Αμφιβολίες το μυαλό μου βασανίζουνε πολλές, αμφιβολίες τρελές.
Συμβαίνει συχνά, η ρουτίνα της καθημερινότητάς μας να πέφτει πάνω μας σαν εκείνη την παχιά, αδιαπέραστη, πρωινή ομίχλη, θολώνοντας το βλέμμα και την ψυχή μας και δεν βλέπουμε καθαρά. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, υπομονή και επιμονή για να διακρίνεις που πηγαίνεις. Αλλά όσο προικισμένος κι αν είσαι για να τα καταφέρεις, τελικά δεν βλέπεις παρά μόνο λίγα μέτρα πιο μπροστά. Δεν βλέπεις στο βάθος του δρόμου. Δεν βλέπεις αν είναι κάποιος σταματημένος στη μέση του δρόμου, αν κάποιος από το αντίθετο ρεύμα παραστρατημένος έρχεται κατά πάνω σου, αν… αν… Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν δύο εναλλακτικές. Ή σταματάς στην άκρη και περιμένεις να διαλυθεί το πούσι, -αν και πότε θα συμβεί αυτό, κανείς δεν το γνωρίζει- ή ακολουθείς κάποιο μεγαλύτερο όχημα, που βλέπει καλύτερα τον δρόμο και το ακολουθείς σε απόσταση ασφαλείας.
Έτσι είναι λοιπόν φτιαγμένες οι μέρες μας, που η καθημερινότητα σκεπάζει σαν ομίχλη τα πάντα και αφήνει να φανούν μόνο όσοι έρχονται κατά πάνω μας για να μας βλάψουν. Σε τούτους τους καιρούς είναι ακόμη πιο δύσκολο να βρεις να αναφερθείς σε κάτι καλό, κάτι καθαρό, να δώσεις μια υπόσχεση ελπίδας πως η ομίχλη μπορεί να καθαρίσει, έστω και καθυστερημένα. Παντού τριγύρω κυριαρχούν οι άσχημες ειδήσεις, πόλεμοι, εγκλήματα, δυστυχήματα, σκάνδαλα, διαφθορά. Οι νέοι «ήρωες» φτιαγμένοι από θυμό, απάτη, ισχύ και εκδίκηση.
Ακόμα κι αν ρωτούσε κανείς την ψυχρή λογική της τεχνητής νοημοσύνης, θα έπαιρνε την απάντηση: «Οι καλές πράξεις σπάνια γίνονται είδηση. Οι ειδήσεις προβάλλουν σύγκρουση, σκάνδαλο, φόβο και ένταση. Η καθημερινή καλοσύνη δεν κάνει κλικ. Η καλοσύνη δεν βγάζει Δελτίο Τύπου».
Για να αραιώσει λίγο την ομίχλη μπροστά μου, βοήθησε το άρθρο του φίλου και εκδοτικού συγκάτοικου Βασίλη Τάτση με τίτλο «Ο καλός ο καπετάνιος», στο προηγούμενο φύλλο, αν θυμάμαι καλά. Μέσα στη γενική καταχνιά, ο Βασίλης φώτισε μία καλή είδηση, που γράφηκε μεν στον τύπο, αλλά προφανώς, όπως πάντα, δεν προβλήθηκε. Και μου δημιούργησε ένα μεγάλο ερώτημα. Αν η καλή είδηση είναι μία και οι κακές ειδήσεις τόσες πολλές, τότε τι κρατά την κοινωνία μας λειτουργική και δεν έχουμε διαλυθεί τελείως, εκδικούμενοι καθημερινά, όσους μας κάνουν κακό; Γιατί δεν αυτοδικούμε απέναντι στα αφεντικά που μας κλέβουν τις υπερωρίες; Γιατί δεν δέρνουμε στους δρόμους τους διεφθαρμένους πολιτικούς;
Η απάντηση νομίζω δεν έρχεται από κάποια κέντρα ελέγχου ή αποφάσεων. Έρχεται από την ταπεινή μας καθημερινότητα. Από τις χιλιάδες μικρές αόρατες πράξεις καλοσύνης. Μπορεί να μην προβάλλονται, αλλά γινόμαστε όλοι μας αποδέκτες, ακόμα κι αν η καλή πράξη δεν απευθύνεται άμεσα σε εμάς.
Όταν κάποιος κερνάει ένα καφέ ένα φίλο επειδή βρέθηκαν τυχαία σε ένα καφέ, κάτι καλό συμβαίνει και μέσα μας. Κάθε συνάνθρωπος που ταΐζει τα αδέσποτα, ταΐζει και τη δική μας πεινασμένη ψυχή. Κάθε συμπολίτης μας που βοηθά έναν υπερήλικα στα ψώνια του ή να κατέβει από ένα λεωφορείο, βοηθά και τη δική μας καρδιά.
Και χιλιάδες άλλοι που βοηθούν κάποιον άστεγο, που γίνονται αιμοδότες, που κάνουν δωρεάν φροντιστήριο, που κρατούν συντροφιά σε κάποιον ασθενή, που τηλεφωνούν σε κάποιον που είναι μόνος του, που σταματούν να βοηθήσουν κάποιον που έπαθε βλάβη το αυτοκίνητό του, που έστω κρατούν την πόρτα ανοιχτή για να περάσεις.
Απ’ όλα αυτά κρατούνται ακόμα οι κοινωνίες όρθιες. Δεν κρατιούνται από τέλειους ανθρώπους, από ισχυρούς ηγέτες, από κέντρα εξουσίας. Κρατιούνται από απλούς ανθρώπους, όπως εσύ. Από τις δικές σου απλές πράξεις. Η δύναμή μας είναι μεγάλη κι ας την αγνοούν επιδεικτικά οι ειδήσεις. Και επειδή δεν μαθαίνεις τα καλά που γίνονται γύρω σου, μην έχεις Αμφιβολίες πολλές, Αμφιβολίες τρελές, να έχεις πάντα κατά νου ότι το καλό μπορεί να μην κάνει θόρυβο, αλλά προσπαθεί να κάνει ρίζες. Δική μας δουλειά είναι να ποτίζουμε.
Αθώος, λόγω Αμφιβολιών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ