Τι μας εμποδίζει να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας; Το ερώτημα βρίσκεται στον πυρήνα του ερευνητικού έργου του Όουεν Ίστγουντ, συμβούλου απόδοσης που έχει συνεργαστεί με κορυφαίες αθλητικές ομάδες, οργανισμούς και ηγετικές ομάδες. Η απάντησή του δεν εστιάζει αποκλειστικά στο ταλέντο ή στην ατομική προσπάθεια. Εστιάζει στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε και, κυρίως, στο αν αισθανόμαστε ότι ανήκουμε σε αυτό.
Στο έργο του, ο Ίστγουντ χρησιμοποιεί έννοιες ακόμα και από την παράδοση των Μαορί: Ο άνθρωπος αποτελεί μέρος μιας αλυσίδας που συνδέει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δεν υπάρχουμε απομονωμένοι. Είμαστε προσωρινοί θεματοφύλακες μιας κοινότητας, με ευθύνη απέναντι σε όσους προηγήθηκαν και σε όσους θα ακολουθήσουν. Η έρευνά του δείχνει ότι όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ασφαλείς, αποδεκτοί και συνδεδεμένοι με έναν κοινό σκοπό, μειώνεται το άγχος τους, ενισχύεται η συνεργασία και βελτιώνεται η απόδοσή τους.
Ας σκεφτούμε έναν νέο επιστήμονα από την Άρτα. Επιστρέφει μετά τις σπουδές του με μια ιδέα για την αξιοποίηση της τεχνολογίας στην αγροτική παραγωγή. Αν βρεθεί αντιμέτωπος με αδιαφορία, γραφειοκρατία και κλειστές πόρτες, θα φύγει ξανά. Αν, όμως, το πανεπιστήμιο, η αυτοδιοίκηση και οι παραγωγοί τού δώσουν χώρο να δοκιμάσει την ιδέα του, τότε δεν αποκτά μόνο μια επαγγελματική ευκαιρία. Αισθάνεται ότι ο τόπος του τον χρειάζεται. Μετατρέπεται από παρατηρητής σε δημιουργό και πλησιάζει την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του.
Αυτό το αίσθημα απουσιάζει σήμερα από πολλούς νέους. Δεν απομακρύνονται από την πολιτική επειδή δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον. Απομακρύνονται επειδή θεωρούν ότι η φωνή τους δεν επηρεάζει τις αποφάσεις. Η δημοκρατική συμμετοχή, όμως, είναι ακριβώς η στιγμή κατά την οποία ο πολίτης παύει να είναι θεατής και αναλαμβάνει τη συνδιαμόρφωση της κοινής πορείας.
Η πρόσφατη αναμέτρηση στη Βραζιλία έδωσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα (Λούλα) επανεξελέγη με ποσοστό 51,7%, απέναντι σε ένα πολιτικό μοντέλο που επένδυσε στην πόλωση και στη στήριξη του τραμπικού τρόπου άσκησης πολιτικής. Η επικράτησή του εξέφρασε την επιλογή εκατομμυρίων πολιτών υπέρ της προστασίας των εργαζομένων, της μείωσης των ανισοτήτων και της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους.
Ταυτόχρονα, η εκλογική αναμέτρηση υπενθύμισε τα όρια των δημοσκοπήσεων. Στον πρώτο γύρο, οι προβλέψεις δεν αποτύπωσαν σωστά τη δυναμική του αποτελέσματος, ενώ πριν από τον δεύτερο γύρο υπήρχαν μετρήσεις που έδιναν οριακό προβάδισμα στον αντίπαλο του Λούλα. Η κάλπη έδειξε τελικά μια διαφορετική κατάληξη.
Σε παλαιότερο άρθρο μου στον «Ταχυδρό-μο της Άρτας», με τίτλο «Υπερ-πρόβλεψη ή απλή συλλογιστική;», είχα αναφερθεί στην έρευνα του Φίλιπ Τέτλοκ. Το βασικό της συμπέρασμα είναι ότι οι πολιτικές και οικονομικές προβλέψεις δεν αποτελούν βεβαιότητες. Οι καλύτεροι προβλέπτες είναι ανοιχτόμυαλοι, αμφισβητούν τις αρχικές τους εκτιμήσεις και προσαρμόζονται όταν εμφανίζονται νέα δεδομένα.
Το ίδιο ισχύει και για τις σημερινές δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα. Αποτελούν χρήσιμες φωτογραφίες μιας συγκεκριμένης συγκυρίας, όχι προδιαγεγραμμένο εκλογικό αποτέλεσμα. Δεν μετρούν πάντοτε επαρκώς τη σιωπηλή δυσαρέσκεια, τη μετακίνηση της τελευταίας στιγμής ή την απόφαση ενός απογοητευμένου πολίτη να επιστρέψει τελικά στην κάλπη.
Η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας δεν διαμορφώνεται στην απομόνωση και στην παραίτηση. Διαμορφώνεται όταν αισθανόμαστε ότι ανήκουμε, όταν αποκτούμε χώρο να δημιουργήσουμε και όταν αναλαμβάνουμε ευθύνη για την κοινότητά μας. Για τους νέους, αυτό σημαίνει ότι το μέλλον δεν είναι μια δημοσκόπηση που απλώς παρακολουθούν. Είναι μια πραγματικότητα την οποία μπορούν να αλλάξουν με την παρουσία, τη γνώση και τη συμμετοχή τους.Γιατί οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν πιθανότητες. Οι πολίτες, όμως, γράφουν το αποτέλεσμα.
* Ο Σωτήρης Γεωργούλας είναι στέλεχος και υπεύθυνος για τις αγορές και επενδυτικά χαρτοφυλάκια σε πολυεθνική με πολυετή εμπειρία στο εξωτερικό και υποψήφιος διδάκτωρ στο ΕΚΠΑ – Τμήμα Οικονομικών Επιστημών






