Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σιωπηρή αλλά δραματική κρίση, καθώς τα περιστατικά εφηβικής κατάθλιψης, αυτοτραυματισμών και αυτοκτονικών τάσεων παρουσιάζουν ανησυχητική αυξητική τάση. Τραγικά συμβάντα, όπως η πρόσφατη απώλεια ενός 14χρονου αγοριού στη Λάρισα που εντοπίστηκε νεκρό στο σπίτι του ή ο θάνατος μιας 16χρονης μαθήτριας μέσα στο σχολείο του στην Κοζάνη, δεν αποτελούν μεμονωμένα ή τυχαία περιστατικά. Αντίθετα, λειτουργούν ως καμπανάκι κινδύνου που αποκαλύπτει τις βαθύτερες πιέσεις που υφίσταται η νέα γενιά.
Τα στατιστικά δεδομένα είναι αμείλικτα: στην ηλικιακή ομάδα 15 έως 19 ετών καταγράφεται έξαρση των θανάτων από αυτοκτονία, ενώ ένα ποσοστό της τάξεως του 12% έως 16% των εφήβων καταφεύγει σε συμπεριφορές αυτοτραυματισμού ως μέσο διαχείρισης του αβάσταχτου ψυχικού πόνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις αρχές του 2026 έχουν ήδη χάσει τη ζωή τους 10 παιδιά αυτής της ηλικίας. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ελληνική κοινωνία οφείλει να θέσει άμεσα συγκεκριμένες προτεραιότητες για την προστασία και την υποστήριξη των νέων.
Πρώτη προτεραιότητα αποτελεί η ουσιαστική ενημέρωση και ευαισθητοποίηση γονέων, εκπαιδευτικών και κοινωνίας γύρω από τις εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις της εφηβείας.
Όπως επισημάνει στην ιστοσελίδα των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης η Ψυχολόγος – Κλινική ψυχοθεραπεύτρια, Ελένη Χουρδάκη, η κλινική κατάθλιψη στους εφήβους δεν εκδηλώνεται πάντα με την παραδοσιακή εικόνα της απόσυρσης, αλλά συχνά συγκαλύπτεται από διάχυτη θλίψη, έντονη ευερεθιστότητα, θυμό, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες και αδυναμία να φανταστούν ή να ονειρευτούν το μέλλον τους.
Επιπλέον, η κατάθλιψη επηρεάζει θεμελιώδεις λειτουργίες όπως την όρεξη για φαγητό, τον ύπνο, τα επίπεδα ενέργειας, τη συγκέντρωση και την αυτοπεποίθηση.
Παράλληλα, πρέπει να κατανοηθεί η αναπτυξιακή ιδιαιτερότητα της εφηβείας. Σε αντίθεση με ένα μικρότερο παιδί, επισημαίνει η κα Χουρδάκη, ο έφηβος δεν είναι πια το μικρό παιδί που θα βάλει τα κλάματα στο χαλί.
Έχει πλέον ένα σώμα δυνατό, ικανό να «εκδραματίσει» την απόγνωσή του. Η εσωτερική του καταιγίδα δεν μένει στα λόγια· γίνεται φυγή από το σπίτι, γίνεται επικίνδυνος παρορμητισμός, γίνεται μπλέξιμο με καταχρήσεις ή αυτοτραυματισμός. Επειδή η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από έντονη τάση αυτονόμησης, η επικοινωνία με τους εφήβους απαιτεί ειδικούς, προσεκτικούς χειρισμούς και όχι επιβολή ή απαξίωση των συναισθημάτων τους.
Η δεύτερη και πλέον κατεπείγουσα προτεραιότητα αφορά τη συστηματική και μόνιμη στελέχωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εξειδικευμένο προσωπικό ψυχικής υγείας. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης με αφορμή πρόσφατες τραγωδίες, η Πολιτεία οφείλει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια, καθώς τα παιδιά σήμερα εμφανίζονται πιο ευάλωτα.
Η παρουσία ψυχολόγων στα σχολεία δεν πρέπει να έχει περιστασιακό ή ευκαιριακό χαρακτήρα (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ψυχολόγοι σε Γυμνάσια και Λύκεια της πόλης μας που καθεμία τους απασχολείται από 5 ώρες κάθε μέρα και σε διαφορετικό σχολείο), αλλά να αποτελεί μόνιμο θεσμό. Η ύπαρξη σχολικού ψυχολόγου επιτρέπει την πρώιμη ανίχνευση ανησυχητικών δειγμάτων, την παροχή συμβουλευτικής σε τακτική βάση και τη δημιουργία ενός ασφαλούς καταφυγίου εντός του σχολικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, ενισχύεται η δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης σε περιπτώσεις μαθητών με ιστορικό επιβαρυμένης ψυχικής υγείας ή προηγούμενων αποπειρών.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί τη συγκρότηση ενός ολιστικού πλέγματος προστασίας, όπου η οικογένεια, το σχολείο και η ομάδα των συμμαθητών λειτουργούν συντονισμένα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ουσιαστική και ειλικρινής συνεργασία των γονέων με τις διευθύνσεις των σχολείων, ώστε να ανταλλάσσονται πληροφορίες για τυχόν αλλαγές στη συμπεριφορά ή τη διάθεση του παιδιού.
Ίσως θα έπρεπε να προβλέπεται θεσμικά η συγκρότηση ατομικού φακέλου ψυχολογικής παρατήρησης για κάθε μαθητή/τρια, ώστε να είναι ενήμερο και το σχολείο, το οποίο, καλό θα ήταν να ενημερώνεται και από την οικογένεια για το οικογενειακό περιβάλλον και τυχόν ιστορικό.
Επιπλέον, κομβικό ρόλο παίζει η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης ανάμεσα στους ίδιους τους μαθητές. Οι έφηβοι συχνά εμπιστεύονται τους συμμαθητές τους πολύ πριν μιλήσουν σε κάποιον ενήλικα.
Η εκπαίδευση των νέων ώστε να επιδεικνύουν προσοχή και αλληλεγγύη απέναντι στους συμμαθητές τους που δοκιμάζονται, αναγνωρίζοντας τα σημάδια της απόσυρσης ή της απελπισίας, μπορεί να λειτουργήσει ως σανίδα σωτηρίας.
Υπό το πρίσμα αυτό, η ελληνική κοινωνία οφείλει να αναλογιστεί το μερίδιο ευθύνης που φέρει για τη δομή του καθημερινού βίου των νέων. Η σύγχρονη πραγματικότητα τείνει να γίνει αφιλόξενη για την εφηβεία, καθώς φορτώνει τους μαθητές με υπερβολικό άγχος. Η ανάγκη για προσφυγή στη σκιώδη εκπαίδευση (φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα) ξεκινά από πολύ μικρή ηλικία, επιβαρύνοντας οικονομικά και ψυχολογικά ολόκληρη την οικογένεια. Οι έφηβοι εγκλωβίζονται σε ένα εξαντλητικό ωράριο – πρωινό σχολείο, απογευματινά φροντιστήρια και βραδινό διάβασμα.
Αυτός ο καθημερινός μαραθώνιος οδηγεί σε δραματική έλλειψη ελεύθερου χρόνου, στέρηση του ποιοτικού ύπνου και απουσία υγιούς κοινωνικής ζωής. Χωρίς αυτούς τους απαραίτητους μηχανισμούς «αποσυμπίεσης», οι νέοι αποδιοργανώνονται ψυχικά και γίνονται εξαιρετικά ευάλωτοι στην κατάθλιψη, τις κρίσεις πανικού και την απελπισία. Η αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού μοντέλου, η αποφόρτιση των μαθητών και η εξασφάλιση ελεύθερου χρόνου για δημιουργία, παιχνίδι και κοινωνικοποίηση αποτελούν βασική κοινωνική προτεραιότητα.
Φτάνει πια με τις συμπονετικές δηλώσεις κατόπιν εορτής. Η εφηβεία των παιδιών μας δεν είναι πεδίο δοκιμών για τις δικές μας επιθυμίες, ούτε η ψυχή τους παράπλευρη απώλεια ενός άτεγκτου ανταγωνιστικού συστήματος.
Αν δεν γκρεμίσουμε τώρα τον παραλογισμό του καθημερινού τους άγχους, αν δεν βάλουμε αληθινούς ειδικούς δίπλα τους στα θρανία κι αν δεν μάθουμε να ακούμε τους ψιθύρους τους πριν γίνουν κραυγές απόγνωσης, θα είμαστε όλοι συνένοχοι στο επόμενο «γιατί». Δεν χρειάζονται άλλα ευχολόγια. Απαιτείται πράξη, τώρα – πριν σβήσει το επόμενο χαμόγελο στη σιωπή.






