Οι πόλεις με το όνομα «Νικόπολις». Η ιστορική έρευνα για τον εντοπισμό της πόλης που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος ξεκινάει από το βιβλικό χωρίο της προς Τίτο επιστολής (3,12), όπου σημειώνεται: «Όταν στείλω τον Αρτεμά ή τον Τυχικό σε σένα, φρόντισε να έρθεις σε μένα στη Νικόπολη, γιατί εκεί αποφάσισα να περάσω τον χειμώνα».

Αυτή η σύντομη αναφορά αποτέλεσε την αφετηρία μιας επιστημονικής αναζήτησης που εκτείνεται σε βάθος δύο χιλιετιών, με κύριο εμπόδιο το γεγονός ότι το όνομα «Νικόπολις» (η πόλη της νίκης) ήταν εξαιρετικά διαδεδομένο στην αρχαιότητα.
Συγκεκριμένα, υπήρχαν πολυάριθμες ομώνυμες πόλεις σ’ όλη την έκταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπως στη Θράκη (κοντά στον Νέστο ποταμό) και την Κάτω Μοισία, στην Κάτω Αίγυπτο και την Κιλικία, καθώς και στη Βιθυνία, τη Μικρά Αρμενία, τη Συρία και την Παλαιστίνη (η βιβλική Εμμαούς).
Παρά τον μεγάλο αριθμό επιλογών, η ιστορική και ερμηνευτική έρευνα ταυτοποιεί ως επικρατέστερη τη Νικόπολη στο Άκτιο της Ηπείρου, η οποία βρισκόταν οκτώ χιλιόμετρα βόρεια της σημερινής Πρέβεζας.
Η πόλη αυτή, για να διακρίνεται από τις υπόλοιπες, συναντάται στις πηγές και με τις ονομασίες Actia Nicopolis (Ακτία Νικόπολις), Nicopolis Hierà (Νικόπολις Ιερά) ή Colonia Augusta (Κτίσμα του Σεβαστού), επιβεβαιώνοντας τη σημασία της ως το κεντρικό σημείο όπου ο Απόστολος επέλεξε να παραχειμάσει και να οργανώσει την περαιτέρω ιεραποστολική του δράση.

Ιστορική αναδρομή: Ίδρυση και ακμή της Νικοπόλεως Πρεβέζης
Η ίδρυση της Νικόπολης υπήρξε το άμεσο αποτέλεσμα της ιστορικής Ναυμαχίας του Ακτίου το 31 πΧ, όπου ο Οκταβιανός Αύγουστος επικράτησε του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας.
Η δημιουργία της πόλης δεν είχε μόνο συμβολικό χαρακτήρα για τον εορτασμό της νίκης, αλλά εξυπηρετούσε βαθύτερους στόχους: στρατηγικά, επέτρεπε τον απόλυτο έλεγχο της Αχαΐας (Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου), ενώ διοικητικά λειτούργησε ως το κέντρο ενοποίησης της δυτικής Ελλάδας.
Ο κοινωνικός χαρακτήρας της πόλης ήταν έντονα πολυπολιτισμικός, διατηρώντας ωσ-τόσο τη βάση του Ελληνικού στοιχείου. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν κυρίως Ηπειρώτες, Ακαρνάνες και Αιτωλοί, ενώ στην πορεία εγκαταστάθηκαν Ρωμαίοι, αλλά και μια σημαντική Εβραϊκή κοινότητα. Η ύπαρξη Εβραϊκής συναγωγής, που μαρτυρείται ήδη από τον 2ο αιώνα μΧ, επιβεβαιώνει το ποικιλόμορφο περιβάλλον μέσα στο οποίο κλήθηκε να δράσει και να κηρύξει ο Απόστολος Παύλος.
Η οικονομική ακμή της Νικόπολης υπήρξε ραγδαία, καθώς αναγνωρίστηκε ως «ελεύθερη πόλη» και κατά την διάρκεια της βασιλείας του Νέρωνα ορίστηκε πρωτεύουσα της Ηπείρου. Η ευημερία της στηρίχθηκε στην προνομιακή γεωγραφική της θέση, η οποία αποτελούσε κομβικό σημείο ανάμεσα στην Ιταλία και τη Βαλκανική χερσόνησο.
Η πόλη διέθετε το στρατηγικό πλεονέκτημα των δύο λιμανιών της, του Κομάρου στο Ιόνιο πέλαγος και του Βαθέος στον Αμβρακικό κόλπο, γεγονός που την κατέστησε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και διοικητικά κέντρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Τα πλεονεκτήματα της
γεωγραφικής θέσης
Πράγματι, η γεωγραφική θέση της Νικόπολης ήταν το «κλειδί» για τη ραγδαία εξέλιξή της σε κοσμοπολίτικη μητρόπολη. Η ύπαρξη των δύο λιμανιών της προσέφερε ένα μοναδικό πλεονέκτημα που σπάνια συναντούσε κανείς σε άλλες πόλεις της εποχής: 1. Λιμένας Κομάρου (Ιόνιο Πέλαγος). Βρισκόταν στην εξωτερική πλευρά του ισθμού. Ήταν το λιμάνι που «κοίταζε» προς την Δύση, διευκολύνοντας την άμεση επικοινωνία με την Ιταλία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ήταν η πύλη εισόδου για τα πλοία που διέσχιζαν την Αδριατική. Είναι ο όρμος που σήμερα ονομάζουμε «Μύτικας».
2. Λιμένας Βαθέος (Αμβρακικός Κόλπος): Βρισκόταν στην εσωτερική πλευρά, προσφέροντας ένα εξαιρετικά ασφαλές και απάνεμο αγκυροβόλιο, προστατευμένο από τους ισχυρούς ανέμους του ανοιχτού πελάγους. Αυτό το λιμάνι εξυπηρετούσε την εσωτερική ναυσιπλοΐα και το εμπόριο προς την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία. Πρόκειται για τον σημερινό κόλπο στο Βαθύ της Πρέβεζας, έναν βαθύ και στενό όρμο που εισχωρεί στη στεριά.
Αυτή η «δίπορτη» σύνδεση με τη θάλασσα επέτρεπε στη Νικόπολη να λειτουργεί ως ένας τεράστιος διαμετακομιστικός σταθμός. Τα εμπορεύματα και οι ταξιδιώτες μπορούσαν να μεταφερθούν οδικώς μέσω του στενού ισθμού (μόλις λίγων χιλιομέτρων) από το ένα λιμάνι στο άλλο, αποφεύγοντας τον επικίνδυνο περίπλου της Πελοποννήσου.
Η απόσταση ανάμεσα στα δύο λιμάνια είναι μόλις λίγα χιλιόμετρα. Στην αρχαιότητα, υπήρχε οδική σύνδεση που επέτρεπε τη γρήγορη μεταφορά εμπορευμάτων από το Ιόνιο στον Αμβρακικό, καθιστώντας τη Νικόπολη έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς σταθμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σήμερα, ο επισκέπτης της Αρχαίας Νικόπολης μπορεί να σταθεί στα τείχη της πόλης και να δει και τις δύο θάλασσες, αντιλαμβανόμενος, αμέσως, γιατί ο Οκταβιανός Αύγουστος επέλεξε αυτό το σημείο για να χτίσει την «Πόλη της Νίκης» και γιατί ο Απόστολος Παύλος την επέλεξε ως βάση του.

Αναλυτική τεκμηρίωση της
αποστολικής δράσης
Η επίσκεψη του Παύλου τοποθετείται στα έτη 64 έως 65 μΧ, κατά την τέταρτη περιοδεία του. Υπάρχουν οι εξής βασικοί πυλώνες που τεκμηριώνουν την παρουσία του εκεί: Α.Η Γεωγραφική Στρατηγική (Προς Ρωμαίους 15,19): Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι κήρυξε το Ευαγγέλιο «μέχρι το Ιλλυρικό».
Η Νικόπολη αποτελούσε την φυσική πύλη προς αυτή την επαρχία. Ήταν το ιδανικό «χειμαδιό» (τόπος παραχειμάσεως), καθώς τον χειμώνα η ναυσιπλοΐα σταματούσε και η πόλη προσέφερε ασφάλεια και πρόσβαση σε οδικούς άξονες.
Β. Η σύνδεση με τον Τίτο (Β΄ προς Τιμόθεον 4,10): Λίγους μήνες μετά το κάλεσμα στη Νικόπολη, ο Παύλος ενημερώνει ότι ο Τίτος βρίσκεται στη Δαλματία. Αυτό αποδεικνύει ότι η συνάντησή τους στη Νικόπολη πραγματοποιήθηκε και ότι ο Τίτος απεστάλη από εκεί βορειότερα, για να συνεχίσει το ιεραποστολικό έργο.
Η παραμονή του εκεί του προσέφερε τρία βασικά πλεονεκτήματα. Πληθυσμιακή ποικιλομορφία: Λόγω των δύο λιμανιών, η πόλη έσφυζε από εμπόρους, ναυτικούς, στρατιώτες και ταξιδιώτες. Το κήρυγμά του μπορούσε έτσι να «ταξιδέψει» σε όλη την αυτοκρατορία μέσω των ανθρώπων που αναχωρούσαν από τη Νικόπολη.
Ευελιξία μετακίνησης: Μόλις βελτιωνόταν ο καιρός (μετά τον χειμώνα του 65 έως 66 μΧ), μπορούσε να επιλέξει είτε τη θαλάσσια οδό προς την Ιταλία, είτε τη χερσαία οδό μέσω της Εγνατίας, για να επιστρέψει στη Μακεδονία και την Ασία.
Ασφάλεια και ετοιμότητα: Η Νικόπολη ήταν το ιδανικό «ορμητήριο». Ενώ ο ίδιος βρισκόταν εκεί, μπορούσε να στέλνει τους συνεργάτες του (όπως τον Τίτο στην Δαλματία) και να δέχεται νέα από όλες τις χριστιανικές κοινότητες της Ελλάδας.
Η εξελιγμένη υποδομή της Νικόπολης επέτρεψε στον Απόστολο Παύλο να μετασχηματίσει την αναγκαστική χειμερινή του παραμονή σε μια περίοδο στρατηγικής προετοιμασίας. Με τον τρόπο αυτό, η πόλη αναδείχθηκε στον τελευταίο μεγάλο κόμβο της ελεύθερης ιεραποστολικής του δράσης, αποτελώντας τον τελικό σταθμό πριν από το μαρτυρικό του ταξίδι προς τη Ρώμη.

Η ζωντανή παράδοση: Το «Λιθάρι»
και η Χριστιανική απαρχή
Η ιστορική παρουσία του Αποστόλου Παύλου στη Νικόπολη δεν στηρίζεται μόνο στις γραπτές μαρτυρίες, αλλά και στην ακλόνητη συνείδηση του Ηπειρωτικού λαού, η οποία διατήρησε την ανάμνηση του περάσματός του ζωντανή για δύο χιλιετίες. Κεντρικό σημείο αναφοράς αυτής της παράδοσης αποτελεί η θέση «Λιθάρι», που βρίσκεται περίπου 15 χιλιόμετρα ανατολικά της Νικόπολης.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Παύλος, ερχόμενος οδικώς από τη Μακεδονία, επέλεξε αυτό το σημείο για να απευθύνει το πρώτο του κήρυγμα, πριν εισέλθει στα τείχη της μεγάλης πόλης. Εκεί, σε ένα περιβάλλον αγροτικό και μακριά από τη βοή των λιμανιών, δημιουργήθηκε η πρώτη χριστιανική «απαρχή» της Ηπείρου, με τους πρώτους πιστούς να θέτουν τα θεμέλια της τοπικής Εκκλησίας. Το «Λιθάρι» δεν είναι, απλώς, ένα τοπωνύμιο, αλλά ένας τόπος σύμβολο που συνδέει την επίσημη εκκλησιαστική ιστορία με την αυθεντική λαϊκή ευλάβεια.

Γιατί η παράδοση αυτή θεωρείται αξιόπιστη από τους ερευνητές;
Η αξιοπιστία της τοπικής παράδοσης για το «Λιθάρι» δεν αποτελεί απλώς μια ευσεβή διήγηση, αλλά υποστηρίζεται από ισχυρά επιστημονικά και ιστορικά κριτήρια που πείθουν τους ερευνητές για την αυθεντικότητά της.
Πρωτίστως, υπάρχει μια σαφής γεωγραφική συνέπεια. Η θέση της περιοχής συμπίπτει απόλυτα με τη λογική χερσαία διαδρομή που θα ακολουθούσε ο Απόστολος Παύλος ταξιδεύοντας από τη Θεσσαλονίκη προς τη Νικόπολη. Η πορεία μέσω των Ιωαννίνων καταλήγει φυσιολογικά στο σημείο αυτό, καθιστώντας το Λιθάρι μια φυσική πύλη εισόδου πριν την τελική άφιξη στη μεγάλη Ρωμαϊκή μητρόπολη.
Επιπλέον, το ιστορικό βάθος της παράδοσης πιστοποιείται από την ανέγερση ναού προς τιμήν του Αποστόλου στο συγκεκριμένο σημείο. Η ύπαρξη ενός λατρευτικού χώρου σε μια αγροτική και απομονωμένη περιοχή μαρτυρεί μια πανάρχαιη συνέχεια, η οποία δύσκολα θα μπορούσε να είχε επινοηθεί χωρίς κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό υπόβαθρο που να τη συνδέει με το πρόσωπο του Παύλου.
Ό λόγιος Μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλος ή Βυζάντιος, περιερχόμενος τον τόπο το 1867, επανεύρε το «Αγιολίθαρο» (όπως το ονομάζουν οι Πρεβεζάνοι) δίπλα στη νότια πλευρά του ιερού, το περιέφραξε και έκτισε επ’ αυτού κουβούκλιο – εικονοστάσι το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα.
Μετά από μερικά χρόνια, η Μονή Λιθαρίου καταστρέφεται από πυρκαγιά. Ανακαινίζεται και πάλι το 1871 από τον μοναχό Ιγνάτιο Ζαμπέτη. Το 1916 συγχωνεύεται με τη Μονή Ζαλόγγου. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο οι Γερμανοί καίνε τα κελιά που υπήρχαν στην Δυτική πλευρά του μοναστηριού κοντά σε μία συστάδα κυπαρισσιών. Λίγο βορειότερα του ναού κτίζεται το 1988 νέα εκκλησία με τρούλλο και το 1995 ανακαινίζεται ο παλαιός ναός.
Το παλαιό Καθολικό της Μονής Λιθαριού είναι μονόκλιτη βασιλική με ξύλινη στέγη και πλακόστρωτο δάπεδο. Χωρίζεται σε πρόναο – γυναικωνίτη, κυρίως ναό και Ιερό Βήμα με δύο πόρτες στη Νότια πλευρά του. Το «Αγιολίθαρο» σήμερα αποτελεί ζωντανή μαρτυρία για σωρεία θαυματουργίες και πλήθος οπτασίες και φανερώσεις του αγίου Αποστόλου και ιδρυτού της τοπικής μας Εκκλησίας.
Τέλος, η παράδοση εναρμονίζεται πλήρως με το κοινωνικό υπόβαθρο και τις ιεραποστολικές συνήθειες του Αποστόλου. Είναι γνωστό από τις Πράξεις των Αποστόλων ότι ο Παύλος επέλεγε συχνά να κηρύττει σε υπαίθρια σημεία συγκέντρωσης, όπως κοντά σε ποτάμια ή κομβικούς δρόμους, προκειμένου να προσεγγίσει τον τοπικό πληθυσμό πριν την είσοδό του στα αστικά κέντρα. Αυτή η πρακτική καθιστά το κήρυγμα στο Λιθάρι μια κίνηση ιστορικά πιθανή και απολύτως συμβατή με την στρατηγική που ακολουθούσε ο «Απόστολος των Εθνών» σε ολόκληρη την πορεία του.

Επίλογος
Απ’ όλα όσα είπαμε, για μια ακόμα φορά τεκμηριώνεται, ότι οι παλαιές λαϊκές παραδόσεις έχουν πολύ ισχυρό πυρήνα ιστορικής αλήθειας.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος γράφει σχετικά: «Για ανάλογη περίπτωση ο G. G. Findlay παρατηρεί: «Τα, τάχα, πορίσματα μερικών περί δια θαλάσσης κατά την πορεία προς Ρώμη, σε συνδυασμό με την προσάραξη στην Μελίτη, διέλευση, ή και μη, του αποστόλου Παύλου και από την Νικόπολη, είναι συσχετισμοί αστήρικτοι.
Έτσι, ως η μόνη σωστή και η μόνη δυνατή περίπτωση μάς απομένει, ότι ο απόστολος επήγε στην Νικόπολη από την Θεσσαλονίκη δια ξηράς, ακολουθώντας ένα από τους δρόμους που οδηγούν και σήμερα από την Θεσσαλονίκη στα Ιωάννινα και από εκεί στην Νικόπολη. Σημειώνουμε εδώ ως εκ περισσού, ότι – κατά εκδοχή υποστηρίζει και ο πολύς W. Μ. Ramsay – ο Παύλος συνελήφθη στην Νικόπολη, εκεί κήρυττε την απαγορευμένη θρησκεία του Ιησού και εστάλη στη Ρώμη, όπου και έλαβε το 67 μΧ τον στέφανο του μαρτυρίου».

Βιβλιογραφία: Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (Καλαμαρά) († 2012):«Ο Απόστολος Παύλος και η Νικόπολη», Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Γαλίτης Γεώργιος: «Ερμηνεία των Ποιμαντικών Επιστολών (Α΄και Β΄ προς Τιμόθεον, προς Τίτον)», Αθήνα. Σακελλαρίου Μ.Β. (επιμ.): «Ήπειρος: 4000 χρόνια Ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού», Εκδοτική Αθηνών. Κέντρο Παιδείας και Πολιτισμού – ΚΕΚ.ΠΟΛΕΙΣ – Σταθμοί της Ιεραποστολικής πορείας του Αποστόλου Παύλου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ