτων οκτώ αιώνων και της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, παρασύρθηκαν στον ορθολογισμό και στην πλήρη διάλυση του εκκλησιαστικού σώματος.
Για τον Αμβράζη, η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η μόνη που διατήρησε αλώβητη και αμετάβλητη την αποστολική παρακαταθήκη. Εάν η Δυτική Εκκλησία αποβάλει τα «ράκη» των παπικών καινοτομιών και οι Προτεστάντες εγκαταλείψουν τις ασεβείς αφαιρέσεις τους, η επιστροφή στην Ορθοδοξία είναι ο μόνος δρόμος για την επανένωση του χριστιανικού κόσμου

Ο Ν. Αμβράζης για τις άλλες «εκκλησίες»
Παράλληλα, στην Καλβινική Εκκλησία εξετάζονται οι δογματικές διαστάσεις σχετικά με τον απόλυτο προορισμό και τη φύση των μυστηρίων σε σχέση με την ορθόδοξη σωτηριολογία, και στην Αγγλικανική Εκκλησία διερευνώνται τα κοινά δογματικά σημεία, η εκκλησιολογική δομή και οι θεολογικές διαφορές ως προς την αποστολική διαδοχή.
Τέλος, όσον αφορά την Αρμενική Εκκλησία πραγματοποιείται δογματική αξιολόγηση των χριστολογικών σημείων σύγκλισης και των ιστορικοδογματικών διαφοροποιήσεων με τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες, ενώ στην Κοπτική Εκκλησία εξετάζονται τα κοινά δογματικά στοιχεία της πατερικής περιόδου και οι ετεροδοξίες που αφορούν τις χριστολογικές διατυπώσεις.

Συνεχίζεται

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ