Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΕΙΝΗΣ

Του Χρήστου Ντάλα

Ο εμφύλιος από τις πιο δραματικές περιόδους της νεώτερης ιστορίας μας, δίχασε το λαό και κατέστρεψε τη χώρα με βαριά τραύματα στη συλλογική μας μνήμη και ταυτότητα. Η τραγωδία της χώρας με τον πιο σπαρακτικό τρόπο αποτυπώνεται σε μια σκηνή από την ταινία του Π. Βούλγαρη “Ψυχή Βαθειά” με την φράση του παππού (Θ. Βέγγος) όταν πήγε να παραλάβει το σκοτωμένο εγγόνι του “Δεν το χωράει ο νους μου, Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες;”
Από τις δραματικές ιστορίες που μας κληρονόμησε ο εμφύλιος η περιπέτεια της Φωτεινής Κοντού που έφηβη έζησε την βαρβαρότητα και τη φρίκη του εμφύλιου σπαραγμού και έφυγε πριν λίγες μέρες.

ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ
Παρακάτω μεταφέρω κάποια κομμάτια από την ιστορία της Φωτεινής στο Αντάρτικο. Όπως τα άκουσα και όπως τα έγραψε η ίδια με την αμεσότητα και δραματικότητα της αφήγησής της.
Η περιπέτεια άρχισε με την βίαιη στρατολόγησή της τον Αύγουστο 1948.

Η στρατολόγηση των γυναικών. Ένα από τα ζητήματα “ταμπού” του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), όπως λέγονταν το αντάρτικο – αντίθετα με τον Εθνικό Στρατό (ΕΣ), ήταν και το θέμα της στρατολόγησης. Παρά την προσπάθεια που καλλιεργήθηκε ότι οι μαχητές του ήταν εθελοντές, επρόκειτο για ένα στρατό που οι στρατολογημένοι ήταν σαφώς περισσότεροι απ’ όσους κατατάχθηκαν εθελοντικά.
Αναμφίβολα το θέμα της στρατολογίας απονομιμοποιήθηκε πλήρως με τη βίαιη κατάταξη γυναικών και νεαρών κοριτσιών ειδικά στις πλέον παραδοσιακές και συντηρητικές περιοχές της χώρας. Η στρατολόγηση των κοριτσιών καταδικάστηκε στη συλλογική συνείδηση της ελληνικής υπαίθρου ως πράξη που ξεπερνούσε τα αποδεκτά όρια της ηθικής αντοχής.
Η στρατολογία του ΔΣΕ σχετίζονταν κυρίως με τις ξαφνικές βραδινές εισβολές των ανταρτών σε χωριά και κωμοπόλεις ή με τις ενέδρες που έστηναν σε τόπους παζαριών των χωρικών. “Πήραν τα κορίτσια μας την ώρα που’ κάναν βόλτα” έλεγε κάποιος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι στρατολογημένοι αντάρτες και αντάρτισσες του ΔΣΕ έμοιαζαν περισσότερο με στρατό αιχμαλώτων παρά με τακτικό στρατό.

Η στρατολόγηση Τραπεζακίου – Φτέρης. Μια από αυτές τις στρατολογίες – γιουρούσια συνέβη και στο Τραπεζάκι στις 28-08-1948. Μια ομάδα ανταρτών λίγο πριν το ξημέρωμα έκανε έφοδο και μάζεψε 18 άνδρες και κορίτσια. Για ένα μικρό συνοικισμό 15-20 σπίτια πρόκειται σχεδόν για το σύνολο των νέων ανθρώπων. Τρεις από αυτούς δεν γύρισαν ποτέ και άλλοι τόσοι με βαριά τραύματα.
Αλλά ας αφήσουμε τη Φωτεινή να τα διηγηθεί.
Μέναμε στο μαχαλά Τραπεζάκι του Διστράτου. Το βράδυ ξεφλουδίζαμε τα καλαμπόκια και πέσαμε αργά για ύπνο. Μια ώρα πριν να φέξει, ακούσαμε πατήματα και φωνές, σηκωθείτε. Δεν ξέραμε τι συνέβη. Τα χάσαμε. Ο αδελφός μου Βασίλης και δυο ξαδέλφια μου κοιμόντουσαν έξω στα ροκόφυλλα, εγώ με την αδελφή μου την Παρθενία και δυο ξαδέλφια μου, ο Φώτης και ο Μήτσος είχαμε κοιμηθεί μέσα, είμαστε πιο μεγαλύτερα εμείς.
Ακούμε να λένε: «Εμπρός, σηκωθείτε, εμπρός!» Φόβος και τρόμος, αντάρτες είναι. Σηκωθήκαμε και μας βάζουν μπροστά με τα όπλα αυτοί προχωρώντας την ανηφόρα βρήκαμε και γειτόνους. Ήταν ο Νίκος Κοντός, ο Βαγγέλης Ντάλας, οι τρεις κόρες του Ηλία Αποστόλη, Λαμπρινή, Δημητρούλα και Γιαννούλα 13 ετών. Σαν παίρνομε την ανηφόρα, βρήκαμε πιο ψηλά και άλλους από τον άλλο μαχαλά δύο ξαδέλφια μου, παιδιά του Γιάννη Βόβλα, τη Μαρία και Κώστα, την Ευθαλία Παπανικολάου, το Φώτη Σιαφαρίκα, τον Κώστα Νάτσικα, την Ευτυχία, ξαδέρφια μας, τη Δημητρούλα Τρομπούκη μαζί με τον αδελφό της Βαγγέλη 13 χρονών, τον Όθωνα Δήμο τον Θανάση Ντάλα, ο οποίος ήταν από άλλο συνοικισμό, άλλα είχε έρθει στη κουνιάδα του επίσκεψη και βρέθηκε αντάρτης!
Μαζί μας δεν ήταν πολλοί αντάρτες γιατί πήγαιναν μέσα στο λόγγο να μην τους γνωρίσουμε επειδή ήταν δικοί μας και ξέρανε και τα κατατόπια! Άραγε ποιοι να ήτανε;
Πάμε στη Φτέρη και εκεί τα ίδια γίνανε…Ο Νίκος Αράπης και δύο αδέλφια, η Σπυριδούλα και ο αδελφός της ο Διονύσης, του Γιάννη Θοδωρή παιδιά, γίναμε ένα, περάσαμε το στεφάνι του Ζάχαρή και τότε μας βάζουν στο τουφεκίδι οι απέναντι, οι Ζερβικοί κάτω από το ποτάμι. Φθάνουμε στη πλατιά ρουπακιά στη Ράμια, εκεί είχε πολλά δένδρα και βρήκαμε κάποιους από το Καταρράκτη να κοιμούνται γιατί έφευγαν να γλυτώσουν από τους αντάρτες. Εμπρός σηκωθείτε τους φωνάζαν, και αφού σηκώθηκαν, πήραμε δυο κορίτσια και δυο αγόρια και μας πήγανε στη Άγναντα έξω από το χωριό στο σπίτι κάποιας οικογένειας Αηδόνη. Μετά από κει μας πάνε στο σχολείο της Άγναντας, μας κλείσανε μέσα με τα θρανία και μας φυλάγανε. Η Δημητρούλα Αποστόλη έπαθε κρίση, πέταγε αφρούς από το στόμα και χτυπιότανε! Βάζουμε τις φωνές και τα κλάματα, έτσι θα πάθουμε όλοι! Έρχεται μια κοπέλα με άρωμα και κολόνιες τις έκανε εντριβές και μετά την άρχισε στα χαστούκια, εμείς κλαίγαμε!

Ο Τραυματισμός. Η Φωτεινή από την στρατολόγηση μέχρι τον τραυματισμό της (Αύγουστος 1948 – Μάης 1949) ακολούθησε τις επιχειρήσεις του ΔΣΕ στην περιοχή Θεσσαλίας – Στ. Ελλάδας – Ηπείρου.
Μετά την άνοιξη του ’49 η δράση του ΔΣΕ στην Κεντρική και Νότια Ελλάδα μειώθηκε σημαντικά. Τα αποδεικατισμένα τμήματα κυνηγημένα δίνανε τις τελευταίες μάχες.
Η Φωτεινή τραυματίστηκε στις προηγούμενες επιχειρήσεις σε μία από τις μάχες και αψιμαχίες που έλαβε μέρος κοντά στην Αρτοτίνα Φωκίδας.
Για 23 ημέρες υπέφερε τραυματισμένη μέσα στο χιονισμένο δάσος. Χωρίς συντροφιά, ούτε από τα άγρια ζώα της φύσης, έχοντας για παρέα μόνο τα σκουλήκια που την τρώγανε και τα έτρωγε.
Η ίδια το διηγείται ως εξής:
Είχαμε δύο οπλοπολυβόλα, ο επιτελάρχης κάθισε στη ράχη και εμείς δεξιά και αριστερά, ο στρατός ήταν μαζεμένος χαμηλά τους ρίχνουμε εμείς και αραιώνουμε, αυτοί όμως έρχονται επάνω μας.
Εγώ, ήμουνα γεμιστής στο οπλοπολυβόλο και τραυματίσθηκα στο χέρι και στη μέση.
Τραυματίσθηκα στις 2 Μαΐου το 1949, το θυμάμαι, γιατί την προηγούμενη μας είπε ο επιτελάρχης αύριο θα πιάσουμε το Μάη! Φύγανε όλοι και εγώ έμεινα μόνη μου, αφού μου είπανε ότι θα έρθουνε να με πάρουν. Ήρθανε μετά από εννιά μέρες! Μια νύχτα τέσσερες αντάρτες με ένα μουλάρι, τους ζήτησα ψωμί μου δώσανε γαλέτα που δεν μπορούσα να τη φάω, έφαγα λίγο, με βάζουνε στο μουλάρι με έδεσαν και ξεκινήσαμε για το δρόμο μας! Μες το γλυκοχάραμα πέσαμε σε φυλάκιο με στρατιώτες χωρίς να το γνωρίζουν οι δικοί μας! Η παρέα μας χάθηκε, εγώ δεν κατάλαβα πώς ξεδέθηκα από το μουλάρι και περπάτησα και κρύφτηκα.
Απέναντι είδα ένα σπιτοκάλυβο, πως να πάω εκεί για να μην κρυώνω? Αν πήγαινα ίσια ήταν στεφάνι και ανηφόρα, αν πήγαινα από γύρω ήταν μακριά προτίμησα το δεύτερο. Εκεί ήταν ένας ξεροπόταμος, έφθασα περίπου το βράδυ σιγά σιγά, έσκυψα να πιώ νερό με το χέρι, έπεσα μέσα και δεν μπορούσα να σηκωθώ.
Έπλυνα τα χέρια και τα σκουλήκια που ήταν στα τραύματα μου, αλλά αυτά μπαίνανε πιο βαθιά. Το πρωί σηκώθηκα και πήρα το δρόμο για το καλύβι, μέχρι το απόγευμα είχα φθάσει. Εκεί ήταν μια κερασιά ανθισμένη και σκέφθηκα αν γίνουν τα κεράσια δεν θα πεθάνω, μυαλό που το είχα!
Στις 22 Μαΐου άκουσα πατήματα πολλά και πήρα την απόφαση να φωνάξω να με τελειώσουν γιατί βαρέθηκα πιά! Δεν είχα τη δύναμη να φωνάξω και έλεγα σκοτώστε με, σκοτώστε με! Μπαίνει ένας φαντάρος μέσα και τράβηξε τη σκανδάλη τρεις φορές αλλά το όπλο του δεν έπιασε και με χτύπησε με το κοντάκι στο μέτωπο και βγήκε έξω.
Με πήρανε διπλωμένη και με βγάλανε έξω.
Μου δέσανε το χέρι από το λαιμό και με βάλαν σε ένα ζώο αφού με δέσανε και με κρατούσανε να μην πέσω. Ο δρόμος ήτανε ανώμαλος, πήδαγε το μουλάρι στα χαντάκια πόναγα, τι να έκανα.
Φθάσαμε στην Ταξιαρχία στη Γραμμένη οξύα το σούρουπο. Σε άλλο μουλάρι για τη Λαμία, με πήγανε στη διοίκηση της αστυνομίας και μετά στο γενικό νοσοκομείο της Λαμίας.

Νοσοκομείο – Μεταγωγή – Στρατοδικείο. Στο νοσοκομείο την βρήκε και της συμπαραστάθηκε ο Νίκος Θοδώρας από το Κεντρικό που δούλευε οικοδόμος στη Λαμία εκείνο τον καιρό και ειδοποιήθηκε από τον πατέρα της. Με το τρένο συνοδεία χωροφυλάκων και το σπασμένο χέρι με επιδέσμους στο μεταγωγών Αθηνών “Όλοι μαζί στο μεταγωγών Αθηνών, εκεί μας κλείσανε σε ένα μπουντρούμι και μας δώσανε ένα κύπελο και μία στάμνα με νερό. Ο χώρος μικρός, ήμασταν 25 γυναίκες, και μαζί και μια τρελή που έσπαγε τη στάμνα και πέταγε ότι εύρισκε! Εγώ βρώμαγα και έτρεχαν αίματα, τους το είπα και με πήραν και μου άλλαξαν της πληγές.”
Εκεί ήταν και άλλοι κρατούμενοι, άλλους τους πήγαιναν για εξορία και άλλους για φυλακές.
“Εκεί που καθόμουν στα σκαλάκια, βλέπω τον Παπανικολάου Βασίλη αλλά πως να του μιλήσω; Γύρω γύρω από ψηλά ήταν η φρουρά και μας φύλαγε.
Εγώ γύρισα στο τοίχο και φώναξα το όνομα του τρείς φορές, κάποιος άλλος άκουσε του το είπε, σε φωνάζει μια κοπέλα, με πλησίασε κόβοντας βόλτες για να μην τον δούνε και μου λέει τι έκανες το χέρι σου, είναι σπασμένο γιατί το είχα κρεμασμένο από το λαιμό και στο γύψο.”
Στον Πειραιά απ’ όπου πήρε το καράβι για Πρέβεζα θείοι της οι Αραπαίοι της έφεραν φαγητό.
Στα Γιάννενα σε ένα κελί με άλλες 300 κοπέλες. Εμφανίστηκε και ένας χωριανός μας (Τάκης Τσιμτσέκης) βίος και πολιτεία που δήθεν θα μεσολαβούσε να βγει, υπολόγιζε σε λίρες από τον πατέρα της. Τον Δεκέμβρη έγινε τελικά το στρατοδικείο. Ήρθαν μάρτυρες δύο χωριανοί και ο Μήτσος Χουλιάρας από την Άρτα που γνώριζε κάποιον στρατοδίκη.
Εκεί η Φωτεινή αθωώθηκε ως “βιαίως στρατολογηθείσα” και γύρισε στο χωριό.
Μετά τα Χριστούγεννα στην Άρτα για χειρουργείο στο χέρι. Η επέμβαση δεν είχε επιτυχία. Νέα επέμβαση στην Αθήνα, ξανά σπάσιμο του χεριού, μεγάλο παίδεμα.
Η συνέχεια στην Αθήνα. Έτσι πήγαινα και ερχόμουνα κάθε 6 μήνες στη Αθήνα. Τελικά το 52 τον Αύγουστο μου λέει ο γιατρός τώρα τελειώσαμε, αν δεις καμιά ενόχληση να μην φοβηθείς. Εγώ το καθάρισα, αν έμεινε κανένα κοκαλάκι μέσα θα το πετάξει ο οργανισμός μόνος του.
Τέλος το χέρι μου είναι ανάπηρο, αλλά κουτσά στραβά κάνω τις δουλειές μου, πότε πονάει πότε ξεπονάει.
Έτσι θυμόμαστε τη Φωτεινή με ένα χέρι στραβοκολλημένο να πονάει και ένα βαθούλωμα στο μέτωπο από τον υποκόπανο του όπλου.

ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ. Μια αναπάντεχη συνάντηση.
Η ιστορία της Φωτεινής στο αντάρτικο είχε και μια ανεπάντεχη συνέχεια. Ο στρατιώτης που στις 22-05-1949 βρήκε την κοπέλα στην καλύβα μισοπεθαμένη και προσπάθησε να τη σκοτώσει, το’ χε βάρος και δεν την ξέχασε.
Θυμόταν το όνομά της και όταν τυχαία συναντούσε κάποιον από την Άρτα τον ρωτούσε αν την γνωρίζει. Μετά κάποιες δεκαετίες βρέθηκε σ’ ένα νοσοκομείο στο ίδιο δωμάτιο με μια χωριανή μας. Έγινε η ερώτηση και επιτέλους η απάντηση ήταν θετική.
Μετά σαράντα χρόνια, Απρίλιος 1989, η Φωτεινή Κοντού, παντρεμένη πια με τον Νίκο Παπανικολάου, στους Αγίους Αναργύρους Άρτας έλαβε ένα ανεπάντεχο γράμμα.
Κερατσίνι 25-04-1989, Φωτεινή, Καλημέρα, Έμαθα από μία χωριανή σας ότι είστε καλά και χαίρομαι. Λοιπόν, μάθε ποιος είμαι. Ονομάζομαι Μουζάκης Γεώργιος, είμαι αυτός που σας βρήκε στην καλύβα εγκαταλειμμένη από τους συντρόφους σας και τραυματισμένη. Σας πυροβόλησα, αλλά το όπλο μου έπαθε αφλογιστία και δεν σας σκότωσα, μόνο σας έκανα ένα τραύμα στο μέτωπο. Τότε άκουσα τη φωνή σας και σας πήρα, σας έβγαλα από την καλύβα και είδα ότι είστε τραυματισμένη στο χέρι και το αριστερό μέρος και είχατε σκουλήκια. Άνοιξα το παγούρι και σας έδωσα νερό και κατόπι σας έβαλα στο μουλάρι και σας παρέδωσα στο λόχο. Σας θυμίζω το παρελθόν γιατί άλλος από εμένα δεν γνωρίζει και χαίρομαι ότι γλύτωσες από όλη αυτή την ιστορία…………………………………………………………….
Σας ευχαριστώ, Σας χαιρετώ, Ένας ειλικρινής φίλος σας
Σε λίγες ημέρες η Φωτεινή είχε κάποια δουλειά και ήρθε στην Αθήνα. Τηλεφώνησε στον Γ. Μουζάκη και κλείστηκε συνάντηση. Τόπος συνάντησης η Ομόνοια, έξω από το φαρμακείο του Μπακάκου. Σημάδι για την αναγνώριση ένα λουλούδι που θα κρατούσε στο χέρι.
Μετά σαράντα χρόνια, με άσπρα μαλλιά πια, βρέθηκαν ξανά με λουλούδι στο χέρι αντί για όπλο και με δάκρυα στα μάτια έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Εκείνο τον καιρό παίχτηκε και μια ταινία του Π. Βούλγαρη “ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ” με μια πραγματική ιστορία που αναφέρονταν στα δραματικά γεγονότα του Εμφυλίου. Τελικά η Ελλάδα είναι γεμάτη με τέτοιες ιστορίες. Τα δικά μας ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ θα μπορούσαν να είναι η ιστορία της Φωτεινής στο αντάρτικο.

ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ. Ένα βιβλίο με τα ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΕΙΝΗΣ.
Πριν 10 χρόνια έλαβα ένα μικρό βιβλίο ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ 1948 – 1949 με συγγραφέα την Φωτεινή Κοντού. Περιεχόμενο του βιβλίου η δραματική περιπέτειά της στον εμφύλιο από την βίαιη στρατολόγησή της τον Αύγουστο 1948.
Τα γράμματα της Φωτεινής περιορίζονται στο απολυτήριο του Δημοτικού Σχολείου Τραπεζακίου. Στην ένατη δεκαετία της ζωής της πήρε χαρτί και μολύβι, από μόνη της χωρίς κανένα ενδιάμεσο, για να καταθέσει την μαρτυρία της που κουβαλούσε 70 χρόνια. Μαρτυρία όπως ακριβώς την έζησε με πόνο και με δάκρυα –“δάκρυσι γέγραπται ού μέλανι” όπως έλεγε και ένας παλιός χρονικογράφος. Με γραφή απλή και απέριττη, που κάπου θυμίζει Μακρυγιάννη, το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι.

Την 02/10/2026 η Φωτεινή πλήρης ημερών έφυγε από κοντά μας. Το Σάββατο 03/10/2026 μια ηλιόλουστη ημέρα γράφτηκε ο επίλογος στο νεκροταφείο της Αγίας Φανερωμένης Τραπεζακίου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ