Ήρθες κρατώντας στο χέρι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.

Ήτανε Πρωτομαγιά θυμάμαι. Παντού στους τοίχους γραμμένα συνθήματα. Ο κόσμος στα χέρια πανό, πλακάτ, σημαίες. Και συ δίπλα μου με το κόκκινο τριαντάφυλλο στα χέρια σου, μετρούσες τα σύννεφα και χάζευες τους διαδηλωτές. Όταν έπεσε το πρώτο καπνογόνο μού έσφιξες το χέρι από φόβο. Μπήκαμε ξαφνικά στην πορεία και χαθήκαμε μες τον καπνό και στο πλήθος. Μου άφησες το χέρι και έτρεξες για να γλυτώσεις. Όμως ήταν πολύ αργά. Αίμα, σειρήνες, φωνές. Πέρασαν τα χρόνια μαζί με πολλές Πρωτομαγιές. Εσύ λείπεις. Εκείνη όμως η Πρωτομαγιά δεν ξαναγύρισε, ούτε και συ. Κρατώ ακόμα αποξηραμένο εκείνο το τριαντάφυλλο που μου είχες χαρίσει. Χάθηκε το χρώμα, το άρωμα, η ζωή. Έγιναν όλα αναμνήσεις. Ήταν Πρωτομαγιά θυμάμαι, του ’80.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ