Ζούμε δίπλα – δίπλα με άλλους ανθρώπους χωρίς να μαθαίνουμε ποτέ τις ιστορίες τους. Κι όταν σου τις διηγούνται, σχεδόν βιώνεις τα βιώματά τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Γιώργος και η Βάσω. Από ταπεινότητα επιθυμούν να κρύβουν τα πρόσωπά τους, ωστόσο τους αξίζει ένα μικρό μεγάλο αφιέρωμα.
Οι ήρωες μας, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, ξεκίνησαν νεότατοι μέσα από συνθήκες φτώχιας, βάζοντας κάποιους στόχους. Άφησαν τα χωριά τους και επέλεξαν την Αθήνα για εργασία και έμειναν εκεί μέχρι τη συνταξιοδότησή τους. Έκαναν έναν πετυχημένο γάμο και απόκτησαν δύο γιούς. Με τις οικονομίες τους κατάφεραν, μεταξύ των άλλων, να χτίσουν και το δικό τους σπίτι. Τα παιδιά τους, έκαναν κι αυτά οικογένειες και ο ένας εξ αυτών έμενε στο νοίκι. Τον άλλον τον βολέψανε.
Όταν τα νοίκια πήραν για καλά την ανηφόρα και έφτασαν στο «Θεό», ο «άστεγος» γιος ήρθε σε αδιέξοδο. Έψαχνε για μήνες και σπίτι δεν εύρισκε στα μέτρα του. Το τίμημα του τραπεζικού δανεισμού για αγορά κατοικίας ήταν βαρύ κι ασήκωτο. Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι νύχτες και η Βάσω με τον Γιώργο έχασαν τον ύπνο τους. Βρέθηκαν σε ένα υπαρξιακό και συνειδησιακό δίλημμα. Ένιωσαν ότι έφεραν τα παιδιά τους σ’ έναν κόσμο που αυτά δεν ήθελαν και δεν είναι βιώσιμος για τους πολλούς. Η υπερηφάνεια από την κληρονομιά που θα άφηναν πίσω τους κινδύνευε να καταρρεύσει μαζί με ένα κομμάτι από τον εαυτό τους. Το δίλημμα έγινε ευθύνη και χρέος: ζωή σαν μια μέρα φωτεινή ή σαν μια νύχτα σκοτεινή;
Η απόφαση πάρθηκε από κοινού. Αφήνουν τα πάντα πίσω τους και παραχωρούν το δικό τους σπίτι στο παιδί. Επιστρέφουν στον γενέθλιο τόπο τού Γιώργου, όπου τους περιμένει το άδειο πατρικό, κι αυτό γίνεται η προσωπική τους αλήθεια, παρά τις ελλείψεις του. Λίγες μέρες αφ’ ότου εγκαταστάθηκαν στο χωριό, η Αθήνα τούς ταχυδρόμησε κι ένα άλλο δυσάρεστο νέο. Το αυτοκίνητο της νεαρής οικογένειας «έκανε φτερά» κάτω από την πυλωτή κι ενώ τα γραμμάτια αγοράς του έτρεχαν. Ένα παλιό μηχανάκι, πλέον, θα κάλυπτε τις μεταφορικές τους ανάγκες. Ο γιος ήταν αναγκασμένος να διανύει εβδομήντα χιλιόμετρα την ημέρα για να πάει στη δουλειά πάνω σε δυο ρόδες.
Αυτό η Βάσω δεν το άντεχε. Έχασε τον ύπνο της άλλη μια φορά. Παίρνουν δάνειο και αγοράζουν καινούργιο αυτοκίνητο για την ασφάλεια του παιδιού, αναλαμβάνοντας την εξόφλησή του. Άκουσαν και πάλι την εσωτερική τους φωνή κι έτσι ησύχασαν. Πιστεύουν βαθιά στον κυρίαρχο ρόλο της οικογένειας, όπου η αγάπη και η θυσία πρέπει να είναι σαν την ομορφιά. Να φαίνεται και να γίνεται πράξη.
Η πράξη τους γενναιόδωρη, θυσιαστική, στοργική, συμπονετική, απρόσμενη, συγκινησιακή. Ποιος ξέρει, μπορεί να είδαν τη ζωή τους και σαν μία «αποστολή» εκ γενετής. Δεν πρόταξαν το δικό τους συμφέρον σαν μέτρο. Δεν έμεναν στο βόλεμα. Δεν είχαν καμία σύγχυση στις επιλογές τους. Αγάπη και στήριξη χωρίς όρια! Καθόλου δεν είναι εύκολο να αφήνεις πίσω φιλίες, εμπειρίες, αναμνήσεις, συσσωρευμένη κανονικότητα, κοινωνικό περιβάλλον, ενδιαφέροντα και να βάζεις τον δείκτη της ζωής στο μηδέν για ένα καινούργιο ξεκίνημα. Όμως, αυτοί τα κατάφεραν και σήμερα νιώθουν ευτυχείς. Τον συνταξιοδοτικό τους χρόνο τον έκαναν φίλο και δεν τον άφησαν να κατασπαράξει την υπόλοιπη ζωή τους. Δεν χώρεσε η θλίψη και η στέρηση. Τίποτα δεν τους τσάκισε.
Η Βάσω και ο Γιώργος αρπάχθηκαν από το αόρατο δίχτυ της πατρικότητας και βρήκαν μια άλλη ζωή που τούς περίμενε καλά κρυμμένη. Καταπιάστηκαν με τα λιόδενδρα, τους ανθόκηπους, τους λαχανόκηπους, το ψάρεμα, τις βόλτες στη φύση και τόσα άλλα. Άγγιξαν τον δικό τους φωτεινό κόσμο, που χώρεσε μόνο όσα πραγματικά χρειάζονταν. Βρήκαν καλοσυνάτους γείτονες, ανοιχτό ορίζοντα, ησυχία και παρθένο τόπο.
Υποδέχονται την ανατολή του ήλιου καθισμένοι στο πέτρινο πεζούλι με μια κούπα καφέ στο χέρι, αγναντεύοντας τη δική τους ζωή και το απολαμβάνουν. Εκτός από βασιλικούς, γαριφαλιές και τριανταφυλλιές, φύτεψαν και μερικές ευχές να πιάσουν τόπο, ώστε η ζωή των απογόνων τους να είναι καλύτερη και να μην τους αγγίζει ο φόβος τών «άστεγων». Δεν τις ποτίζουν με αγωνίες και δάκρυα, μόνο με χαμόγελα. Ξέρουν καλά, θα θερίσουν χαρές και ευγνωμοσύνη. Ξαποσταίνει και κανένα αστέρι τα βράδια από πάνω τους που έχει χάσει το δρόμο του.
Αξίζουν ένα θερμό χειροκρότημα από καρδιάς οι αγαπητοί μας. Είναι οι πρωταγωνιστές, που παραδίδουν μαθήματα ζωής χωρίς να το διαλαλούν. Πλάθουν συνειδήσεις για να μπορούμε να βλέπουμε τον κόσμο με περισσότερη ανθρωπιά και χάρη. Συγκινούν και δίνουν περιεχόμενο σ’ αυτό που αποκαλείται σωστή Ελληνική οικογένεια. Το αποτέλεσμα είναι, κυρίως, αισθητικό, γιατί το «κοινό αίσθημα» σήμερα αρκείται και μένει σε αυτά που βλέπει επιφανειακά και όχι σε αυτά που πραγματικά συμβαίνουν γύρω μας.






