Η τραγωδία που εκτυλίσσεται εδώ και αρκετό διάστημα στη Γάζα έχει κινητοποιήσει μια πλειάδα ανθρώπων σε όλον τον πλανήτη (και στη χώρα μας, ακόμα και στην πόλη μας), με στόχο τη βοήθεια στον χειμαζόμενο παλαιστινιακό λαό και ειδικότερα στα παιδιά που πλήττονται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στην περιοχή αυτή.
Θεωρώ περιττό να υπενθυμίσω ότι πρόκειται για μια πολύπαθη περιοχή όπου οι συγκρούσεις μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων ανάγονται ήδη από τα μέσα του 20ου αιώνα, όταν, μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, το Ισραήλ πέτυχε την εγκαθίδρυση ανεξάρτητου Ισραηλινού κράτους στην περιοχή. Από τότε οι συγκρούσεις μαίνονταν με ιδιαίτερη σφοδρότητα, μέχρι που το λουτρό αίματος εκατέρωθεν, σε συνδυασμό με την ισορροπία που επιθυμούσαν να έχουν οι μεγάλες δυνάμεις στην περιοχή, οδήγησε σε συνομιλίες και σε μια πρώτη συμφωνία για το στάτους της περιοχής με αυτονομία των παλαιστινίων. Φαίνεται όμως ότι τα βάσανα στην πολύπαθη αυτή περιοχή δεν έχουν τέλος, καθώς οι θερμοκέφαλοι φανατικοί (τόσο από τη μία, όσο και από την άλλη πλευρά) αποφάσισαν να τραβήξουν το πράγμα στα άκρα. Το κακό είναι ότι, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν την πληρώνουν εκείνοι που φταίνε και τραβούν το σκοινί ώσπου να σπάσει, αλλά οι αθώοι και ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά.
Το πρόβλημα δεν είναι καινούριο, θυμάμαι, μάλιστα ότι έχω γράψει σχετικά για το ίδιο θέμα (αποκλεισμός της Γάζας από τους Ισραηλινούς και πολεμικές συγκρούσεις) πριν από 10 – 11 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η παγκόσμια κοινότητα, παρόλο που κόπτεται φαινομενικά για την ειρήνη και τα δικαιώματα των λαών, στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτε για να τα εξασφαλίσει, υποκύπτοντας ή ενισχύοντας με τη στάση της το δίκαιο του ισχυρού και οδηγώντας τα πράγματα στα άκρα και προς ένα νέο πόλεμο. Το παράδοξο είναι ότι οι ΗΠΑ, που πλειοδοτούν σε ενέργειες υποστήριξης ενός γενικευμένου πολέμου, πηγαίνουν κόντρα στις ίδιες τους τις διακηρύξεις έναν αιώνα πριν.
Ήταν το σωτήριο έτος 1918 όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντροου Ουίλσον εκφώνησε στο ραδιόφωνο το βαρυσήμαντο διάγγελμά του που έμεινε γνωστό ως «Τα δεκατέσσερα σημεία του Ουίλσον». Το διάγγελμα αυτό βασιζόμενο σε αρχές δικαίου εισήγαγε νέες αρχές σε διεθνές επίπεδο για την μεταπολεμική ειρήνη. Μεταξύ των ση-μείων του διαγγέλματος ξεχωρίζουμε τα εξής: Ανάπτυξη ειρηνικών συμφωνιών και κατάργηση της μυστικής διπλωματίας, Επαρκείς εγγυήσεις για μείωση εθνικών εξοπλισμών για κάλυψη μόνο της εγχώριας ασφάλειας, Ελεύθερη και αμερόληπτη ρύθμιση όλων των απαιτήσεων της αποικιοκρατίας, με βάση το συμφέρον των γηγενών πληθυσμών». Αυτή η τελευταία αρχή έγινε περισσότερο γνωστή διεθνώς ως «δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών», κάτι που στη σημερινή πραγματικότητα αμφισβητείται όλο και περισσότερο.
Στην πολιτική τους αυτή, οι σημερινοί ηγέτες των ΗΠΑ, αλλά και κάποιων εκ των μουσουλμανικών χωρών που πλειοδοτούν σε πολεμικές ιαχές οδηγούνται από μια αίσθηση οξύτητας της αντιπαράθεσης των δύο κόσμων και των πολιτισμών που εκφράζονται μέσα από τη δυτική αφενός και την ανατολίτικη αφετέρου κουλτούρα. Διότι, ας μη γελιόμαστε, δεν είναι μόνο δύο διαφορετικές θρησκείες που αντιπαρατίθενται εδώ, αλλά δύο διαφορετικοί τρόποι ζωής, δύο διαμετρικά αντίθετοι πολιτισμικοί άξονες που διαμορφώνονται από τις αξίες και τις αξιακές παραδοχές του χριστιανισμού ο ένας και του ισλάμ ο άλλος.
Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, εντάθηκε όταν το βιοτικό επίπεδο όσων ζουν στις δυτικές κοινωνίες γνώρισε αλματώδη άνοδο στα τέλη του 20ου αιώνα και τις αρχές του 21ου, σε αντίθεση με το αντίστοιχο των περισσότερων μουσουλμανικών χωρών της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι υπάρχουν και περιοχές όπως η Σαουδική Αραβία ή τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου το βιοτικό επίπεδο είναι ακόμα και υψηλότερο απ’ ό,τι στη Δύση. Η συνεχής φτωχοποίηση των υπανάπτυκτων χωρών έδωσε πεδίο εξάπλωσης σε φανατικές αντιλήψεις και απόψεις, ενώ, ταυτόχρονα διόγκωσε το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ευρώπη, κάτι που, απ’ ό,τι φαίνεται, οι ευρωπαϊκές χώρες δεν ήταν έτοιμες να αντιμετωπίσουν. Παράλληλα αναπτύχθηκε μια εξτρεμιστική ρητορική που παραποίησε και εκμεταλλεύτηκε την οπτική και τη μελέτη κρίσιμων ιστορικών περιόδων, ιδιαίτερα των σταυροφοριών, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα κλίμα φιλοπολεμικό και αμοιβαία αντιπαρατιθέμενο.
Οι ομάδες και οργανώσεις αυτές, χαρακτηριστικό δείγμα των οποίων αποτελεί η ηγετική ομάδα των ΗΠΑ σήμερα, εμπνέονται από το μεσαίωνα και τις σταυροφορίες, οικειοποιούνται και εργαλειοποιούν την ιστορία, με αποτέλεσμα να επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ακόμα χαρακτηριστικό του Μεσαίωνα, τη δαιμονοποίηση του «άλλου». Έτσι πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν στήριξη της ιδεολογίας του και νομιμοποίηση των πράξεών τους. Συγκροτούνται, λοιπόν, υπό το πρίσμα αυτό, δυο στρατόπεδα: εμείς και οι άλλοι (ή οι πιστοί και οι άπιστοι) με αποτέλεσμα την αντιπαράθεση μεταξύ τους. Δεν είναι ωστόσο απόλυτα ξεκάθαρο αν οι εξτρεμιστές Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι είναι αιώνιοι κι ορκισμένοι εχθροί ή έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλο για να εξακολουθήσουν να δικαιολογούν την ύπαρξή τους.
Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αντικείμενο ιστορικής και κοινωνιολογικής έρευνας αν δεν ήταν μια εξαιρετικά επικίνδυνη πραγματικότητα μετά τον πρόσφατο βομβαρδισμό του Ιράν από τις ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά πλέον την τέως Ισραηλινο-μουσουλμανική αντιπαράθεση σε πεδίο διεθνούς πολεμικής εμπλοκής με απρόβλεπτες συνέπειες. Πολλοί θα πουν ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ επιτίθενται σε χώρα της Μέσης Ανατολής (Ιράκ-Κουβέιτ, πόλεμος του κόλπου, Αφγανιστάν κλπ), ωστόσο είναι η πρώτη φορά που ο κόσμος μοιάζει να ψάχνει αφορμή για να γίνει παρανάλωμα. Ας ελπίσουνε να θυμηθούν οι ηγέτες τα λόγια του Αϊνστάιν: «Δεν γνωρίζω με τι είδους όπλα θα γίνει ο τρίτος παγκόσμιος, αλλά ο τέταρτος παγκόσμιος θα γίνει με πέτρες και ξύλα».



